ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

ΑΜΗΧΑΝΟΙ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΚΑΠΝΙΖΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΝΑ ΦΟΒΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ (και χρησιμοποιούμε την ποίηση κάνοντας σήματα καπνού στο πουθενά):

«Μου έλαχε βιαστική ψυχή / Ήθελε να προλάβει πρώτη να φύγει στην  εκκίνηση / Δεν περίμενε την πιστολιά του αφέτη / Είχε  ακούσει ήδη τη γενέθλια πιστολιά της Πρέβεζας / Εκτινάχθηκε απ’ τη βαλβίδα ασφαλείας να κόψει πρώτη το νήμα της ζωής / Να σπάσει το φράγμα του ήχου της ήττας». Είναι η ΒΙΑΣΤΙΚΗ ΨΥΧΗ (σελ. 12), ένα κομβικό ποίημα στη συλλογή του Θωμά Ιωάννου ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 15 που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν το 2011. Στο άκουσμα της «γενέθλιας πιστολιάς της Πρέβεζας» η εμφανής αναφορά στον απόηχο του άδοξου τέλους Καρυωτάκη είναι μια πρώτη κιόλας ένδειξη για ένα από τα βασικά στοιχεία της ποίησης του Ιωάννου.  Έχουμε εδώ –και όχι μόνο σ’ αυτό το ποίημα - τη σκιά ενός  «Καρυωτάκη» με όλα τα σημαινόμενα του ονόματος και της εποχής του αλλά επιφορτισμένο επιπλέον  με την ανασφάλεια, τον φόβο, την αμηχανία και την κυνικότητα της δικής μας εποχής. Μια εποχή, για την οποία ο Ιωάννου, έχει να μας πει πολλά με το δικό του τρόπο.  Ενδεικτικό παράδειγμα το ποίημα ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ, με το οποίο κλείνουμε αυτό το εισαγωγικό σημείωμα: «Όταν ο χρόνος που μου δόθηκε χτυπήσει το χέρι στα τραπέζι / ζητώντας τα ρέστα του / με τι ύψους αποτυχίας επιταγή θα τον πληρώσω; / Όμως μόνο τοις μετρητοίς εξοφλείται ο καιρός / Με ήττες πολλών μηδενικών  και με ζεστό ρευστό αίμα / το πιο σκληρό του κόσμου νόμισμα / Αλλιώς χωρίς πρόσωπο στην αγορά / προσημειώνεται η ύπαρξή σου / και βρίσκεσαι υπόχρεος μιας αλυσίδας αποτυχιών / χρεώστης απογοητεύσεων / οφείλοντας να κομίζεις διαρκώς εγγυήσεις της ανεπάρκειάς σου / Στερούμενος ακόμη και του δικαιώματος να εξαργυρώσεις / εδώ και τώρα / το δικό σου μερτικό στη συντριβή» (από τη σελ. 18) ART by rothko painting


ΕΠΙΔΕΞΙΟΙ ΣΚΙΕΡ ΤΕΧΝΙΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΙΧΟΥ που ΑΡΓΑ ή ΓΡΗΓΟΡΑ ΠΕΦΤΟΥΝ ΣΕ ΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΓΚΡΕΜΟ:
Σε αρκετά ποιήματα της συλλογής Ιπποκράτους 15 βρίσκουμε στίχους του Θωμά Ιωάννου που σχολιάζουν αυτή την ίδια την περιπέτεια της συγγραφής τους η οποία, αν δεχτούμε τα στάδια που περιγράφονται στο ακροτελεύτιο ποίημα ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΕΛΙΚΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ (βλέπε παρακάτω), είναι επίπονη, επίμονη και επώδυνη άσκηση με αμφίβολα αποτελέσματα και εντελώς αβέβαιη την τελική έκβασή της, αφού «στο τεστ ευφυούς ζωής έδινε πάντα λευκή κόλλα. Έτσι έμεινε στάσιμος στην ίδια την ποίηση» (Λευκή Κόλλα σελ. 19). Και σ’ άλλα της συλλογής ποιήματα εντοπίζουμε θέματα ποιητικής με σχόλια για τον ποιητή ή το ίδιο το ποίημα. Έτσι, για παράδειγμα το ποίημα ορίζεται ως «ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης με θαλάμους αερίων από τις αναθυμιάσεις της πάλαι ποτέ ψυχής» (Στρατόπεδο συγκέντρωσης σελ. 27) ενώ  ο Δίχως Μέλλον Ποιητής τραγουδάει «παράφωνα όνειρα… υπό το σεληνόφως» (σελ. 29) ξέροντας ότι «το ποίημα αυτό που ζει δεν θα τελειώσει με λέξεις» (Υποσημείωση σελ. 34). Η Αυτοψία (σελ. 13), όταν πια θα τον περισυλλέξουν πνιγμένο, αυτόν που θέλησε να περπατήσει  πάνω στη θάλασσα των λέξεων, επιβεβαιώνει το φαύλο κύκλο της περιπέτειας του ποιητή: «Σαν το χταπόδι τον χτύπησαν να μαλακώσει κάπως η ψυχή του. Αλλά αυτός δεν έβγαλε απ’ το στόμα του την τελευταία του λέξη.  Δεν έλεγε να καθαρίσει από τη στερνή του επιθυμία… Ανάμεσα στα δόντια του πεισματικά κρατούσε ένα κοχύλι από κείνα που μάζευε παιδί. Ενθύμιο των βυθών φυλαχτό για όσους θέλησαν να περπατήσουν πάνω στη θάλασσα».   Σ’ όλα αυτά γίνεται φανερή η ανασφάλεια του ποιητή, η οποία υποδηλώνεται από την αρχή με το μότο του Λεοντάρη που ανοίγει το σύνολο της συλλογής «να απελπιστώ λοιπόν ας έχω αυτό τουλάχιστον το θάρρος» (Βύρων Λεοντάρης) και επιβεβαιώνεται με τα συμπεράσματα στο τέλος της συλλογής που καθόλου βιαστικά δεν είναι «τώρα πια είναι ένας ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΕΛΙΚΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ:
Έβλεπε τα συμπτώματα
Αλλά παρίστανα τον υγιή

