Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

ΕΛΕΝΗ ή ο ΚΑΝΕΝΑΣ: ΤΕΤΟΙΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΑΝ ΑΓΟΡΙ ΜΟΙΑΖΕΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙ:

Το βιβλίο της Ρέας Γαλανάκη Ελένη, ή ο Κανένας βασίζεται στην αληθινή ιστορία της Ελένης Μπούκουρα Αλταμούρα, η οποία ήταν ζωγράφος. Ηρωίδα του βιβλίου η Σπετσιώτισσα Eλένη που στα νιάτα της ντύθηκε άντρας για να μπορέσει να σπουδάσει ζωγραφική στην Iταλία. Έζησε και σπούδασε στην Ιταλία ξεγελώντας με την ανδρική της μορφή και αλλάζοντας το όνομα σε Κανένας, όπως ακριβώς ο Οδυσσέας το χρησιμοποίησε για να ξεγελάσει τον Πολύφημο. Παντρεύτηκε τον ζωγράφο Σαβέριο Aλταμούρα, γέννησε τα παιδιά της (ανάμεσά τους και τον θαλασσογράφο Iωάννη Aλταμούρα), επέστρεψε εγκαταλειμμένη από τον άντρα της στην Aθήνα και εργάστηκε ως ζωγράφος. Στα γεράματά της έζησε δυο δεκαετίες μόνη και έγκλειστη στο παραθαλάσσιο σπίτι των Σπετσών, παροπλισμένη πια ζωγράφος και χαροκαμένη μάνα, τριγυρισμένη από ψιθύρους για άσκηση μαγείας και για τρέλα και «κυνηγημένη» από αναμνήσεις που  την στοιχειώνουν «ζώντας τη μετά τη ζωή ζωή» όπως αναφέρει επανειλημμένα. Η Ρέα Γαλανάκη, συνδυάζει το ιστορικό και βιογραφικό υλικό με καθαρά μυθοπλαστικά στοιχεία, στην απόπειρά της να εκφράσει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τα όνειρα μιας καλλιτεχνικής προσωπικότητας που αντιμετωπίζει θαρραλέα τις κοινωνικές προκαταλήψεις, αλλά νικιέται από την τραγική μοίρα της.  Το βιβλίο χωρίζεται σε 24 ενότητες απ’ το Α έως το Ω, ακόμη ένα στοιχείο που θυμίζει Ομηρικές ραψωδίες. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική καθώς έχουμε πολλές εναλλαγές παρόντος-παρελθόντος. Σε κάποια κεφάλαια παραθέτει με πλάγια γράμματα, και μ’ ένα σχεδόν ποιητικό-λυρικό τρόπο, τους εσωτερικούς μονολόγους της ζωγράφου. Είναι τα παραληρήματα των αναμνήσεών της: «Εκείνο το ανόητο κορίτσι, που ντύθηκε άνδρας για να πάει στην Ιταλία να παντρευτεί. Πιο μακριά από τα γεράματα δεν θα μπορούσε να βρεθεί. Από το ατελείωτο παρόν τους, που άλλο δεν κάνει από το ανασυντάσσει όλες τις γυναίκες κι όλους τους άνδρες μιας ζωής, ό,τι υπήρξε και ό,τι δίπλα του έμοιαζε να υπάρχει, για να τραβήξει στο άδηλο τότε μέλλον του. Ένα κορίτσι που έπαιζε τον άνδρα, αλλά μόλις ντύθηκε στα φράγκικα έκοψε το χέρι, καθώς μάζευε τα κομματάκια του καθρέπτη από το χώμα. Γρουσουζιά και αίμα. Γιατί αμέσως δεν σταμάτησα; Γιατί δεν ξαναφόρεσα τα μακριά φορέματα για να ξαναγυρίσω στ’ αρβανίτικα και στα ελληνικά μου;..… Αλλά μήπως και ξέρω πόση είναι η αλήθεια, που κάθε φορά φουσκώνει το προζύμι των παραμυθιών;… Αναρωτιόμουν πόσες Ελληνίδες είχανε γεννηθεί κι είχαν πεθάνει έως τότε μέσα μου, πόσες ακόμη Ελένες μου ήτανε γραφτό να γίνω, θύτης και θύμα μιας εποχής πιο ευαίσθητης κι από τη βελόνα της πυξίδας».  [Ρέα Γαλανάκη, Ελένη ή εκδόσεις Άγρα 1998 και το 2004 επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη – με ΚΛΙΚ στην εικόνα με το εξώφυλλο του βιβλίου αποσπάσματα από το ΣΤ και Ι κεφάλαιο του βιβλίου. Στο τέλος της ανάρτησης η συγγραφέας σε μια συνέντευξή της εξηγεί πώς «συναντήθηκε με την Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα] 


ΤΟΤΕ ΦΥΣΗΞΕ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ, ΑΥΡΑ ΠΟΥ ΤΥΛΙΞΕ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΔΩΣΕ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΟΥ:  
Ένα παντζούρι χτύπησε στον τοίχο. Ένα κύμα έσκασε στο γιαλό κάτω απ’ το σπίτι. Είπα στη Λασκαρίνα να σύρει και να κλείσει το παντζούρι. Απάνω θα ’ταν. Έπειτα να φέρει κι άλλα ξύλα. Άνεμος δυνατός. Κύματα το ένα μετά το άλλο.
Άνεμος ήτανε και πριν από τα σαρανταεννέα χρόνια. Έριξε κάτω το μικρό καθρέφτη και τον έσπασε. Μα έπρεπε κι εκείνο το κορίτσι να τον είχε στερεώσει πιο καλά πάνω στο δένδρο. Ήτανε συκιά; Σίγουρα ένα δένδρο από τη Νάπολη.

Τότε φύσηξε πρώτη φορά ο άνεμος του. Αύρα που τύλιξε την κόρη και την έδωσε στον έρωτα του. Γύρισε στρόβιλος αργότερα και άνοιξε δυο μνήματα στης γης τον πάτο. Αλλά τίποτε δεν εμάντεψε η κόρη πρωτοβλέποντάς τον, γιατί ποια νεαρή γυναίκα μαντεύει στο πρόσωπο ενός ωραίου άνδρα του ανεμοστρόβιλου το μέλλον; Να είχα τουλάχιστον φορέσει ενωρίτερα τα άρματα των αντρίκειων ρούχων και να τον έβλεπα έτσι οπλισμένη.

Όμως όχι, πήγαινα με την αφέλεια της ηλικίας. Πόση να ήμουν άραγες, δεκαπέντε, δεκαεφτά χρονών ντυμένη με σούρες και με ζακετάκια, όταν του πήγα τη συστατική επιστολή στη Νάπολη και τον αντίκρισα πρώτη φορά; Πρέπει να ήμουν πολύ πιο μεγάλη, διότι εξηγούσε η επιστολή πως εγώ, η κομίζουσα, ήξερα να ζωγραφίζω άριστα. Υπέγραφε ο Ραφαέλο Τσέκολι, ο δάσκαλός μου στην Αθήνα. Ο άνεμος άνοιξε το γράμμα και το διάβασε. Εγώ άνοιξα το μεγάλο χαρτοφύλακα, που έφερα μαζί μου από την Ελλάδα στη Νάπολη, κι άρχισα να δείχνω στους κυρίους ζωγράφους τα έργα μου. Μου συμπαραστέκονταν στη δύσκολη ώρα εκείνος που με εμπιστευότανε σε ξένα χέρια – πες μου, λοιπόν, πατέρα, αν αντιλήφθηκες κι εσύ, ο γεννημένος ναύτης, το άγγιγμα εκείνου του παράξενου ανέμου, την ανατριχίλα μου στη θέα του άνδρα, στον οποίο χωρίς να το καταλαβαίνεις με παρέδιδες γυναίκα, του πατέρα των παιδιών μου. Αν τον ένιωσες, θα έβαλες ίσως σαν θαλασσινός στο νου σου όλο εκείνο το ταξίδι που επρόκειτο να κάνω. Αλλά δεν μίλησες, γιατί ήταν πια πολύ αργά. Και δεν μπορούσες να με αρπάξεις, να με σπρώξεις στο πρώτο πλοίο και να γυρίσουμε αμέσως πίσω, σαν δειλοί. Εσύ περίμενες ούριο τον άνεμο μου, αν ποτέ του επέτρεπα να μ’ αγγίξει, κατανοούσες όμως και την εξουσία της μοίρας, που έρχεται ώρα και δαμάζει σε έρωτα ή σε θάνατο ακόμη και τους πιο ανυπόταχτους, τους πιο γενναίους. Βέβαια αρνήθηκες, ενόσω ζούσες, να τον ξαναδείς. Μόνο στο πρόσωπο του πρώτου γιου μου, του Ιωάννη, αόριστα θα τον ανακαλούσες κάπου-κάπου – καλωσόρισες κι εσύ απόψε αγαπημένε μου Ιωάννη.

Άνεμος ήταν και διασκόρπισε το φύτρο του. Μα και από αέρινους, από αθώρητους γεννήτορες ερχόταν, που εγώ, η έστω και για τόσο λίγο νύφη τους στη Φλωρεντία, ποτέ δεν αξιώθηκα να δω. Πώς άλλωστε να γίνει κάτι τέτοιο, αφού εκείνος δεν μπορούσε να επιστρέψει στο Βασίλειο των δύο Σικελιών. Και οι γονείς του έμειναν για πάντα στην πόλη Φότζια, όπου είχε γεννηθεί ο άνεμος Φραντζέσκο Σαβέριο Αλταμούρα και τ’ αδέλφια, τα ξαδέλφια του και όλοι οι πρόγονοι της αστικής του οικογένειας. Οι γονείς τους, όπου κι αν έστρεψαν το βλέμμα γύρω-τριγύρω από την πολιτεία της Φότζια, έβλεπαν παντού τη γη τους ολόισια, καρπερή, έναν απέραντο σιτοβολώνα. Πάχνη την άνοιξη και το φθινόπωρο, η αντηλιά το καλοκαίρι και πυκνά πέπλα βροχής κατά τη διάρκεια του χειμώνα τους τύλιγαν μέσα σε όλες τις μεταμορφώσεις των νερών. Έτσι έμειναν αδιάκοπα φυλακισμένοι στον ανοιχτό σιτοβολώνα του ορίζοντός τους, κλεισμένοι μέσα  τα ουράνια νερά ο πατέρας του, ο ανώτερος υπάλληλος Ραφαέλο ντ’ Αλταμούρα, και η μάνα του, η ελληνικής καταγωγής Σοφία Περηφάνου.

Η καταγωγή της μητέρας του Σοφίας, που το όνομα της θα έπαιρνε αργότερα η θυγατέρα μας, ήταν ο λόγος που σταμάτησε ο άνεμος κι έπιασε κουβέντα με μια συνομήλικη ζωγράφο, που ερχόταν από το μύθο μιας Ανατολής. Διότι ερχόμουνα από πολύ παλιά, από την άγνωστη σ’ αυτόν, και στη μητέρα του ακόμη, γη του πανάρχαιου μητρικού του νήματος. Άλλωστε ήταν τέτοιοι οι καιροί, που όλοι τους τότε στην Εσπερία συλλογίζονταν πώς άραγε να έμοιαζε αυτή η επαναστατημένη και απελευθερωμένη γη των αιώνιων συμβόλων. Είδε λοιπόν τα έργα μου. Είδε ακόμη ότι μ’ αγαπούσε ο κύρης μου και κατάλαβε πως ήμουνα ταγμένη στη ζωγραφική, γιατί αυτή η επιλογή έχει ανάγκη την αγάπη ενός άνδρα. Είπε μετά πως ήταν καλή η ζωγραφική μου: ερειπιώνες, όμορφα τοπία, αρχαιότητες, Έλληνες οπλισμένοι με ασημένια λάφυρα, με χρυσά γιλέκα και με φέσια βαθυκόκκινα. Όλα ωραία και εξωτικά, πρόσθεσε, ενώ μέσα του θα σκεφτόταν πως έτσι πρέπει να είναι ο κόσμος από την πλευρά της μάνας του. Ανάμεσα σε τούτες τις εικόνες θα μπορούσε να είχε σταθεί κι εκείνη, αν γεννιόταν στη σημερινή Ελλάδα. Άνεμος και ζωγράφος ήταν, γι’ αυτό μπορούσε να γλιστρά δεκαετίες, αιώνες πίσω απ’ της μάνας του το σώμα. Και να το ξαναφέρνει εμπρός του, έχοντας αντικρίσει ακριβώς εκείνο που ήθελε να δει.

Είπα στη Λασκαρίνα ν’ αφήσει κοντά στο τζάκι το δεμάτι με τα ξύλα και να μου κάνει ένα ζεστό, πριν πάω να κοιμηθώ. Ας κάνει ένα και για πάρτη της. Έφυγε τραβώντας το ποδάρι. Γριά και κουτσή, μα Λασκαρίνα το όνομά της. Λέω καμιά φορά μην είναι η ίδια η Κυρά. Έτσι που γύρισαν ανάποδα τα πράγματα, λέω μήπως κατέβηκε από τις ζωγραφιές της για να μου κάνει συντροφιά και να γερνά μαζί μου. μες στην ασάφεια του δικού της και δικού μου χρόνου. Μήπως κατέβηκε να με υπηρετεί, εμένα την ασήμαντη μπροστά της, με τη μεγαθυμία των παλιών ηρώων. Διότι πάντοτε κάναμε καλή παρέα, εκείνη και όλες οι Ελένες που υπήρξα εγώ.
Είπε ακόμη ο άνεμός μου ότι αρκετά καλά απέδωσα το σώμα των μαρμάρινων ανθρώπων, το τυλιγμένο σε πτυχώσεις ιματίων και χιτώνων. Σούρες και ζακετάκια και αφέλεια – του εξήγησα ότι ο δάσκαλός μου Τσέκολι είχε αρχίσει να σπουδάζει την ιατρική, πριν αφοσιωθεί στην τέχνη των εικόνων, κι έτσι γνώριζε την ανατομία καλά. Ένα χαμόγελο ζυγίστηκε στα χείλη του Σαβέριο, φως από δυο ανοιχτά φτερά σε νήνεμη ώρα. Συνέχισε λέγοντάς μου πως κι αυτόν η ίδια ανεμική τον σήκωσε από το ανατομικό τραπέζι και τον έστησε μπροστά στο καβαλέτο. Γιατρό τον προόριζαν οι δικοί του, στέλνοντάς τον πριν από χρόνια στην πρωτεύουσα του βασιλείου, τη Νάπολη. Να μη φοβάμαι, με συμβούλεψε, όταν πρωτόφθασε κι αυτός στη Νάπολη, θαμπώθηκε από το κάλλος της παράκτιας πόλης. Άρχισε τότε να μου εξιστορεί ότι κάπως άργησε να εθιστεί στην ομορφιά της πόλης και στην καινούργια του ζωή. Ότι του έλειπε η μητέρα του τον πρώτο καιρό που έμεινε μαζί με έναν ιερωμένο, γνώριμο της οικογένειάς του. Ότι παρασυρμένος από τα σύγχρονά του γαλλικά μυθιστορήματα, άρχισε να τριγυρνά και ν’ αναζητεί γοτθικά στοιχεία στις εκκλησίες της Νάπολης, και βαθύτερα ένα άλλο νόημα στη ζωή. Χάρηκε, μπορώ να πω ότι ξαφνιάστηκε, σαν έμαθε ότι κι εγώ, από τα βάθη της Ανατολής μου, γνώριζα τη γαλλική, την ιταλική και την αγγλική λογοτεχνία. Κάτι ψιθύρισε για τη σοφία των αρχαίων Ελλήνων, ή μήπως είπε Ελληνίδων, μα εγώ, ασυνήθιστη ακόμα στην καινούργια γλώσσα, δεν το διέκρινα. Οι ομιλίες των άλλων ζωγράφων, καθώς πλησίαζαν, σκέπασαν τα λόγια που και ο άνεμος ίσως δεν ήθελε να αντιληφθώ. Κι ενώ απορούσα για ποιόν λόγο μου εκμυστηρευόταν όλα τούτα ένας άγνωστος και ξένος, αυτός συνέχιζε να λέει ότι διάβαζε μ’ ευχαρίστηση τα θεωρητικά ιατρικά μαθήματα, αλλά τον εβασάνιζε το ανατομείο, ώσπου μια μέρα μπήκε στο Ινστιτούτο των Καλών Τεχνών. Αυτό ήταν. Από τότε άρχισε να ζωγραφίζει ασταμάτητα, συνδέθηκε με νεαρούς ζωγράφους, ιδιαίτερα με τον Ντομένικο Μορρέλι, με τον οποίον είχαν πάρει πρόσφατα και μια υποτροφία για ένα εργαστήριο της Ρώμης.

Τον άκουγα δίχως να τον προσέχω πια. Αμφέβαλα αν στεκότανε μπροστά μου άνθρωπος με θέρμη και ψυχή ή ένα από τα ελληνικά μου αγάλματα έλαβε ξαφνικά ζωή. Δένοντας τις ζωγραφιές μου στον μεγάλο χαρτοφύλακα, φρόντισα να αγγίξω την άκρη της μακριάς του άσπρης πουκαμίσας, που φορούν όταν δουλεύουν οι ζωγράφοι. Το ύφασμά της ήταν υπαρκτό, μπαμπακερό, άρα κι αυτός ο ωραίος άνδρας ζούσε. Του ζήτησα συγγνώμη, ενώ χαμογελώντας μου ξανά ο Σαβέριο με αποχαιρετούσε.

Αν είχα κρατήσει την επιστολή του Τσέκολι, θα μπορούσα εκ των υστέρων να αποδείξω το πίσω από τις καλλιγραφημένες αράδες κρυφό μήνυμα, που ο δάσκαλος έστελνε στον παραλήπτη της: Να επιστρέψει με το πρώτο πλοίο η κομίστρια. Δεν πείραζε αν στο μεταξύ την είχε καταλάβει έρωτας, αφού το αίσθημα είναι η περιουσία του καλλιτέχνη. Όμως να επιστρέψει αμέσως, προτού θυσιάσει τα μακριά μαλλιά, προτού φορέσει παντελόνια, προτού μπει να μάθει τη ζωγραφική ως σπουδαστής στο μοναστήρι των Ναζαρηνών στη Ρώμη. Πιστεύω ότι ο Σαβέριο μπόρεσε να διαβάσει πίσω από τις λέξεις το κρυφό μήνυμα του συμπατριώτη του πρώην γιατρού και μετέπειτα ζωγράφου, αφού εκείνος ήτανε ο παραλήπτης. Τίποτα όμως δεν μου είπε από τούτα. Από τη μεριά μου πάλι δεν κατάλαβα, απονήρευτη όπως στάθηκα μπροστά του, τι έκρυβαν τα πολλά χαμόγελά του. Έτσι κι αλλιώς θα τον κολάκευε η προοπτική ότι, βαδίζοντας κατά τη μεριά της Ρώμης, μια Ελένη, μια γνήσια Ελληνίδα θα είχε αφοσιωθεί στη σκέψη του, μολονότι κωμική μέσα στα ανδρίκεια ρούχα.

Αλλά μήπως και ξέρω πόση είναι η αλήθεια, που κάθε φορά φουσκώνει το προζύμι των παραμυθιών;  (αποσπάσματα από το Η κεφάλαιο του μυθιστορήματος Ελένη ή ο Κανένας της Ρέας Γαλανάκη)
Έφυγε για την άκρη της κουτσαίνοντας η Λασκαρίνα. Ποτές μου δεν κατάλαβα αν κουτσαίνει από γεννησιμιού της ή αν κάποιο παλιό τραύμα την ταλανίζει ως τώρα. Λίγο μικρότερη από μένα, μα νυστάζει γρήγορα. Ίσως να τη ναρκώνει τέτοιες νύχτες η μανία των κυμάτων, ίσως δεν έχει τι να συζητήσει με τους επισκέπτες μου. Σάμπως τους βλέπει, για να θέλει και συζήτηση;