Με πνεύμονες σταχτοδοχεία ονείρων
Δεν μπορούσα να πάρω τα χέρια μου
Στις ανηφόρες των λέξεων
Μ’ έπιανε τσιγαρόβηχας
Κι έφτυνα αίμα
Να αρθρώσω ένα φωνήεν

Μου ’βγαινε η γλώσσα
Κι απ’ τη γλώσσα με έσερνε η ποίηση
Σε νεκροτομεία παθών
Να αναγνωρίσω τις απώλειες μου

Και τα λευκά χάρτινα κύτταρα
Να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεκτα
Καταλαμβάνοντάς με
Εκ μυελού οστέων

Είχε αρχίσει η αμφιβολία να μεθίσταται
Να εξουδετερώνει κάθε ζωτικό μου ψεύδος

Έπεσα έξω στη διάγνωση της ζωής
Βγάζοντας βιαστικά συμπεράσματα
Ερεθισμένος από την αυθεντία της ευφυΐας
Σε μόνιμη διάσταση με την κλινική εικόνα
Και ήταν ήδη πολύ αργά όταν έπαψα
Να κλείνω τα μάτια στη θνητότητά μου

Τώρα πού είμαι πια
Ένας ποιητής τελικού σταδίου
Ποια ευθανασία ψυχής
Θα με λυτρώσει;

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΥΝΙΑ ΥΠΕΡΒΑΡΟΙ ΣΕ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΞΕΝΕΣ ΜΑΣ ΤΡΕΧΟΥΝ ΤΑ ΣΑΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΝΟΣΤΙΜΟ ΘΑΝΑΤΟ:
Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής του Θωμά Ιωάννου είναι οι πεσιμιστικές εμμονές του που ενισχύονται από τις πολλές υπαινικτικές ή μη αναφορές στον κατ’ εξοχήν διδάξαντα την απαισιοδοξία  Κώστα Καρυωτάκη. Ο Καρυωτάκης πρωταγωνιστεί άμεσα ή έμμεσα  σε πέντε τουλάχιστον ποιήματα, με την σκιά του να επιβαρύνει και να σκεπάζει κι άλλα. Από το ποίημα Βιαστική Ψυχή, όπου εκπυρσοκροτεί «η γενέθλια πιστολιά της Πρέβεζας» και το ποίημα Εκπυρσοκρότηση, όπου ο ποιητής περισυλλέγει «επιζήσαντα τραύματα, συντρίμμια μιας λάμψης» έως την ΠΡΕ(ΒΕ)ΖΑ ΘΑΝΑΤΟΥ: Δώστε μου λίγη Πρέ(βε)ζα θανάτου της σελ. 56. Επιρροές από τον Κάφκα και από την ιατρική  (μάχιμος ιατρός νευρολόγος στην επαγγελματική του ζωή) συνθέτουν ένα ιδιόμορφο μείγμα ποιητικής τέχνης με αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά: «Ξέρω, δε θα βρεθεί αντίδοτο στο δηλητήριο της ύπαρξης. Φαρμακωμένοι θα φεύγουμε από την ξενιτειά του κόσμου» (σελ. 41) «Έτσι και τα φιλιά μας πικρίζουν κάποτε. Είναι τότε που τα λόγια μας σταλάζουν τη μελάνη τους στους βλεννογόνους της νύχτας…» για να κλείσει με τον στίχο: «Έστω μια απλή περιποίηση τραυμάτων»!.. (Πρώτες Βοήθειες σελ. 41) «Με τη γλώσσα μαζεύουμε ψίχουλα νόστου από το χώμα. Μας τρέχουν τα λόγια. Σαλιαρίζουμε με αλληγορίες αλλά δεν μπαίνουμε στο ψητό» (Μας τρέχουν τα Λόγια σελ. 53).  Εύθραυστο στα χέρια του ποιητή «Το Παιχνιδάκι της Ζωής» κινδυνεύει  ανά πάσα στιγμή να το κάνει συντρίμμια κομμάτια:  «Παραλήπτης ενός δώρου που ακόμα δεν μου επιτρέπεται να ανοίξω. Χρειάζεται να φτάσω στην ηλικία που θα μπορώ να αναλάβω τις ευθύνες μου έναντι των παραλείψεων του Θεού… Δεν βρίσκω ησυχία στις θέσεις των θεατών. Θα παραφυλάω να κοιμηθούν οι φύλακες. Να δοκιμάσω τον απαγορευμένο καρπό. Μια μέρα θα πάρω το παιχνιδάκι της ζωής στα χέρια μου και θα το σπάσω (Το Παιχνιδάκι της Ζωής από τη σελ. 35). Είναι μια κατά συνθήκη πραγματικότητα που κάνει δύσκολη υπόθεση την ενασχόληση με την ποίηση. Γι’ αυτό είναι αναγκαία κι απαραίτητα τα ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ (σελ. 26):
Πες στα ποιήματα
Να μην κάθονται πολύ στον ήλιο