Παρακαλώ σας όμως, μείνετε ακόμη λίγο, εσείς οι δύο Γιάννηδες. Ο καπετάνιος κύρης μου, κι ο Ιωάννης, ο αγαπημένος γιος. Ο πιο συλλοϊσμένος καπετάνιος και ναυμάχος, ο νιούτσικος κι ανήσυχος ζωγράφος. Πώς με τα χρόνια μοιάζετε ολόιδιοι, αφού ναι μεν είστε δύο, μα ένας ο κόσμος της θαλάσσης που εξακολουθεί να σας τυλίγει πότε στο πιο λαμπρό, πότε στο ζοφερό γαλάζιο. Ανάμεσά σας στέκομαι ένα γεφύρι εγώ. Από κόρη μάνα. Κι όταν φυσά πολύ, όπως απόψε, νιώθω πως το γεφύρι μου είναι στοιχειωμένο. Κι ας είναι ένα γεφύρι του αλμυρού νερού.
Πώς ξάφνου μίκρυνες έτσι, Ιωάννη, και μου έγινες δέκα χρονών αγόρι; Φοβάσαι ακόμη τούτον εδώ τον άγριο άνεμο; Σκέψου ότι, σαν μεγαλώσεις, θα τον βάλεις πίσω από τις ωραίες σου ζωγραφιές να φυσά και να φουσκώνει κύματα βουνά, να μαστιγώνει άλογα συννέφων. Μπλάβη η φουρτούνα κάτω, κι από πάνω καθρέφτης ο ουράνιος θυμός. Άσπρο κουρέλι ένα πανί, το καραβάκι επιστρέφει στο λιμάνι. Ο παππούς σου, ο Γιάννης Μπούμπουρας στέκεται στο τιμόνι. Το καραβάκι θα σωθεί. Μα ποτέ δεν θέλησε ο καπετάνιος να εικονιστεί η μορφή του σε καράβι, αφού δια βίου κράτησε το δέος ενός αγράμματου ανθρώπου μπροστά στη σπουδαγμένη τέχνη της ζωγραφικής. Μάνα κι αγαπημένος γιος, ωστόσο, γνωρίζουμε τα πνεύματα που ενοικούν στους πίνακές μας. Αόρατος ο Γιάννης Μπούκουρας σώζει τα ζωγραφιστά σου πλοία από τη συντριβή. Και κάπου-κάπου, όταν στρώνει ο καιρός, ο Γιάννης Μπούκουρας βγαίνει από τα πλοία κι έρχεται δίπλα στο χεράκι σου, Ιωάννη, που συνέχεια ζωγραφίζει. Τότε ο παππούς σου εξηγεί και σ’ ερμηνεύει πώς έπεφτε άλλοτε το φως πάνω σ’ αυτή τη θάλασσα, πώς να ζωγραφίσεις τις ναυμαχίες όπου έλαβε κι εκείνος μέρος, πώς ήτανε του Γιβραλτάρ οι βράχοι κλείνοντας τη μια θάλασσα κι ανοίγοντας την άλλη, πώς έσμιγε ομορφιά και θάνατος σε κάθε γάμο της θαλάσσης με τους ναύτες της. Σου λέει ακόμη πως της θάλασσας το σώμα έχει το δικό του μετρημένο χρόνο και την αμέτρητη δική του αθανασία. Πνίγει τον αγαπητικό, ναύτη ή ζωγράφο, που δεν το εννοεί. Αυτά τα δυο ανέκαθεν της θάλασσας, αθανασία και μετρημένος χρόνος, έπρεπε να μπουν στις ζωγραφιές σου, όχι μονάχα όπως τα έζησε εκείνος, μα και όπως τα είχε παραλάβει από τους γεροντότερους. Αλλιώς οι ζωγραφιές σου δεν θα γίνονταν καλές.
Παιδιά ακούσαμε τα ίδια παραμύθια από τον καπετάνιο, γιε μου, παρόλο που κυλίσανε δεκαετίες από όταν τα ’λεγε σε μένα και μετά σε σένα. Τούτο δεν στάθηκε αρκετό να διώξει το κακό από το διάβα και των δυο μας. Άραγες να φταίει που εγώ ποτές μου δεν υπήρξα παλικάρι αληθινό; Αλλά και μήπως ξέρω πόση είναι η αλήθεια, που κάθε φορά φουσκώνει το προζύμι των παραμυθιών; Πάντως θυμάμαι, απορροφημένη κάποτε από την εικόνα σου καθώς στεκόσουν και ζωγράφιζες θάλασσες και πλοία –τότε, όμως, θα ήσουν μεγάλος πια και θα είχες επιστρέψει σ’ αυτό το μικρό νησί από τις σπουδές σου στην Καλλιτεχνική Ακαδημία της Κοπεγχάγης – σκέφτηκα μήπως ο γιος μου, εσύ, ήσουνα το ακέραιο σύμπαν της λειψής εκείνης μίμησης, που είχα αποτολμήσει όντας νεαρή. Σε ζήλεψα. Και δεν το λέω μόνον επειδή εγώ, όποια και να φορούσα ρούχα, ίσως ποτέ δεν είχα το ταλέντο και την ομορφιά σου, όσο γιατί άθελά σου, με την πληρότητα που απέπνεες, μου έδειξες ένα δύσκολο κομμάτι της ζωής μου μισό, ιερόσυλο, αν όχι και γελοίο. Την ίδια ώρα όμως σε καμάρωνα, σαν από μόνη μου να σ’ είχα γεννήσει, αφού είχα ζήσει και ως γυναίκα και ως άνδρας. Αντιστεκόμουν, φαίνεται, με αυτό το σόφισμα στην ιδέα του ανέμου που με τυραννούσε.

Μα και τι γνώριζαν οι παιδικές σου ζωγραφιές απ’ του Σαβέριο τον άνεμο; Τίποτε. Αφού ούτε κι εσύ, ο γιος του δεν τον γνώριζες, δεν τον θυμόσουν καν. Κι ίσως γι’ αυτό φοβόσουν ως παιδί πολύ τους άγριους ανέμους.
Ο φόβος του παιδιού είναι κλειδί για παραμύθι. Εκείνο που σου άρεσε θα ξαναπώ απόψε, για να σε παρηγορήσω. Για μια κοπέλα –Ελληνίδα ήταν- όπου ντύθηκε σαν παλικάρι για να περιπλανηθεί στον κίνδυνο και να γνωρίσει την αλήθεια. Το πρώτο αληθινό ήταν που έμαθε καλά μια τέχνη. Το δεύτερο ήταν που αγάπησε έναν άνδρα, έναν ζωγράφο, αλλά δεν κάτεχε ούτε πώς να του το πει ούτε πώς να τον κάνει να την αγαπήσει. Φρόντισε λοιπόν και γίναν φίλοι, αυτή πάντοτε ντυμένη σαν παλικαράκι. Μαζί τριγύρναγαν σε λόφους στρογγυλούς με ελιές και κυπαρίσσια στην Τοσκάνη, μαζί μπαίναν στις εκκλησιές της Ιταλίας για να προσκυνήσουν και να σχεδιάσουν τους αγίους, μαζί ζωγράφιζαν τα ίδια γυμνά μοντέλα στο εργαστήριο του ζωγράφου, μαζί ξεκίναγαν από νωρίς τις συζητήσεις με άλλους καλλιτέχνες σε ωραία καφενεία για να τις τελειώσουν κάτω απ’ το φεγγάρι στα παλιά γεφύρια του Άρνου, μαζί διαβάζανε μυθιστορήματα και στίχους και καθημερινές εφημερίδες. Ώσπου μια μέρα έγινε γιορτή μεγάλη. Πήγανε στη γιορτή οι δυο τους, πήγανε και πολλοί άλλοι για την αγάπη Ελλάδας κι Ιταλίας, γιατί είχανε κοινά σημεία οι δυο χώρες τότε. Φάγανε, ήπιανε κι ήρθε η ώρα για να τραγουδήσουν. Μια άγνωστη κοπέλα σηκώθηκε και είπε ένα ελληνικό τραγούδι. Τότε η Ελληνίδα, η ντυμένη παλικάρι, έχασε τα λογικά της, γιατί αυτό ακριβώς ήταν το αγαπημένο της τραγούδι, και για χρόνια δεν το είχε ακούσει. Έλεγε εκείνο το τραγούδι «Σαν τη σπίθα κρυμμένη στη στάχτη, εκρυβόταν για μας λευτεριά. Ήρθε η μέρα, πετιέται, ανάφτει, εξανοίχτη σε κάθε μεριά». Ο κόσμος γύρισε τ’ επάνω κάτω, καθώς η Ελληνίδα η ντυμένη παλικάρι, σπάραζε για τη μακρινή πατρίδα της. Και για όσα, βάζοντας τα αντρίκεια ρούχα, είχε από την καρδιά της ξεριζώσει., για να πετύχει το σκοπό της, να βρει την αλήθεια. Όρμησε, αγκάλιασε και φίλησε την άγνωστη κοπέλα, που είχε τραγουδήσει το αγαπημένο της τραγούδι.

Κόντεψε τότε να γενεί καβγάς. Πώς ένας ξένος άντρας τόλμησε, λέγανε στην παρέα της άλλης κοπέλας, πώς έλαβε δικαίωμα να φιλήσει την άγνωστή του κόρη; Χρηστήκανε στα δυο τα έθνη και οι φίλοι, δώθε Ρωμιοί, κείθε Ιταλιάνοι. Και η Ελληνίδα, η ντυμένη παλικάρι, κατάλαβε πως τώρα είχε φτάσει πια η ώρα της τρίτης αλήθειας, εκείνης που στα παραμύθια είναι πάντα η αποφασιστική. Αυτή ορίζει πλέον, είτε χτίζοντας το βίο είτε ρίχνοντάς τον. Καμιά φορά ορίζει να συμπορεύονται σ’ άγνωστο δρόμο και τα δυο μαζί, γιατί –μπορεί να είσαι μικρός, μάθε το όμως από τώρα Ιωάννη – τίποτα στη ζωή δεν είναι πάντα μόνο ένα. Ως και σ’ αυτό το κεφάλι που χαϊδεύω, το χέρι μου αγγίζει του Σαβέριο το χέρι, κι ας μην τον έχω ξαναδεί για τόσα χρόνια.

Η τρίτη, η αποφασιστική αλήθεια ήταν του ανέμου. Η Ελληνίδα, η ντυμένη παλικάρι, ανέβηκε σε μια καρέκλα –στην αρχή φοβήθηκε, πρέπει να σου πω – και ζήτησε να γίνει ησυχία. Σοβαρή, συγκινημένη είπε δυνατά για να την ακούσουν όλοι οι άνθρωποι της γης, ω και οι κάτω από τη γη ακόμη, ότι ο άνδρας που έβλεπαν μπροστά τους, που μερικοί τον γνώριζαν από καιρό, δεν ήταν άνδρας μα γυναίκα. Ότι βρέθηκε αναγκασμένη να ντυθεί με τέτοια ρούχα για να μπορεί να τριγυρίσει και να αναζητήσει την αλήθεια. Είχε πιστέψει σ’ άλλα παραμύθια, που έλεγαν πως όταν ένα παλικάρι βγει σ’ αυτό το φιλοκίνδυνο ταξίδι, στο τέλος βρίσκει την αλήθεια: παντρεύεται με την καλή του, γίνεται βασιλιάς, κάνει παιδιά και ζει ευτυχισμένο. Ήτανε όμως απαγορευμένο στις γυναίκες να βγουν σ’ αυτή την περιπλάνηση. Ποιος ξέρει αν, με το αλλιώτικο μυαλό τους, δεν ανακάλυπταν στο τέλος πως η ποθητή αλήθεια δεν έχει μόνο μία όψη μα πολλές; Μαγεία, αμαρτία, τρέλα, ανατροπή αντί του γάμου, της εξουσίας, της συνέχειας, της ευτυχίας – ιδού το αποτέλεσμα, που θα μπορούσε να ’χει η περιπλάνηση γυναίκας. Η Ελληνίδα όμως εκείνη, σαν Αρβανίτισσα ήταν πεισματάρα, είχε τον τρόπο και πολλά πνευματικά εφόδια, ντύθηκε άνδρας και ξεκίνησε να μάθει. Είπε τελειώνοντας την αποκάλυψή της ότι ακόμη μάθαινε, αφού το ταξίδι της δεν είχε ακόμη τελειώσει. Μπορεί να τέλειωνε σε τούτο το σημείο. Και τώρα, που όλοι γνώριζαν, μπορούσαν να την τιμωρήσουν ή να την αγαπήσουν.
Ελένη ήταν το όνομά της.

Αμέσως την αγάπησε ο ζωγράφος, που κι εκείνη αγαπούσε. Η αγάπη του στάθηκε μαζί και τιμωρία, όπως είναι καμιά φορά η αγάπη των ανδρών. Αυτό δεν εφαινόταν από την αρχή, όταν ο άνεμός του την εσήκωσε σε δυνατή και τρυφερή αγκάλη, και την ταξίδεψε για λίγο στους εφτά ουρανούς. Εκεί γεννήθηκαν και οι δυο μου άγγελοι – εσύ, Ιωάννη, που αποκοιμήθηκες πάνω στο παραμύθι και η αδελφή σου η Σοφία. Κι έπειτα ο τρίτος, ο Αλέξανδρος, που κάπου σε μια ξένη γη θα ζει ακόμη. Αν ζει, γιατί έχει χρόνια να μου στείλει γράμμα.

Χτύπησε πάλι πάνω το παντζούρι – ίσως λάβω γράμμα. Είναι αργά. Πάρε, πατέρα, εσύ στην αγκαλιά σου τον κοιμισμένο Ιωάννη, για να τοβ βάλεις να πλαγιάσει. Έτσι έκανες κάθε βράδυ και στο σπίτι μας στην Πλάκα, όταν μεγάλωναν εκεί ο Ιωάννης και η Σοφία. Σε βλέπω, εσύ θέλεις να πιστεύεις πιο πολύ και από μικρό παιδί στα παραμύθια μου. Τα διηγιέμαι και για σένα, για να γαλουχήσω τα γεράματά σου. Μα και για μένα. Ας επιτρέπουμε σε τέτοια παραμύθια να μας παρηγορούνε και να μας διαπλάθουν.
Αύριο, μην ξεχάσεις, στερέωσε, αν μπορείς, εκείνο το παντζούρι. Ρήμαξε αυτό το σπίτι, που έχτισες σαν αποθήκη κι όπου χρόνια και χρόνια ζω κλεισμένη. Η Λασκαρίνα δεν τα καταφέρνει πια.
Αύριο, μόλις ξημερώσει ένα άλλο χθες.

Άνεμε που από τα ψες φυσάς κι ανατριχιάζω στο άγγιγμα σου, τόσα χρόνια έμαθα πια να ορμηνεύω τις πνοές σου, έμαθα να μιλώ στα πνεύματά σου 


Η ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ ΕΞΗΓΕΙ ΠΩΣ «ΣΥΝΑΝΤΗΘΗΚΕ» ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΜΠΟΥΚΟΥΡΑ-ΑΛΤΑΜΟΥΡΑ
Η ίδια η συγγραφέας, Ρέα Γαλανάκη, μιλώντας για το έργο της σε ένα τμήμα μαθητών της Γ΄ τάξης στο Πειραματικό Γυμνάσιο Ηρακλείου, στις 30 Μαρτίου 2009, εξήγησε πώς συναντήθηκε με την Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα. 

ΕΡΩΤΗΣΗ:  Ειδικά για το μυθιστόρημα ΕΛΕΝΗ... υπάρχουν κοινά σημεία της ζωής, αλλά και της πνευματικής πορείας της πρωταγωνίστριας του μυθιστορήματος, της Ελένης Μπούκουρα με σας τη συγγραφέα του; Συγκεκριμένα έχετε κάνει τη δική σας επανάσταση στα νεανικά σας χρόνια;
Ρέα Γαλανάκη: Αν δεν υπάρχει κάτι μέσα μας που να κάνει ένα κλικ δεν μας ενδιαφέρει. Στη ζωή αυτής της γυναίκας είδα κάποια στοιχεία. Δεν ήταν η εποχή της ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη. Η γυναίκα που θέλει να κάνει τέχνη και τότε και τώρα έχει να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες. Η Ελένη αποτελεί ένα συγκινητικό παράδειγμα. Ήθελε να σπουδάσει και στα μέσα του 19ου αιώνα δεν επιτρεπόταν στις γυναίκες να σπουδάζουν στην Ελλάδα. Το πάθος της για ζωγραφική, το τι μηχανεύτηκε για να μπορέσει να σπουδάσει ήταν μια εντυπωσιακή υπόθεση. 

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ο τίτλος λοιπόν από μόνος του παραπέμπει και στη χρήση μυθοπλαστικών στοιχείων; Θα θέλαμε να μας εξηγήσετε κατά πόσον κάνατε χρήση πέραν των καθ’ αυτό ιστορικών μαρτυριών για τη ζωή της ζωγράφου, αν αξιοποιήσατε και τα παραπάνω μοτίβα από τη μυθολογία;
Ρέα Γαλανάκη: Πολύ σωστή επισήμανση. Κάποιες πινελιές από την Οδύσσεια. Στην εφημερίδα Καθημερινή, ένα άρθρο με τίτλο «Η δική μου Ελένη» αναφέρω ότι ο Δούρειος Ίππος ήταν ένα τέχνασμα· η Ελένη μπήκε στα ανδρικά ρούχα όπως οι Έλληνες στο Δούρειο Ίππο για να εκπορθήσουν την Τροία. Η Ελένη παύει να είναι η Ελένη Μπούκουρα. Είναι το φοβερό ΚΑΝΕΝΑΣ. Είναι η Οδύσσεια μιας γυναίκας (πολύ χονδροειδώς βέβαια).

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ανταποκρίνεται και στη σύγχρονη πραγματικότητα για τη θέση της γυναίκας, ο συμβολισμός του τίτλου που επιλέξατε: ΕΛΕΝΗ ή ο ΚΑΝΕΝΑΣ; Λειτουργεί η Ελένη Μπούκουρα ως σύμβολο και για τις γυναίκες που αγωνίζονται προκειμένου να κατακτήσουν «την ισοζυγία δυνάμεων» σε όλους τους τομείς της οικογενειακής και επαγγελματικής της ζωής (σταδιοδρομία);
Ρέα ΓαλανάκηΤα πράγματα για τις γυναίκες είναι πολύ καλύτερα σήμερα. Η Μπούκουρα αποτελεί ένα συγκινητικό παράδειγμα ανθρώπου που μπόρεσε να καταφέρει αυτό που ήθελε αν και του ανατράπηκε η ζωή αργότερα. Να έχει τη στιγμή που πρέπει τη δυνατότητα να κάνει αυτό που θέλει να πετύχει τον στόχο της. Ακόμη επικρατούσε ο απόηχος της ελληνικής επανάστασης. Ένα από τα μηνύματα του Διαφωτισμού ήταν η ισότιμη σχέση της γυναίκας και του άνδρα. Ο πατέρας της είχε υπόψη του ό,τι έλεγε ο Ρήγας Φεραίος. Τη βοήθησε ο πατέρας της. Τα στερεότυπα είναι λίγο πιο ελαστικά εκείνη την εποχή.

Έτσι ταράχθηκα από μιαν άγνωστη γυναίκα, που κατέφθασε μια μέρα από τη Αθήνα στο νησί ζητώντας να συναντήσει τη ζωγράφο Ελένη Αλταμούρα… Αναρωτιόμουν ποιαν από όλες τις Ελένες που υπήρξα εννοούσε ακριβώς, και τι άραγε θα της ζητούσε… Εγώ της απάντησα μόνο σε ό,τι αφορούσε τη ζωγράφο Ελένη, εκείνη που επέμενε πως ήρθε για να συναντήσει, λες και επρόκειτο για κάτι τόσο απλό… Ναι, ήταν αλήθεια ότι ντύθηκα άνδρας για να αποκτήσω ένα πτυχίο, μα και για να μελετήσω με γυμνό μοντέλο. Υπήρξε άλλωστε μια φωτογραφία μου ως μιας Ελένης άντρα και ζωγράφου. Δεν είχα άλλο τρόπο να παραβιάσω το απαγορευμένο. Παλιότερα καμάρωνα πιο πολύ γι’ αυτό. Ακόμη, ότι κρατούσα φυλαχτό κάτω απ’ τα ανδρικά μου ρούχα του πατέρα μου τα λόγια, ωσότου τα απορρόφησε το δέρμα μου και πια δεν ήξερα αν ήταν ευχή ή κατάρα το να μην ξεχνώ πως είμαι Ελληνίδα. Ήμουν η πρώτη γυναίκα στο νεαρό ελληνικό κράτος που είχε σπουδάσει και μετά ασκήσει τη ζωγραφική… (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου ΕΛΕΝΗ ή Ο ΚΑΝΕΝΑΣ, Εκδόσεις Άγρα)


Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΤΟΥ 2017:

Η φετινή ποιητική παραγωγή εφόσον συµπεριλαµβάνει τα «Ποιήµατα 1943-2008» του Γιώργη Παυλόπουλου (Κίχλη), την «Ψυχοστασία, Ποιήµατα 1949-2006» του Βύρωνα Λεοντάρη (Υψιλον) και τα «Ποιήµατα Α’, 1943-1959» του Τίτου Πατρίκιου (Κίχλη) −για να µην αναφερθούµε εξ αρχής και στους νεότερους ποιητές µας− δεν θα µπορούσε παρά να ιδωθεί, σε µια πρώτη ανάγνωση τουλάχιστον, ως µια ποίηση που ενώ από τη µία λειτουργεί ως ένας «αδύναµος µεσσιανικός δείκτης», από την άλλη παραµένει ποιητικά προσπελάσιµη από την κατά Μπένγιαµιν Linke Melancholie («Αριστερή Μελαγχολία»). Και εξηγούµε: εφόσον η όποια «προοδευτικότητα» των εγχώριων ποιητών «αστών» µας, δεν µπόρεσε και δεν µπορεί να ριζώσει στην «κυνικότητα» και την επακόλουθή της «νηφαλιότητα», τα κατά τον Λεοντάρη «µυγοχέσµατα», δηλ. τα µαύρα στοιχεία της γραφής, εκρήγνυνται και σχηµατίζουν «εποικοδοµήµατα» τα οποία αν δεν βγάζουν απευθείας στον ουρανό, φέρνουν τουλάχιστον τον ουρανό εδώ και µας αποκαλύπτουν ως µέρος του. Καθιστώντας εξακολουθητικά το εγχώριο ποιητικό µας κατόρθωµα µοναδικό, τόσο στη φορά όσο και στη δυναµική του. Ας δούµε όµως τα βιβλία αναλυτικότερα: Πρόσωπα και διαδροµές από τη γενιά του ’70 και του ’80, Νεότερες και νεότατες ποιητικές φωνές και Επιλεγμένες ανθολογίες (παρουσίαση σχολιασμός από τον Πέτρου Γκολίτση στην εβδομαδιαία στήλη του στην  Εφημερίδα των Συντακτών)



Πρόσωπα και διαδροµές από τη γενιά του ’70 και του ’80
Στην ποίηση του Παυλόπουλου µετέχουµε στην εκφορά ενός «µεσόφωνου», που κυριαρχεί µε τη «γεροντική» θυµοσοφία του στην από µέσα οριοθετηµένη του περιοχή. Συγκεκριµένα, ο συγκρατηµένος ελεγειακός του τόνος, ως ένας επιτάφιος των αφανών, µας φέρνει εξακολουθητικά τον απόηχο µιας συγκεκριµένης εποχής, όπως αυτή ποιητικά συνοψίζεται στις αυτοφυείς λυρικές του ενότητες.