Μαυρίζουν μαυρίζουν οι στίχοι
Και τα λευκά περιθώρια
Στενεύουν κόκκινα
Από την αγωνία των εγκαυμάτων

Ζήσε επιτέλους υπό σκιάν
Ή έστω βάλε ένα αντηλιακό
Προστάτευσε στοιχειωδώς τον εαυτό σου
Γιατί αυτή η τρύπα της ψυχής
Μέρα τη μέρα μεγαλώνει

Και πώς θα απορροφηθεί
Όλη αυτή η φωτοχυσία ζωής;
Όλη αυτή η σπατάλη του θείου;

Τι θα σταθεί ηθμός
Του υπεριώδους τρόμου;

Τώρα που ανακαλύψαμε
Ότι τα σημάδια στο σώμα μας
Άλλαξαν χρώμα και μέγεθος
Και προβάλλουν ως τίτλοι τέλους
Ενδιάμεσα ο Ποιητής, διάτρητος έστω από λάθη, συνεχίζει να ζει και, παροδικά τουλάχιστον, να εμφανίζει κάποιες αναλαμπές αισιοδοξίας. Αρνιέται να παραδοθεί άνευ όρων «να σηκώσει τα χέρια σ’ αυτό που λέμε ζωή»! Οπλίζει «τα  κοντόκαννα λόγια του μήπως σημαδέψουν σωστά»… Όμως «τα λόγια ποτέ δεν βρίσκουν στόχο, ξώφαλτσα περνούν απ’ τις ψυχές» (από το ποίημα με τον ευρηματικό τίτλο ΜΕΛΛΟΖΩΝΤΑΝΟΣ σελ. 54)  Τα παραπάνω συνδυασμένα με την αμηχανία συναντώνται στο ποίημα ΑΜΗΧΑΝΟΙ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ (σελ. 46), μια (αποσπασματική εδώ) καταγραφή της πραγματικότητας έτσι όπως τη συλλαμβάνει η ποιητική ευαισθησία του Θωμά Ιωάννου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η έμπνευσή του απομονώνει κάποια παραδείγματα από την αμηχανία των ανθρώπων να επικοινωνήσουν πραγματικά χωρίς προσχήματα, χωρίς φόβους, μάσκες κλπ. Το αν η άποψη που διαχέεται είναι υπερβολική ή δεν αντιστοιχεί με τη δική μας αντίληψη για την πραγματικότητα των ανθρωπίνων σχέσεων είναι ένα ενδιαφέρον ζητούμενο που δεν αναιρεί τις ποιητικές ή φιλοσοφικές προεκτάσεις του όλου θέματος. Γιατί, όπως ο ίδιος ο ποιητής αποφαίνεται σ’ άλλο σημείο  «ίσως μόνο η ποίηση μπορεί» με τα σκουριασμένα εργαλεία της να καταγράψει πτυχές της πραγματικότητας:
Δεν ξέρουμε
Τι να κάνουμε
Το στόμα και τα χέρια μας
Και καπνίζουμε τον ένα φόβο
Πάνω στον άλλο

Δεν ξέρουμε
Να μιλάμε και να γράφουμε
Και χρησιμοποιούμε την ποίηση
Αυτή τη διάλεκτο των νεκρών
Κάνοντας σήματα καπνού στο πουθενά

Δεν ξέρουμε
Να φιλάμε και ν’ αγγίζουμε
Κι έγινε η αγάπη
Στάχτη που τίναξε
Απ’ τα ρούχα του ο Θεός

ΕΝΑ ΕΞΩΤΙΚΟ ΩΔΙΚΟ ΠΤΗΝΟ ΠΙΑ ΣΤΟ ΧΡΥΣΟ ΚΛΟΥΒΑΚΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΠΑΠΑΓΑΛΙΖΕΙΣ ΟΝΕΙΡΑ:
Στο ποίημα με τον σημαίνοντα τίτλο Παπαγαλία Ονείρων (σελ. 49)  αναφέρονται και σχολιάζονται –με διάθεση σατιρική και, παρόλο το δεύτερο πρόσωπο, αυτοαναφορική- στοιχεία της ταυτότητας του ποιητή και του ρόλου του. Μαθαίνουμε, λοιπόν, πως ο Ποιητής είναι «Καταζητούμενος των γραμμάτων, Ένοχος για αντίσταση κατά της Ποίησης»!.. Οι ίδιες οι λέξεις του τον «καρφώνουν» δίνουν, δηλαδή, το στίγμα του στους εχθρούς. Ωστόσο υπάρχουν κι άνθρωποι που θέλουν το καλό του  που «υπερασπίστηκαν με θέρμη την αθωότητα της ενοχής του». Τον κρύβουν στα περιοδικά και τα βιβλία, μεταποιούν τα λόγια του κόβοντας και ράβοντάς τα στα μέτρα τους έτσι ώστε να είναι τελικά η ποίησή του «ένα ακόμα ανώδυνο τραγουδάκι καθαρτικό της μνήμης» και ο ίδιος ο ποιητής  «ένα εξωτικό ωδικό πτηνό πια στο χρυσό κλουβάκι της ζωής που παπαγαλίζει όνειρα». Και το συμπέρασμα; Μάλλον το συναντούμε στο ποίημα «ΜΑΣ ΤΡΕΧΟΥΝ ΤΑ ΛΟΓΙΑ» (σελ.53):
Μας μπουκώσανε με τη ζωή
Με το κουτάλι φάγαμε
Το δήθεν θαύμα της