Ο Λεοντάρης, εισηγητής του όρου «ποίηση της ήττας» και µια εκ των κορυφών της δεύτερης µεταπολεµικής γενιάς, κοµίζει µια ποίηση που προσδίδει στα πράγµατα το δικό του βάθος και τη δική του προοπτική. Ο ποιητής αδυνατώντας ισόβια να συντονιστεί, ενεργοποιεί ένα δικό του εφιαλτικό αδιέξοδο, το οποίο όχι µόνο συνηχεί µε την αποτυχία µιας εποχής, αλλά και φέρνει την «αναρχική του απόγνωση», η οποία συναντά τον παλµό και της τρέχουσας περιόδου.

Στον πρώτο τόµο του Πατρίκιου συµµετέχουµε σε µια ποίηση ελαττωµένου όγκου, όπου στους εσκεµµένα χαµηλούς της τόνους, αυτούς δηλαδή της εξορίας, η άµεση, ζωντανή και διαπεραστικά παρηγορητική δροσερή φωνή του καθορίζει ένα δικό του αναγνωρίσιµο ποιητικό χώρο.
Με µια ποίηση περιοδικών αναλαµπών, µε την αµεσότητα του µπιτ και µε τη δική της «βραχνάδα» η Νατάσα Χατζιδάκι µας αποχαιρετά µε το «Via Dolorosa» (εκδ. Τυπωθήτω).

Ο Κυριάκος Χαραλαµπίδης στο «Ηλίου και Σελήνης άλως» (Ικαρος) µε εµπροσθοβαρή ποιήµατα συνυφαίνει το ευαίσθητο της µατιάς και της «ψυχής» του µε τα ίδια τα ποιήµατα, τα οποία στην πλέξη τους φτάνουν ως εµάς αξεδιάλυτα.

Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου στο «Εκτακτο δελτίο καιρού» (εκδ. Μελάνι) ενώ ξεκινά σε πρώτο επίπεδο µε «γλωσσοκεντρικά», «γλωσσογενή» και «παιχνιδίζοντα» ποιήµατα, στην πραγµατικότητα συνοψίζει σε ένα στοχαστικό και αισθητικό απόλογο, τα όσα βίωσε, σκέφθηκε και αισθάνθηκε, ο τόσο αισθαντικός αυτός νους και ποιητής.

Ο Ντίνος Σιώτης στο «Ωροσκόπιο νεκρών» (εκδ. Καστανιώτη) σε αυτή την ιδιότυπη «νέκυια», µε την «πρωτότυπη» και «µυστηριώδη» ποίησή του, συνδυάζει «την ταραγµένη πραγµατικότητα» µε το απροσδόκητο των λεκτικών συνδυασµών αυτό-υπονοµεύοντας και σαρκάζοντας το ποιητικό ανάπτυγµά του και τον φορέα του.

Η Δήµητρα Χριστοδούλου µε τον «Παράκτιο οικισµό» (εκδ. Μελάνι) της µεταξύ «εσωτερικής µοναξιάς» και φαντασµάτων σκηνοθετεί τα ποιήµατά της, µετεωριζόµενη µεταξύ ευαισθησίας και σκληρότητας.

Ο Γιώργος Βέλτσος στο «Β’, 2006-2016» (εκδ. Περισπωµένη) µε ποιήµατα σε πρώτη ανάγνωση ποιητικής, µας ανοίγει στο εργαστήρι του ποιητή και του ανθρώπου, αποκαλύπτοντας τελικά τη θανατοβιογραφία του.

Ενώ ο Γιάννης Τζανετάκης στη «Θαµπή πατίνα» (εκδ. Πόλις) µε δοµική µονάδα την αναπνοή, κινεί τα ποιήµατά του εποπτικά και νοητικά, προσθέτοντας ψηφίδες στην ποιητική ιδιοπροσωπεία και πορεία του.
Μετά την Τριλογία (τα ποιητικά βιβλία δηλαδή: «Χαµένο Κορµί», «Συσσίτιο» και «Ροή Ρακής» και το ποίηµα «Ραψάνη», τα magna opera του, ο Σωτήρης Παστάκας στο «Αλτσχάιµερ αρχόµενο» (εκδ. Μελάνι) µεταστοιχειώνει εξακολουθητικά την αυτοβιογραφία του σε τέχνη, παρακολουθώντας ως τρίτος τη µερικώς κατευθυνόµενη ροή της.

Ενώ ο Γιώργος Μπλάνας στο «Τερατούργηµά» του (εκδ. Γαβριηλίδης) µέσω επώνυµων περσόνων και µε τη στοχαστική του ποίηση καταθέτει το φιλοσοφικό και ιστορικό καταστάλαγµά του.

Νεότερες και νεότατες ποιητικές φωνές
Περνώντας στους ποιητές της νεότερης γενιάς, ο πρόσφατα βραβευθείς από την Ακαδηµία Αθηνών Βασίλης Αµανατίδης στο «Εσύ: τα στοιχεία» (Νεφέλη) και ο Γιάννης Στίγκας στο «Εξυπερύ σηµαίνει χάνοµαι» (Μικρή Αρκτος) µε έργα αναστοχαστικά και µε κριτική διάθεση απέναντι στην εποχή και στους προγενέστερους, «συν-λειτουργούν» προσθέτοντας ο καθένας το διακριτό ποιητικό του κατόρθωµα, κοµίζοντας µια πανοραµική εικόνα του παρόντος.

Ο Αµανατίδης µε µια ποίηση δραµατικής και διανοητικής προθέσεως και κατευθύνσεως, ως ποιητής performer, εντός της επιτελεστικότητας της ποίησής του, σκηνοθετεί τον εαυτό του και µετατρέπει σταδιακά τον αρχικό µονόλογό του σε διάλογο.

Ενώ ο Στίγκας µάς ανοίγει σε µια ποίηση όπου αποκαλύπτει τον φορέα της ως «τρυφερό» µες στον θυµό, τη µελαγχολία και τον σαρκασµό του, εναλλάσσοντας τον φιλικό τόνο µε µια κάποιου τύπου ηρωική ή ηµι-ηρωική έξαρση. Με µια προφορικότητα που προσθέτει δίνοντας νεύρο, ξεσπά µε µια ποίηση που ξαφνιάζει. Με τον δροσερό, κριτικό και κοφτό της λόγο.

Ο τιµηµένος πρόσφατα µε Κρατικό Βραβείο Ποίησης, Δηµήτρης Αγγελής, στο «Σχεδόν βιβλικά» (Πόλις) προχωρά µε περίτεχνα ποιήµατα που δηµιουργούν ένα δικό του ποιητικό σύµπαν. Μεταξύ ονείρου και εφιάλτη, µνήµης και φαντασίας ο Αγγελής ξαφνιάζει πιέζοντας την ποιητική του ύλη και σχηµατίζοντας ποιητικούς χώρους τους οποίους και επισκεπτόµαστε ολόσωµοι.

Η Γεωργία Τριανταφυλλίδου στο «Δανεικά αγύριστα» (Κίχλη) µε παιγνιώδη, παραµυθητική γλώσσα, αναδεικνύει την εκστατικότητα των καθηµερινών πραγµάτων σε καιρούς θρυµµατισµένους και ανάστατους, ενώ η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη στο «Η επιστροφή των νεκρών» (Πόλις) περιφέρεται ως ποιητής-µάρτυρας στα ερείπια µιας περιοχής και µιας περιόδου όπου αρνούνται να αποκαλυφθούν ως τέτοια.

Η Αννα Γρίβα στο «Σκοτεινή κλωστή δεµένη» (Γαβριηλίδης) ανοίγεται σε µια µυθο-ποιητική και αποσύροντας το «προσωπείο» της αναµετριέται µε τον αρχαίο µύθο. Κοµίζοντας «αποδείξεις» πως αν όντως από την τρέχουσα, κατά τον Βασίλη Λαµπρόπουλο, «γενιά της αριστερής µελαγχολίας» όφειλε κάποιος να αναµετρηθεί µε τον αρχαίο µύθο, ο «κλήρος» πέφτει σωστά πρώτος στη Γρίβα.

Η Μαρία Κουλούρη στα «Καθηµερινά κρεβάτια» της (Μελάνι) προλαβαίνει να αρθρώσει µια ποίηση αγαπητική, πληθωρικού και άµεσου προσωπικού χαρακτήρα. Αισθήσεις, µνήµες και συµβάντα µεταποιηµένα σε τέχνη που καλούν προς κατάργηση των συνόρων του σώµατος.

Η Ειρήνη Καραγιαννίδου στο «Παραθαλάσσιο οικόπεδο» (Πανοπτικόν), κρυπτική και µετωπική, αµφισβητεί τα πράγµατα και τα γεγονότα ώστε να τα διαβρώσει. Η ποιήτρια αναζητά τους νεκρούς σκάβοντας τη θάλασσα µε τα χέρια της ως ένα «αγρίµι από κρύσταλλο.

Ο Χάρης Ψαρράς στο «Gloria in Excelsis» (Κέδρος) τεχνασµατο-κεντρικός και µε φιλοσοφική διάθεση συγκροτεί και συγκρατεί τα ποιήµατά του µε οµοιοκαταληξίες.

Η Δήµητρα Κωτούλα στην «Επίµονη αφήγησή» της (Πατάκης) µας κοµίζει µια ποίηση άκρας ευαισθησίας που άλλοτε κεντροµόλα και άλλοτε φυγόκεντρα επιµένει γύρω από τα ίδια θέµατα και µοτίβα.

Η Αντζελα Γεωργοτά στο «Ανεπίδοτο της συντριβής» (Κουκκίδα) µε ποιήµατα πλασµένα µε τα δάχτυλα ή και µε το σώµα, αναµετριέται µε την ερωτική ποίηση και βγαίνει αλώβητη σε αντίθεση µε τον τίτλο της συλλογής.

Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου επανεκδίδει την πρώτη του ποιητική κατάθεση το «Εκαστος εφ’ ω ετάφη» (Θράκα). Μετά από δέκα χρόνια, το ώς τώρα δυσεύρετο αυτό βιβλίο επιτρέπει στον αναγνώστη να εισαχθεί στο ιδιοπρόσωπο ποιητικό σύµπαν του νέου αυτού δραστήριου και διεισδυτικά οπτικού και ωτακουστή ποιητή.

Η Μυρσίνη Γκανά στην πρώτη της εµφάνιση, «Τα πέρα µέρη» (Μελάνι), µας παραδίδει µια µικρή Οδύσσεια, όπου το κορίτσι επιστρέφει στη γυναίκα που εξ αρχής ήταν, σε µια διαρκή απόπειρα να φορέσει το δικό της δέρµα, µέσω του συντρόφου-άλλου.

Επιλεγµένες ανθολογίες
Πριν κλείσουµε αξίζει να αναφερθούµε και σε ορισµένες ανθολογίες και µελέτες και συγκεκριµένα: «Στα Μέτρα λιτότητας» (Αγρα) της Κάρεν Βαν Ντάικ, στη «Δεύτερη Μεταπολεµική Ποιητική Γενιά (1950-2012)» (εισαγωγή: Γιώργου Αράγη, Gutenberg) του Ανέστη Ευαγγέλου, στο «Χερουβείµ αρουραίος: Ο ποιητής Νίκος Καρούζος (1926-1990)» (σε ανθολόγηση του Γιάννη Πατίλη, Γαβριηλίδης), όπως στα «Ποιήµατα και πεζά. Κ. Γ. Καρυωτάκης» (σε επιµέλεια του Δ. Δηµηρούλη, Gutenberg) και τέλος στα Τα ποιήµατα. Μαρία Πολυδούρη» (σε επιµέλεια Χριστίνας Ντουνιά, Βιβλιοπωλείον της Εστίας).

[Πέτρος Γκολίτσης Επιμέλεια: Μισέλ Φάις στο ένθετο φύλλο της Εφημερίδα των Συντακτών: Ανοιχτό Βιβλίο 29/12/2017]

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ ΔΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΙ ΑΣ ΛΑΜΠΕΙ Η ΣΕΛΗΝΗ ΣΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ. ΑΙΜΑ ΟΡΕΓΕΤΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ…

Μ’ αυτό τον εντυπωσιακό τρόπο αρχίζει ένα ποίημα της Ειρήνης Ιωαννίδου, αδημοσίευτο ακόμα. Μένει άφωνος ο αναγνώστης όντας ξαφνικά μάρτυρας μιας σκηνής  που φωτίζεται από τη λάμψη ενός μαχαιριού με απροσδιόριστες διαθέσεις και την υποφαινόμενη όρεξη του χρόνου για αίμα. Αδημονεί για τη συνέχεια και η ποιήτρια δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα: «Με μάτι ανέστιο κοιτάς, με πίστη σπέρνεις τα οπωρικά. «Ξεπλένονται με τη βροχή κι ασπρίζουν τα οστά στον κήπο. Μοιάζει με ακροκέραμο ο φόβος – ριζώνει μες το στόμα όταν για ξόρκι τον προφέρεις. Κεράκια αναμμένα ο ουρανός, ίσα που προλαβαίνεις την ανάσταση. Μια γάτα ουρλιάζει πριν το χάραμα, ξυπνάς με σάρκα ιδρωμένη. Έξω ακούγονται φωνές κόσμος πολύς, χρώματα μυρωδιές. Η Ανδρομάχη, ένα κορίτσι ολοστρόγγυλο, αγκομαχά στο φως και σέρνει ένα καλάθι με ροδάκια. Πιο εκεί μία Ελένη δοκιμάζει τα κεράσια, κόκκινα πολύ στην εποχή τους είναι. Δεν φτάνουν τα μαλλιά να γίνουν σκάλα απ΄ το μπαλκόνι σου σαν σκύβεις. Ο έρωτας στοχαστικός φέγγει στη θύρα σου, «άγνωσται αι βουλαι» του. «Αγαπάτε», λες και όχι «επιθυμείτε» τώρα πια. Στενεύει το λινό φορεματάκι σου το παιδικό, τόσες φορές που έχει πλυθεί. Σχεδόν ανέπαφος ο θώρακας, μια αμυχή μόνο στο βλέμμα. Δεν φτάνουν τα μαλλιά να γίνουν σκάλα απ’ το μπαλκόνι σου σαν σκύβεις»Βαθιά ανάσα Γιατί, πράγματι, «άγνωσται αι βουλαί» της έμπνευσης της Ειρήνης Ιωαννίδου και μη προβλέψιμη η πορεία, η σειρά, η αλληλεπίδραση των εικόνων που εναλλάσσονται με κινηματογραφικό ρυθμό. Γιατί, πράγματι, «ορέγεται αίμα» η ποιητική διάθεσή της!..  Το μείγμα στοιχείων που αξιοποιεί στη  με καταιγιστικό ρυθμό εναλλαγή εικόνων, από τη μια πρόταση στην άλλη, απαιτεί πλέον κεραίες σηκωμένες και προσοχή τεντωμένη για να παραμένεις κοινωνός στην εξέλιξη της ιστορίας. Και τότε γίνονται τα θαύματα και λάμπει ο δικός σου ιδιαίτερος αστερισμός. Πού να σταματήσω πρώτα και τι να πρωτοπώ για την πίστη «που σπέρνεις τα οπωρικά της», για τα χρώματα και τις λυρικές τις μυρωδιές, για το «καλάθι» το γεμάτο «εύγεστους χυμούς». «Μοιάζει με ακροκέραμο ο φόβος, ριζώνει μες το στόμα όταν για ξόρκι τον προφέρεις. Η νύχτα είναι λες και τον ακολουθείς…»!.. Θαυμαστικά κι ουδέν σχόλιο για την παρομοίωση του Φόβου με ακροκέραμο και την ταύτισή του με τη νύχτα. Στο πολύ γνωστό ποίημα της Κικής Δημουλά Ο Πληθυντικός Αριθμός αυτό το ουσιαστικό όνομα, ο Φόβος, έχει πληθυντικό αριθμό «για όλα από δω και πέρα» όπως ακριβώς και οι νύχτες!.. Συμφωνία θηλυκή… «Ένα καρφί πάντα να με μετράει. Μες σε αγρό ολάνθιστο, τώρα σωπαίνω. Έχει μια εντιμότητα μπρος στο γκρεμό τα μάτια να υψώνεις», γράφει σε μια πρόσφατη αποστροφή της η Ειρήνη. Παρακάτω αποδελτιώνονται κι άλλες παρόμοιες αποστροφές και ποιήματα όπως αναρτήθηκαν στο Χρονολόγιο της με κάποια απ’ τα σχόλια μου που τα συνόδευαν στην πρώτη αυτή δημόσια έκθεσή τους. Και πρώτα-πρώτα ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ με τους στίχους εγγεγραμμένους στην εικόνα της ιδέας τους:          




ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΔΕ ΛΕΝΕ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ:
Τα κορίτσια δεν λένε ποτέ την αλήθεια,
κυρίως τα όμορφα.
Φοράνε αιλάινερ,
κάνουν κοψίματα στα ζυγωματικά,
μια ηλιοφάνεια είναι θεμιτή,
ν' αστράφτουν οι κυνόδοντες όταν ορέγονται το δέρμα.
Σαρκώνονται την ηδονή γεννώντας,
και καβαλάνε άτια
σε αγρούς με κρίνα και οπιούχες παπαρούνες. Γίνονται ερωμένες όχι του ποιητή
αλλά της γοητείας τους.
Λογχίζουν το πλευρό του το πρωί
που είναι ευάλωτο το φύλο,
θρηνούν με μάτια γλαφυρά και ευανάγνωστα
και θρέφονται με την ευδαιμονία του τις νύχτες. Μετά από χρόνια, με κομμένα τα μαλλιά,
για να λυθούν τα μάγια,
πηδάνε κάτι φωτιές καλοκαιριού
-που αρπάξανε ξερόκλαδα- και κύματα
που σκάνε σε βράχο ιερό στην γη της Πάτμου.
Με το αλάτι γυμνές μέχρι την μέση,
μέδουσα και γοργόνα μαζί τις λες.
Τα όμορφα κορίτσια δεν έχουν στόμα
όταν μεγαλώσουν, μόνο φωνή και κάτι χέρια που θέλουν να κλαδέψουν αγκαλιές.

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΜΟΥ ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΙΛΙ
«Σκάβει το χώμα, γρυλίζει. Σου γλύφει την πληγή, το έχεις από κουτάβι. Χίλια άλογα στην αυλή με την νεραντζιά, ένα περιστέρι προσκυνητής των στενών οριζόντων. «Φούσκωσαν τα μπουμπούκια της», μου λες και την κοιτάζεις. Η μυγδαλιά του γείτονα.  «Μπήκε η Άνοιξη», σου απαντώ, «με πτέρνα αχίλλειο να μας βαφτίσει».  Ποτάμια είναι οι θεοί, βουνά κι ωκεανοί. Ο ουρανός ανέφελος, γαλάζιος, πριν το ψέμα. Τα μάτια μεγαλώνουν όπως η επιθυμία, τα μαλλιά σε ντύνουν. «Το βασίλειο μου για ένα φιλί, για μια θέση σε δημόσιο πάρκινγκ». Το ακρυλικό σε επιδιορθώνει στον πίνακα του καθιστικού, γίνεσαι σκόνη λεπτή, διάφανη. Όμως εσύ πρέπει να διανύσεις αυτό, ό,τι βλέπεις μέχρι τον απέναντι τοίχο. Ο δρόμος - μια συστάδα από λεύκες δίπλα σε υγρές όχθες. Κάθε ρωγμή μια προοπτική ελευθερίας.
[Η αλήθεια - ευαίσθητη στο φως, στην καμπυλότητα της μνήμης, στους γεωγραφικούς προσδιορισμούς. Τις φαντάστηκες εκείνες τις πεταλούδες.] ΕΙΡΗΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