Από την κούνια υπέρβαροι
Σε προσδοκίες ξένες
Που μας γεννήθηκε μια πείνα
Μας τρέχουν τα σάλια
Για ένα νόστιμο θάνατο

Όμως δεν μας μέλλεται επιστροφή
Ούτε καν νεκρομαντείο του χθες
Από την άλλη πλευρά του τοίχου
Να συνομιλούμε με τους νεκρούς μας
Και να μαθαίνουμε τα τετελεσμένα
Παρά ένα παρόν ανέμελλον
Για να ξεχνιόμαστε που κάποτε
Βιώσαμε έναν πρώιμο κόρο ζωής
Και τώρα τρυγούμε τους χυμούς της

Με τη γλώσσα μαζεύουμε
Ψίχουλα νόστου από το χώμα
Μας τρέχουν τα λόγια
Σαλιαρίζουμε με αλληγορίες
Αλλά δεν μπαίνουμε στο ψητό

ΚΙ ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΣΤΑΛΑ ΣΜΙΞΙΜΟ ΔΕΝ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΑΦΗ (σχόλια του Πέτρου Γκολίτση για τη συλλογή Ιπποκράτους 15):   
«… Συνοψίζοντας κατά κάποιον τρόπο, τα ποιήματα του Ιωάννου σπιθίζουν από ένα μίγμα μελαγχολίας, ευφυΐας και μιας γλυκιάς ειρωνείας, που προκύπτει τόσο από την ιδιαίτερη απόσταση που διατηρεί από τον εαυτό του, ως δρώμενο και ως αυτόματο, όσο και από τις δυνάμεις και τις εκφάνσεις της εποχής. Μια απόσταση που διατηρείται και είναι διπλή, τόσο ως απόσταση μιας «ψυχής» που μαλακώνει σε σημεία στην πορεία της στο ρευστό του κόσμου (ας την ονομάσουμε απόφαση του νου), και που ίσως το παρατηρεί χωρίς να εφάπτεται απαραίτητα μαζί του, κι από την άλλη μια απόσταση που πιθανώς ριζώνει στα παιδικά βιώματα και την διαμόρφωση του τότε ψυχισμού σε μια τύπου προσκόλληση (ας την χαρακτηρίσουμε αυτή την απόσταση «συναισθηματική»). Έτσι σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε πως ένα μέρος του ποιήματος, αλλά και της συλλογής, προκύπτει από τον νου και ένα υπόλοιπο από την ψυχοσύνθεση, χωρίς όμως να προχωρούν απαραίτητα αυτά τα δύο σε μια διαλεκτική σύνθεση. Πρόκειται για μια ποίηση «τελικά» που έχει τις ρίζες της στον τόπο των παιδικών και εφηβικών χρόνων και μυθοποιείται εν μέρει εκ των υστέρων με απόφαση (εδώ εντάσσεται η «Πρέβεζα» και η μυθολογία του Καρυωτάκη) σε μια κίνηση αντι-αντί-ηρωική, ως αντίποδας δηλαδή στον αντιήρωα του Ελπήνορα του Σεφέρη και του Σινόπουλου, μυθοποιώντας τελικά τους ίδιους τους ποιητές (Καρυωτάκη, Ελύτη και Λεοντάρη) και τελικά την ίδια την ποίηση, ως συμβάν αλλά και ως στάση κοινωνικής ολίσθησης στο «δύσβατο» του κόσμου, που θα αδρανοποιούσε ενδεχομένως τον εν λόγω ποιητή με αυτόν τον νου και αυτή την ψυχοσύνθεση −αν στερούνταν του όπλου-εργαλείου της ποίησης. Έτσι το στοιχείο της μη προσαρμογής και της αποδοχής του «απέναντι», κι από εκεί η ανάγκη της μυθοποίησης των προσώπων, φαίνεται να τον συνοδεύουν εξ αρχής, ως μια καταστατική λύση ενός a priori αδιεξόδου. Μια απόσταση που σε ένα άλλο σάρωμα αποκαλύπτεται και πάλι διπλή, αυτή τη φορά ως αδυναμία «σύνθεσης» κι ως μάκρος . Κι εδώ είναι που εντάσσονται θεωρώ και τα ιδιαίτερα ποιήματα ποιητικής…».

ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΙΣΜΟΝΗ ΕΝΟΣ ΑΔΙΑΛΛΑΚΤΑ ΜΟΝΑΧΙΚΟΥ (αποσπάσματα από την κριτική της Άννας Αφεντουλίδου  για την ιδιόλεκτο του Θωμά Ιωάννου (δημοσιεύτηκε στη Νέα Ευθύνη το 2004):
«… Θεωρώ ότι ο Θωμάς Ιωάννου, αν και βρίσκεται στην αρχή μιας διαδρομής, η οποία, απ’ ό, τι φαίνεται, θα έχει βάθος χρόνου, ωστόσο έχει ήδη διαμορφώσει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά…  Πρώτ’ απ’ όλα έχει κατορθώσει να αποκτήσει μια προσωπική ιδιόλεκτο με αναγνωρίσιμα ειδοποιά στοιχεία…  Σταθερός και κυρίαρχος πυρήνας της γραφής του είναι η αγωνία. Αγωνία που υποστασιοποιείται με διάφορες μορφές: γλωσσική αγωνία, ποιητική αγωνία, αγωνία για την επικοινωνία που μένει ημιτελής, για τον χρόνο που χάνεται, για την απώλεια της ζωής αλλά με την έννοια της απώλειας μιας ευκαιρίας να καταγράψει το άρρητο, αυτό που δεν κατόρθωσε ακόμη να αποτυπώσει. Ή και γενικότερα να κατορθώσει να αρθεί σε ένα ιδιόμορφο, όπως ο ίδιος το αντιλαμβάνεται, ύψος των περιστάσεων. Ο φόβος αυτός, κατά κάποιον τρόπο της αποτυχίας του ποιητικού υποκειμένου να ανταποκριθεί σε ένα ρόλο που με κόπο και πόνο και ματώνοντας κατάφερε να αναλάβει ή και κατάλαβε ότι του αναλογούσε ως μοίρα…
Σημαντικό χαρακτηριστικό της ποιητικής του, τόσο εννοιολογικό όσο και υφολογικό, είναι και η αντίθεση. Αξιοσημείωτο είναι πως γύρω από ζεύγη αντιθέτων περιστρέφεται η θεματική και των τίτλων των ποιημάτων της συλλογής Ιπποκράτους 15. Αν κοιτάξουμε τα περιεχόμενα θα διαπιστώσουμε πως οι τίτλοι καταλαμβάνονται από δύο βασικές αντιθέσεις: από την μια κυριαρχεί η έννοια της διακινδύνευσης, της απειλής μέσα από τις συνδηλώσεις μιας ασθένειας ή ενός ατυχήματος: Δελτίο θυέλλης, Χρόνιο περιστατικό, Υψηλού κινδύνου, Παράλυση βλέμματος, Εκπυρσοκρότηση, Ποιητής τελικού σταδίου, και από την άλλη η επιδίωξη της απωλεσθείσης ασφάλειας: Μέτρα προστασίας, Ασφάλεια ψυχής, Κρατά αποστάσεις, Πρώτες βοήθειες, Νόμιμη άμυνα. Από την μια έννοιες δηλωτικές της αποτυχίας: Το ύψος της αποτυχίας, Λευκή κόλλα, Άρση λαθών, Απώλεια (δύο φορές), Απόρριψη μοσχεύματος, Εγκατάλειψη εαυτού, και από την άλλη μόνο μια φορά το αντώνυμο του θριάμβου και μάλιστα με τρόπο δηλωτικό μιας έντονης και απέλπιδης επιθυμίας και όχι ως πραγμάτωση: Επαίτης του θριάμβου…
Κυρίαρχη εκφραστικά στο μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής συλλογής είναι η χρήση αναλογικών παραλληλισμών, οι οποίοι πολλές φορές ξαφνιάζουν με την παραδοξότητά τους. Οι αναλογίες είναι ευρηματικές, σχηματίζουν ένα σύνθετο και πολύτυπο πλέγμα, δείχνουν μια χαρισματική φαντασία που αρδεύεται από πλούσια παιδεία, αναδεικνύουν γλωσσική ικανότητα, ένα ταλέντο πραγματικό να συνταιριάζει έννοιες με λέξεις που φαινομενικά θα έμοιαζαν ασύνδετες. Οι αναλογίες αυτές εδράζονται τόσο σε κυριολεκτικές όσο, το περισσότερο, σε μεταφορικές ομοιότητες, οι οποίες γίνονται πρόθυμα αποδεκτές, κυρίως μέσω της χρήσης του κατάλληλου ειδικού λεξιλογίου, από χώρους που μοιάζουν ανοίκειοι και άξενοι. Τα παραδείγματα είναι πολλά και από ποικίλους χώρους, αν και προσφιλέστερος παραμένει ο χώρος της Ιατρικής και της παθολογίας του ανθρώπινου σώματος…
Ο Θωμάς Ιωάννου είναι ένας νέος ποιητής με πολλές και ευοίωνες προϋποθέσεις για μια σημαντική εξελικτική και δημιουργική λογοτεχνική πορεία. Διαθέτει ταλέντο, γλωσσικό αίσθημα, ποιητική παιδεία, πάθος για την ποίηση. Ο φόβος που υπάρχει σε κάθε νέο ποιητή να εγκλωβιστεί σε ένα στενόχωρο σχήμα που θα ανακυκλώνεται σε μια μανιέρα, θεωρώ πως εν τέλει υπερβαίνεται μέσα από τον βαθύτερο, τον εσωτερικό πόνο με τον οποίο βιώνεται η περιπέτεια της γραφής. Οι στίχοι του Ιωάννου που σπαράσσουν και σπαράσσονται δείχνουν ότι είναι πρόθυμος να θυσιάσει και να θυσιαστεί καιόμενος για χάρη της…
»

Κατακλείδα το ποίημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή: ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 15 (από τη σελ. 62):
Φοράς πάλι το ίδιο σώμα
Ξέχασες όμως να κουμπώσεις
Την επίμαχη πληγή
Προκαλώντας το παρελθόν
Να επέμβει

Όμως αυτό αδιάβροχο στέκει
Στην απέναντι όχθη
Δεν αποδέχεται την διαιτησία του χρόνου
Αποσύρεται και η στάθμη του
Διαρκώς χαμηλώνει στη ζωή μας
Αφήνοντας τα σώματά μας ακάλυπτα

Και τα βλέμματά μας
Αποτυγχάνουν να διασταυρωθούν
Γέφυρες που δεν φτάσανε στην άλλη όχθη
Κι έμεινα χέρια που τείνουν
Μα φευ τους προλαβαίνει ο καιρός
Και ούτε μια στάλα σμίξιμο
Δεν απομένει στην αφή