ΣΧΟΛΙΟ: Ξαφνιάζει ευχάριστα η σκιαγράφηση του… πλημμυρισμένου με εικόνες (ετερόκλητες από πρώτη ματιά) τοπίου στο παραπάνω  αδημοσίευτο ποίημα της Ειρήνης Ιωαννίδου: το αεικίνητο σκυλί (σκάβει, γρυλίζει, γλύφει) στη μια μεριά, δίπλα ίσως η νεραντζιά της αυλής και στο βάθος της χίλια άλογα αντίστιξη στο ένα περιστέρι. Πώς να μην στενεύει ο ορίζοντας που χώρεσε όλα αυτά; Η ανθρώπινη παρουσία υπολανθάνει στην απροσδόκητη απάντηση που υπαγορεύεται από τ’ ανθισμένα μπουμπούκια μιας βιαστικής μυγδαλιάς:  «Μπήκε η Άνοιξη με την αχίλλειο πτέρνα της»!.. Απρόβλεπτη και αινιγματική η εικόνα της άνοιξης με το αδύνατό σημείο της, πρώτη λαβή για συμβολικές προσεγγίσεις: Η Άνοιξη, Θεά χρωμάτων και ήχων, με ανίκητη τη φυσική ομορφιά της, έχει κι αυτή το αδύνατο σημείο που την κάνει ευάλωτη και πεπερασμένη. Εδώ όμως υπερισχύει το στοιχείο του μύθου που της αποδίδει τη μαγική αλλά ύπουλη εκείνη ιδιότητα: βουτάει τους ανθρώπου στα Ύδατα της Στυγός, τους κάνει αθάνατους αλλά αφήνει (άθελα, σκόπιμα;) ένα τρωτό σημείο… Είτε έτσι είτε αλλιώς η επόμενη εικόνα απογειώνει το ποίημα. Ποτάμια βουνά και ωκεανοί: αυτοί είναι προφανώς οι Θεοί-Υπηρέτες της Άνοιξης. Τα μάτια μεγαλώνουν για να χωρέσει η επιθυμία όλο αυτό το μεγαλείο της που το κάνουν δικό τους γι’ αυτό και το προσφέρουν απλόχερα «για ένα φιλί» που θα σφραγίσει την πλούσια αυτή ευωχία και κάνουν σχεδόν άχρηστη τη οποιαδήποτε ρωγμή, γιατί από αδύνατο και τρωτό σημείο, γίνεται «μια προοπτική ελευθερίας». «Κάθε ρωγμή μια προοπτική ελευθερίας»: ιδανική κατακλείδα τόσο δυνατή από μόνη της που αποδυναμώνει τις λεπτομέρειες της περιγραφής που την συμπληρώνουν.  

ΟΤΑΝ Ο ΦΑΟΥΣΤ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΜΟΝΤΙΛΙΑΝΙ
Έσκαβε μήνες με τα χέρια μες στον κήπο. Τραβούσε ρίζες, έκοβε με τα δόντια, γέμιζε αίματα το στόμα απ’ τα αγκάθια. «Κόκκινο σου πρέπει» έλεγε, όταν θα βλέπεις απ’ τον βράχο την σκιά μου να σιμώνει. Την θέλω προσκεφάλι την ψυχή σου, να έχει χέρια σαν κλαδιά να μου συμπαραστέκεται στην μοναξιά και ρίζες βαθιά μέσα στο χώμα. Στο παράθυρο, τις νύχτες, να προσμένει με μια πλεξούδα έτοιμη, με ένα στήθος τρυφερό να βγαίνει καθώς σκύβει, με μια πληγή στα σωθικά ανοιχτή, για να με θρέφει. Με κεριά να στήνει λιτανεία, καθώς θα βγαίνουν οι νεκροί με τα σεντόνια -δίχως μάτια-, να λέει τι όμορφα μυρίζει και το χώμα. Τι ελευθερία, που η σάρκα δεν πονάει. Ποιόν νεκρό εσύ κλαις; Και η τρύπα αυτή στο στέρνο -που μοιάζει με τιμόνι- αδιάκοπα σε σπαταλάει και αέρηδες τραβούν κουπί. Μην το ξεχάσει το ταξίδι λένε, με ρυθμό νοσταλγικό. Υπάρχει μια θάλασσα εκεί στην άκρη του σπιτιού. [ΕΙΡΗΝΗ]

ΣΧΟΛΙΟ:  Το «κόκκινο» σου πρέπει, αν με χρώμα πρέπει να σχολιάσω τον ακατ΄βλητο ρυθμό της έμπνευσής σου… Κάθε φορά εικόνες μ’ άλλες αποχρώσεις, κάθε συνέχεια κι άλλες υποσχέσεις…

ΘΥΜΙΖΕΙ ΛΑΜΙΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Θυμίζει Λάμια το φεγγάρι - ένα σφαγμένο πράγμα χαμηλά που ακόμα ανασαίνει. Σαν σώματα δεμένα οι θυμωνιές με το σιτάρι. Να μην μπορεί να απλωθεί ούτε ένα χέρι, ένας λαιμός λευκός να υψωθεί, να δει την χάση του στον ουρανό. Μια σκιά, μια πεταλούδα πριν γίνει φως.
«Πουλί, πού παγιδεύτηκες και τώρα πια κανείς δεν σε ακούει;'»
«Στο αριστερό πλευρό δεν κάνει να κοιμάσαι, γίνεται ζόρικη υπόθεση η αγάπη».
Πώς φύσαγε το αεράκι στα μαλλιά, πώς σκόρπιζε το σώμα στα αγριόχορτα, πώς γινόταν το κίτρινο γαλάζιο. Αρχίζεις να θυμάσαι. [ΕΙΡΗΝΗ]

ΣΧΟΛΙΟ: Μου θύμισε κάτι από το καλό και το κακό φεγγάρι της Σονάτας η Λάμια το φεγγάρι σου... Γιατί κι εκεί από τη μια στιγμή στην άλλη άλλαζε διαθέσεις. Τη μια στιγμή το μαγικό φως του έκανε τα άσπρα μαλλιά να χρυσίζουν κρύβοντας χρόνια αλλά την άλλη μεγάλωνε τις σκιές μέσα στο σπίτι και αόρατα χέρια τραβούσαν κουρτίνες ή δάχτυλα έγραφαν στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια... Πολύ όμορφα και η δική σου έμπνευση μπλέκει τις εικόνες: από τη μια θημωνιές που χρυσίζουν στο φως του φεγγαριού μοιάζουν με σώματα δεμένα (τι ωραία εικόνα που ξυπνάει μνήμες αλλοτινών καιρών...) αλλά από κοντά απλώνουν "πλοκάμια"... ένα χέρι, ένας λευκός λαιμός, "μια πεταλούδα πριν γίνει φως"! Κορύφωση ο δραματικός διάλογος απογειώνει το ποίημα... Έτσι αρχίζεις να θυμάσαι πώς φύσαγε το αεράκι στα μαλλιά, πώς γινόταν το κίτρινο γαλάζιο, πώς το ποίημα μας μεταφέρει σε μια ονειρική πραγματικότητα!..

ΕΚΕΙ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΠΝΙΓΜΟΥ
Απ’ τα χαράματα είχε σηκωθεί, βγήκε στο μπαλκόνι σήκωσε το κεφάλι, πήρε ένα ψαλίδι και έκοψε ένα δυο σύννεφα. Στράβωσε ο βασιλικός -καχεκτικός όπως ήταν- λαχτάρισε για φως, νερό είχε αρκετό αυτές τις μέρες, περίλυπες όπως ο ουρανός. Καρφίτσωσε τα σύννεφα σε ένα τελάρο. Με το πινέλο, έβαψε τους τοίχους σε ένα γαλάζιο ανοιχτό, ζωγράφισε και κάτι ψάρια δίχως βράγχια, σαν πουλιά. Ένα τεράστιο ενυδρείο το σπίτι. Την έβλεπαν από τα απέναντι μπαλκόνια μέρες να κολυμπά. Τις νύχτες που είχε φεγγάρι έμοιαζε το σπίτι με βυθό, έβγαζε λάμψεις περίεργες. Μια νύχτα γέμισαν λαβωματιές οι τοίχοι, τα ψάρια σπαρταρούσαν, εκείνη μια πορφυρή παπαρούνα, ζωγράφιζε μια Άνοιξη. [ΕΙΡΗΝΗ]

ΣΧΟΛΙΟ: Τεράστιο ενυδρείο το σπίτι που στο φως του φεγγαριού μοιάζει με βυθό, στους τοίχους κάτι ψάρια δίχως βράγχια σαν πουλιά σπαρταρούν, βγαίνουν περίεργες λάμψεις από παντού, λαβωματιές ανοίγουν, αλλά απ’ το απέναντι μπαλκόνι φαίνεται πως κολυμπά εκείνη, δηλαδή μια κόρη που δεν είναι παρά μια πορφυρή παπαρούνα και ζωγραφίζει στους τοίχους μιαν Άνοιξη. Τι να πει κανείς για μια τέτοια πολυδύναμη και πολύτροπη εικόνα. Εκπληκτική η δημιουργική σου εμμονή στις… «εικόνες βυθού», που απ’ ότι μπορώ να θυμάμαι επανέρχονται  συχνά-πυκνά στα ποιήματα σου και με τις αμφισημίες τους αφήνουν ανοιχτά πολλά επίπεδα αναγνώσεων και ερμηνειών. Εμένα πάντως, που έχω μια αρρωστημένη εμμονή στη Σονάτα του Σεληνόφωτος, μου φέρνουν στο νου την κουζίνα της ηρωίδας του ποιήματος του Ρίτσου που ήταν σαν το βυθό της θάλασσας!.. Κι εκεί «μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών σαν μέδουσες» σάλευαν μαζί με τα μπρίκια και τα πιατικά, «φύκια πιάνονταν απ’ τα μαλλιά» της γυναίκας που δεν μπορούσε ν’ ανεβεί στην επιφάνεια… Κι «εκεί στο βάθος του πνιγμού» ανακαλύπτοντας τελικά τον εαυτό της ως ποιήτρια έβρισκε και  τα πολύτιμα πετράδια της ποίησης που ήταν ο κρυμμένος θησαυρός μιας ζωής: «κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων». Και στο δικό σου ποίημα η… «πνιγμένη ηρωίδα» ζωγραφίζει στους τοίχους του βυθού της μιαν Άνοιξη!.. Δηλαδή, με τα λόγια του Ρίτσου: «μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας, κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε, μιαν ευτυχία, μια μέθη κι ενθουσιασμό ακόμη…». Οπότε κι εγώ, θαυμάζοντας τη δημιουργική πνοή σου Ειρήνη, αναφωνώ μαζί με τη γυναίκα με τα μαύρα της Σονάτας: «Άφησε με να ’ρθω μαζί σου» στα φωτεινά μονοπάτια της Ποίησης!..