Κι εκεί που έλεγες θα μας σκεπάσει
Ένας ποταμός, ένα ρέον πάθος ορμητικό
Που θα σαρώσει τα φράγματα
Μια στέγνα τώρα στο στόμα
Και οι λέξεις μας ξεζουμισμένες
Τι γύρευες στην Ιπποκράτους
Με τα μαλλιά σου λυτά;
Ένα σμάρι φόβων
Που διέσχιζε την άπνοια

Αργοπορούσε η μέρα στο πρόσωπό σου
Και τα δάχτυλά σου ξεχάστηκαν
Επάνω στο παλτό μου
Λες και γύρευαν το κουμπί μου

Άργησε να προχωρήσει
Σε άλλο πλάνο ο Θεός
Βράδιασε
Και ο ήλιος εκεί
Να στέκει παρείσακτος

Μεσίστιο φως

Ο Θωμάς Ιωάννου γεννημένος στην Άρτα το 1979 μεγαλώνει στην Πρέβεζα. Σπουδάζει Ιατρική στην Αθήνα και ειδικεύεται στη Νευρολογία. Ποιήματά του δημοσιεύονται ενδεικτικά στα λογοτεχνικά περιοδικά «Σημειώσεις», «Οδός Πανός», «Μανδραγόρας», «Ένεκεν» και στην «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας. Με την πρώτη του συλλογή, την Ιπποκράτους 15, μοιράζεται με τον Θωμά Τσαλαπάτη και τον «κύριο Κρακ» του το κρατικό βραβείο ποίησης πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή. Ενώ ζει και εργάζεται στα Ιωάννινα εμφανίζεται δραστήριος, τόσο στην πρωτεύουσα των Αθηνών όσο και στη Θεσσαλονίκη, υπηρετώντας το ποιητικό μας σώμα, καθώς φαίνεται ως μέρος ή ως εκδοχή της όποιας «εξέλιξής» του. Επίσης, κατορθώνει να «ενσωματωθεί» στη συντακτική επιτροπή του περ. «Τα ποιητικά» των εκδ. Γκοβόστη και πλέον αναμένουμε κι από εκεί την προσφορά του, όπως και τη δεύτερη φωνή του. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί, πως του αναθέτουν και το ποιητικό ανθολόγιο της εφημερίδας Αυγής κατά τον μήνα Μάιο του 2014.


Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ ΠΟΥ ΑΠΛΩΝΟΥΝ ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΩΣ ΤΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΝ:

Τα περισσότερα από τα 62 ποιήματα στη συλλογή της Ελένης Μαρινάκη ΤΩΡΑ ΑΙΜΑ (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2005) είναι άτιτλα αλλά συνήθως αφιερωμένα σε αγαπημένα πρόσωπα: στη μητέρα μου, στον πατέρα μου, στον Ανδρέα κλπ  ή σε ποιητές που θαυμάζει όπως ο Μιχάλης Γκανάς, ο  Μίλτος Σαχτούρης κ.ά. Η συλλογή αρχίζει με παράθεμα από Τα Δυσεύρετα Χρώματα του Τέλους του Μανόλη Πρατικάκη: «… αυτή η δύσπνοια της ύπαρξης εκ γενετής σ’ ένα κρεβάτι εκστρατείας…», που αν συνδυάσουμε το νόημα του με το επαναλαμβανόμενο ερώτημα στο ποίημα που αφιερώνει στο Νίκο Λάζαρη στη σελ. 32 «Και τι ξέρω εγώ από πόνους;» μαζί με το γενικό τίτλο της συλλογής ΤΩΡΑ ΑΙΜΑ, έχουμε αμέσως μια πρώτη ένδειξη  για το τοπίο στο οποίο κινείται η έμπνευση της ποιήτριας: Αίμα και πόνο στάζουν οι λέξεις της. Καμπύλες ή κι  ευθείες γραμμές επιχειρεί να σχεδιάσει μ’ αυτές. Πιάνεται από τη σκιά τους, ζυγίζεται κάθε δευτερόλεπτο σαν ζογκλέρ στο τεντωμένο σχοινί τους και ενώνοντας επιμέρους σημεία προσέχει να «μην φανεί η ραγισματιά, συναντηθούν τα ανόμοια, ταραχθεί η συνέχεια της καμπύλης και γίνει τεθλασμένη, κοφτερό μαχαίρι ανεξέλεγκτο, αιχμή που στάζει στα βαθιά, ζεστή ανάσα ζώου πληγωμένου…»!.. Σ’ όλη τη συλλογή ψάχνει το κλειδί ν’ ανοίξει τις λέξεις να μιλήσει για «μια θλίψη από πάγο, μια κουκίδα πάνω στο δέρμα που αποσιωπάται, μια μεταλλική μοναξιά πράσινη όπως τα καράβια…»! Τι ξέρει, λοιπόν, από αίμα και  πόνους η Ελένη Μαρινάκη; Τι ξέρει από «μισάνοιχτους φόβους» που παρεπιδημούν στο σκοτάδι; Με κρυμμένο το κεφάλι στην «άμμο» του ποιήματος βλέπει καθαρά στο βυθό…        Ας την αφήσουμε να μιλήσει με την ποίησή της: «πέφτουν και σπάνε σαν ρόδα οι λέξεις, γίνονται συλλαβές… να προφτάσουν την επόμενη αγωνία της».  Μια μικρή γεύση από τον πολύσημο  πλημμυρισμένο μεταφορές κι εικόνες λυρικό της λόγο στην αποσπασματική επιλογή που ακολουθεί (σκόρπιοι στίχοι από τα ποιήματά της είναι και οι με κεφαλαία τίτλοι σε κάθε επιμέρους ενότητα αυτής τη παρουσίασης «αειθαλές τοπίο» ο τίτλος του ART by David Brayne):




ΑΕΙΘΑΛΕΣ ΤΟΠΙΟ, ΚΑΤΙ ΣΟΥ ΠΗΡΕ ΣΗΜΕΡΑ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΙ ΒΟΥΛΙΑΖΕΙΣ
Σε αφύλακτα μονοπάτια
η νύχτα επωάζει σκοτάδι
με βράγχια ψαριού αναπνέει
το νεράκι σου
στήνει παγίδες στα φυτά
και καταπίνει
τα αναφιλητά τους.

Σπασμένο πόδι τριγυρνά
το φεγγάρι
κουτσαίνουν οι δρόμοι
στις στροφές.

Ανυποψίαστος κοντά σου
ο γκρεμός
λειαίνει τις πέτρες του
και σε περιμένει (Αύγουστος 2000 – σελ.9)

ΕΔΩ, ΣΤΟ ΛΙΓΟ, ΒΓΗΚΕΣ ΠΑΛΙ ΝΑ ΘΕΡΙΣΕΙΣ ΟΝΕΙΡΑ!.. ΝΑ ΛΗΞΕΙ ΠΙΑ Η ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ ΤΟΣΩΝ ΧΡΟΝΩΝ. ΕΓΩ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΦΥΓΑ ΣΤΗΝ ΤΡΟΙΑ
Μπορεί να μην έχουν τίτλο τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, μπορεί (αν εξαιρέσουμε αυτά που είναι αφιερωμένα σε αγαπημένα πρόσωπα –μητέρα, πατέρας- ή ποιητές) να μην φανερώνουν κάποιο πρόσωπο ωστόσο είναι εμφανές ότι η ποιήτρια, είτε  μιλάει σε πρώτο πρόσωπο είτε όχι, έχει απέναντί της ένα Εσύ που κραυγάζει  την Απουσία του και που καλείται τώρα αυτή να συντάξει γρήγορα το «Πιστοποιητικό της». Τη μια φορά «Όνομα σλάβικο γραμμένο σε χαρτάκι» είναι το στοιχείο της ταυτότητας αλλά δεν υπάρχουν άλλες αποδείξεις «πως υπάρχεις για να φύγεις!.. Και πού να πας τα σύνορα κλεισμένα, μόνος σου δεν μπορείς να περπατήσεις, έχει το πέραν προχωρήσει και κλειδώνει τις πόρτες μόλις σκοτεινιάσει (Ιανουάριος –Φεβρουάριος 2001 σελ. 16). Στην άλλη σελίδα νάτο πάλι το Εσύ «μισό πίσω από την πόρτα!.. Φεύγω σου λέω και δεν κάνεις ένα βήμα, μια κίνηση αποχαιρετισμού. Ανοίγουν οι γωνίες του κτιρίου και το ασανσέρ ζεστό στόμα μα καταπίνει (Αθήνα, Ιανουάριος 2003 – σελ. 56). Άλλοτε είναι ο Ανδρέας που τον καλεί να βάλει τα καλά του για μια βόλτα «Η φωνή σου ανεμίζει πικροδάφνες και θαύματα, στον ενεστώτα πόνο κοιμάσαι ξέροντας να κόβεις σκιές για τον δρόμο, πλατύφυλλα χαμόγελα να ονειρεύεσαι. Τώρα που πέρασες την άκρη έχεις όλα τα χαρτιά με το μέρος σου… Γιατί και οι πεθαμένοι κουράζονται καμιά φορά με τα ταξίδια» (στον Ανδρέα Ιούνιος-Ιούλιος 2000 σελ. 24 και 25). Δύσκολη, πολύ δύσκολη η «γραμματική των αποχωρισμών» σε μαθαίνει να συλλαβίζεις «το ρήμα φοβάμαι σ’ όλους τους χρόνους» (Σεπτέμβριος 2002 – σελ. 30) αλλά «με το αντίτιμο του φόβου στην παλάμη θα περάσω απέναντι την ώρα ακριβώς που θα κλείσει η πύλη» (Μάρτιος 2002 – σελ. 31). Άλλοτε αυτό το Εσύ είναι ο Λάμπης που σημάδια μοβ στα χέρια του ιστορούν άγνωστο χάρτη: «Σε κοιτάζω και δεν με βλέπεις, αλλού έχεις τις αποσκευές σου και βιάζεσαι, ψιθυρίζεις ένα γρήγορο αντίο… Τόσα χρόνια ταξιδεύεις και ξέρεις τους δρόμους. Τώρα άνοιξαν και τα σύνορα μαζί με άλλους μετανάστες κι εσύ δοκιμάζεις την τύχη σου σε ξένη χώρα» (σελ. 36). Δεν είναι εύκολα τα λόγια της επικοινωνίας με το αυτό  το Ανέστιο Εσύ. Δεν υπάρχουν λέξεις/ κλειδιά να μάθεις ξανά το άλφα… Κι αν ακόμα σημάνει η ώρα του γυρισμού –νόστιμον ήμαρ- δεν ξέρει η ποιήτρια τι θα του πει: «Μάλλον θα κάτσω να κοιτάζω πώς άντεξαν τα χέρια σου τόσον καιρό τις ίδιες σκιές και άλλες που δεν ήξερα. Θα σε αφήσω να ξεκουραστείς πάνω στο μαξιλάρι, να πλαγιάσεις τις λύπες σου με τον καιρό να με φωνάξεις Ελένη…» (σελ. 46). Ή θα υψώσει τη σιωπή της καθρέφτη απέναντί του: «ένα πράσινο παίζει στα μάτια σου… Δεν σου λέω, δεν μιλώ, εγώ είμαι τώρα καθρέφτης απέναντί σου (σελ. 57).   Τρία ακόμα ενδεικτικά ποιήματα Απουσίας Άλλων Προσώπων που ναυάγησαν  μαζί με τις άγνωστες προθέσεις τους: ΚΟΙΜΑΣΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΚΕΙ ΝΑ ΔΩ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ (σελ. 10) ΔΡΟΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΚΕΛΥΦΟΣ (σελ. 47) και ΒΑΘΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΗΜΕΡΑ (σελ. 58)    
Κοιμάσαι και δεν είμαι εκεί
να δω το σώμα σου
να ιδρώνει
ανεβαίνοντας στα όνειρα
Διψάς χειμώνα καιρό
και ξεδιψάς
κρύβοντας τα ποτήρια.