ΚΙ ΑΛΛΑ ΑΤΙΤΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (όπως αναρτήθηκαν στο ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ της ποιήτριας εδώ με τίτλο τον πρώτο τους στίχο):

ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΡΑΙΝΟ ΣΤΗΝ ΚΡΑΚΟΒΙΑ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙΣ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ:
Ένα κορίτσι σταυροπόδι κάθεται και σου μιλάει.
Τις θαυμαστές ιδέες σου χλευάζει το φτέρωμα του φασιανού απ’ το παράθυρο.
Σαθρά ριζώματα ανάμεσα στις ράγες ο χρόνος παρασύρει, σπόρος τρελός να μην ανθίσει στο νερό.
Το άδικο γράφεται σε τρίστιχο χαράς και σε τραγούδι τάβλας, και μια μέρα γλαφυρή σαν τον χαρταετό το φως διχοτομεί και την καρδιά.
Ορθό κι άκαμπτο το σώμα ορίζει και ορίζεται, άτι ατίθασο και απαίδευτο δίχως το χαλινάρι.
Το γάλα μιας συκιάς τις μέρες σου ξεπλένει, υπομονή ανάμεσα στα φρύδια σου φυτρώνει. [ΕΙΡΗΝΗ]

ΣΧΟΛΙΟ: Άτι ατίθασο το σώμα δίχως χαλινάρι!.. Έχεις πολλά δρομολόγια ακόμα στις ράγες των λέξεων, γιατί η εκδρομή αυτή στην εξερεύνηση των βουλήσεων του δεν έχει τέλος. Και είναι, τουλάχιστον, το ταξίδι υπέροχο, όσο θα ξεπετάγονται σαν τα αδούλωτα πουλιά οι νέες εμπνεύσεις.

ΧΘΕΣ ΒΡΑΔΥ… ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ… ΤΑΞΙΔΙ ΜΕΤ’ ΕΜΠΟΔΙΩΝ Η ΒΡΑΔΙΑ:
Το πανί με το βυθό να πάλλεται εκεί σκίρτησε η ψυχή και το κορμί.
Σαν την «Αργώ» ταξίδι αναζητάει, σε πέρασμα κρυφό να βγάζει το κουπί και χέρι δυνατό το λάβαρό του να σηκώσει.
Με την ανάσα βάζει στοίχημα σε ποιο της αχ θα σκαρφαλώσει.
Σε ποιο σκαρί το άλμπουρο του θα καρφώσει.
Και σαν φυσήξει ο Ζέφυρος και το φτερό λαβωματιά μυρίσει, στήνει χορό περήφανο μπρος σε ασπίδα γυαλισμένη.
Σε πιο της αχ, θα βάψει κίτρινο το θέρος το φιλί, για πιο κορμί περήφανο το μάρμαρο ζουμπούλι θα πετάξει… [ΕΙΡΗΝΗ]

ΘΑ ΚΑΤΕΒΑΣΩ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΑ ΣΗΜΕΡΑ, ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟ ΑΠΑΙΤΟΥΝ
Θα στύψω κι ένα ρόδι, θ’ αλλάξω πούδρα γιατί αλλάζει η εποχή, κάτι μπουκλάκια θα μαζέψω που πληγώνουν τον αυχένα.
Στο φως πάντα γυμνή η σάρκα, στον όλεθρο στεφανωμένη, σε χέρι  παιδικό αθάνατη.
Σε φέιγ βολάν, ταπείνωση δεν βρίσκεις, μόνο η μυρωδιά του γιασεμί στον άνεμο τις Κυριακές, συγχώρεση μυρίζει.
Στην άκρη των χειλιών εκεί μαζεύεται το μέλι [ΕΙΡΗΝΗ]

ΣΧΟΛΙΟ:  Οι περιστάσεις, πράγματι, απαιτούν χειμωνιάτικα, Ειρήνη, η ποιητική σου διάθεση όμως διανύει εποχές δημιουργικής πνοής. Ασυγκράτητη σε βρίσκω κι αστείρευτη. Υποψιάζομαι ότι εγκυμονείς νέο ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ ΣΩΜΑ κι έχω τη βεβαιότητα ότι εξελίσσεσαι με βήματα σταθερά και σίγουρα. Κι αν παραφράσω το δικό σου στίχο, θα μπορούσα να πω ότι «στην άκρη των λέξεων σου μαζεύεται μέλι» κι ανοίγει την όρεξή μας για τις εκπλήξεις του ποιητικού σου λόγου.

ΧΤΥΠΑΣ ΤΟ ΡΟΠΤΡΟ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ
 Ένας καπνός ψηλά ορθώνεται, μαζεύεις το κυπαρισσόμηλο απ’ το χώμα. Ξερά, καμένα τα κλαδιά. Τρίζει, μόλις φυσήξει, το ξυλόσπιτο, ανοίγουν οι ραφές, με το μπαμπάκι τα σφαγμένα τα χαϊδεύεις. Το βράδυ, στην παράκληση, χύνεται μέταλλο βαρύ ο ουρανός από τον θόλο. Βγαίνει η ψυχή, με τάματα αργυρά στα μάτια καρφωμένα

ΣΕ ΑΛΛΟ ΣΩΜΑ ΕΜΑΘΕΣ ΝΑ ΚΟΛΥΜΠΑΣ
Σε άλλο σώμα έμαθες να κολυμπάς
τα βήματα ίσκιους μετράνε
και μεγέθη στον αφρό
και με ομφάλιο λουρί σε δένουν
Στο φως το πρώτο
το κλάμα δεν αντέχει
με στράτα και στρατούλα
μαθαίνεις να πορεύεσαι
Σαν πυροφάνι στον ορίζοντα
γυμνή τι όμορφα που φέγγεις
με τα μαλλιά σου απλωμένα
τον ουρανό μπαλώνεις
και κάπου κάπου κοκκινίζει
η ανέμη [ΕΙΡΗΝΗ]

«ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕ»  ακούγεται το σούρουπο, ανοίγεις βήμα, να προλάβεις.
Μια βάρκα χάρτινη μες το νερό αγκομαχά, ακαθαρσίες των πουλιών - των τεθνεώτων η σπορά πάνω στο χώμα.
Στην αυτοψία σε φωνάζουν ύστερα, να πεις για τις πληγές, σου ρίχνουν φώτα, σε τυφλώνουν.
Την μαντική σου τέχνη επικαλούνται, να πεις το πως και το γιατί και όλα τα άλλα. «Τέτοια εποχή στρώνουμε χαλιά» τους λες,
«ανοίγουμε παράθυρα, να μπει αέρας μες το σπίτι».
Τους δείχνεις πήλινο δισάκι για προσκέφαλο, και μια ποδιά στο χέρι κεντημένη.
Στο ύψος των ματιών η φλογοκρύπτη. ΕΙΡΗΝΗ


ΣΧΟΛΙΟ: Η βάρκα σου η χάρτινη που στο νερό αγκομαχά με τους «ακάθαρτους» υπαινιγμούς της  έριξε τα φώτα της σε μια δική μου ΒΑΡΚΑ ΜΟΝΗ  (τη συνημμένη φωτογραφία εννοώ, δική μου από την περίοδο που κλεινόμουν στο Σκοτεινό Θάλαμο κι έκανα τα μαγικά μου παίζοντας με τις αποχρώσεις του γκρι)  και ο μαντικός συνειρμός ελεύθερων στίχων ανοίγει τα λόγια που την στόλισαν στην ανάρτηση μου στο instagram:


ΚΑΙ Η ΒΑΡΚΑ ΕΜΕΙΝΕ ΜΟΝΗ...
(σαν την καλαμιά στον κάμπο μες στη φοβερή ερημία… πλήθους Μυστικών του Βάλτου):
«Στάλαξε λίγη νυχτιά στην παλάμη μου
να 'χω να σε ποθώ τα βράδια
σε υπνώδεις αγναντεύσεις της αφής»
(αφού όπως λένε)
«οι ομορφότερες ιστορίες άθελά μας υφίστανται...»
- στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της ζωής-
εκεί όπου «η ποίηση σε λίγους μόνο στίχους διασώζει
ολάκερη τη θεϊκή ευσπλαχνία» (Αναστασία Γκίτση)
Κάποτε, λοιπόν, θα ’θελα
«να είναι αλήθεια το Ποίημα που μιλώ, μόνο γι’ αυτό να ζω…»
όπως στα όνειρα
«για μια βαρκάδα αφέγγαρη»
στις «καλαμιές» παιδικής νοσταλγίας
απ’ όπου μνήμες… «σαρκοβόρα αγκάθια»
αναπηδούν κάθε στιγμή
«στην παλίρροια της γνώσης και της λησμονιάς…»
Μνήμη,
«αν είσαι λέξη, δώσε ένα ποίημα στον αέρα» (Κατερίνα Κατσίρη),

ποίημα Νόστιμον Ήμαρ!...
(φωτογραφία «Ωραία Κοιμωμένη Βάρκα»,  στις καλαμιές της λίμνης Βεγορίτιδας» ή Οστρόβου, χωριό Άρνισσα στους πρόποδες του όρους Βόρρα - Καϊμάκτσαλαν)

(εορταστική) ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΕΠΟΧΗΣ…  ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΕΝΑ πεύκο φύτρωνε μες το σαλόνι.  Όχι έλατο. Είχε αδυναμία στα ανοιχτά κλαδιά του. Καρφωμένος ο κορμός σε αυτοσχέδια βάση, ξύλινη, μερικές φορές είχε μια κλήση. Σκαρί, που πάλευε να το ευθυγραμμίσει. Κόκκινες μπάλες και χιόνι από βαμβάκι. Ζύμωνε τα μελομακάρονα, τα γέμιζε καρύδι και μέλι άφθονο. Καμάρωνε για τα κορίτσια της, παντρεύτηκαν, άνοιξαν σπίτια, έγιναν νοικοκυρές. Η μεγαλύτερη είχε πάρει την σπίθα της. Παραμονή βουτούσε τα χέρια της στο αλεύρι, όπως έχωνε το πρόσωπο στο στέρνο της. Στο σπίτι της μόνο κουραμπιέδες έφτιαχνε. Αφράτους, στρογγυλούς, μ’ ένα αμύγδαλο στη μέση. «Βράζεις το βούτυρο» της είπε, «το παγώνεις ύστερα και το στραγγίζεις απ’ το γάλα». Χαμογέλασε, «εγώ ό,τι γάλα είχα σας το έδωσα»!.. Τους στόλισε φέτος, άναψε τα λαμπάκια και φύσηξε. Χιόνισε σαλόνι, μύρισε Χριστούγεννα [Ειρήνη Ιωαννίδου]