Όλη στη σειρά η ζωή σου
σε παράταξη φόβου
Τώρα θα σου ζητήσουν
να πεις την προσευχή
χωρίς φωνή να κοιτάξεις
τους επισήμους
βάδην εν-δυο, σκοντάφτεις
στην άσφαλτο
περνάς στις πορείες
από μακριά
μη χάνεις το ρυθμό
και τι θα γίνει
αν καταλάβουν πως πετάς.

Έχεις στα χέρια σου σφιχτά
όλα τα επιρρήματα που ξέρεις
για να συντάξεις γρήγορα
την έκθεση
στην καθαρεύουσα να παραλάβεις
το πιστοποιητικό
της απουσίας σου (Ιανουάριος 2001 – σελ. 10)

Δρόμος χωρίς κέλυφος
γυμνός χειμώνας γλιστράει
από τα μάτια σου
πέφτουν χωρίς βάρος οι λέξεις.

Δεν έμαθες ποτέ γραμματική
τα ουσιαστικά και τα χωρίς ουσία
λόγια των ανθρώπων
οι προθέσεις σου άγνωστες
σχίζουν τις ώρες ως το βράδυ.

Πάλι θα δεις στον ύπνο σου χαρτιά
θα συμπληρώσεις άγραφες αιτήσεις
με κόκκινο μελάνι θα ζητάς επιστροφή
να σου ανοίξουν τις πόρτες.

Πώς βρέθηκες εδώ στην ερημιά
σε νωπές υδατογραφίες να βουλιάζεις
τρίβεις το πάτωμα να φύγει η σκουριά
τόσα χρόνια δεν έβλεπες τα σημάδια
ξένα πατήματα πάνω στο σώμα σου
έγραφαν ρυτίδες.

Τατουάζ με γυμνά σπαθιά
κόβουν ακόμα κάθε μέρα
την ανάσα σου (Ιανουάριος  2002 – σελ. 47)

Βαθιά η θάλασσα σήμερα
κάτι σχίζεται στο βυθό της
αδειάζουν αίμα τα ναυάγια
τη νύχτα
ανεβαίνουν στον αφρό
ανταύγειες χαμένων βίων.

Πού να σε ψάχνω τώρα;
Ετοιμάζεις ταξίδι μακρινό
πηγαίνεις στην ακρογιαλιά
και βυθίζεις υγρή
τη φωνή σου.
Μέσα σε όστρακα
κυρτώνεις
το πιο λευκό κομμάτι
του ουρανού (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2003 – σελ. 58)

ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ; ΛΕΙΠΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ… ΔΑΝΕΙΚΑ ΛΟΓΙΑ ΓΕΜΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΣΟΥ, ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΜΙΣΕΣ!.. ΠΥΡΩΜΕΝΕΣ ΟΥΛΕΣ ΑΠΟΤΥΠΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΟΥ… ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΜΗ ΣΟΥ Η ΓΡΑΜΜΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΑΛΛΑΖΕΙ ΣΧΗΜΑ ΚΑΘΕ ΛΕΠΤΟ… ΕΜΑΘΕΣ ΚΑΛΑ ΤΗ ΧΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΥΨΕΩΝ (δυο ποιήματα αφιερωμένα στη μητέρα της ποιήτριας κι ένα στον πατέρα από τις σελ. 11, 14 και 35 της συλλογής):
στην μητέρα μου
Άσπρος ο τοίχος
στο δωμάτιο
εγώ τον ήθελα γαλάζιο
να πλένω τα χέρια μου
και να στάζει λουλάκι
αχνιστός πόνος.

Παίρνουν οι ατμοί
τη θέση τους
στο ταβάνι
εσύ από την πόρτα
διστάζεις να μπεις.

Το μάθημα
το διάβασα όλο
σου λέω
ξεχνώ μόνο τον τίτλο
δεν πειράζει
ένα λάθος επιτρέπεται
θα περάσω γρήγορα
στην επόμενη σελίδα.

Πού είσαι; Λείπεις σήμερα.
Έμαθα καλά τα άρθρα
να ξεχωρίζω τη φωνή σου
από το έψιλον.
Το λάμδα σου λίγο γυρτό
πάντα υποχωρούσες
στις πιέσεις.
Τώρα δεν έχεις
κανένα παράπονο
όλα στη ζωή σου καλά
και τα φωνήεντα
και τα σύμφωνα στη θέση τους.
Μόνο τους τόνους ξεχνάς
και τις αποστάσεις.

Από τα συρτάρια
ως το κρεβάτι
απλώνεις τις μέρες σου (Δεκέμβριος 2001 – σελ. 11)

στην μητέρα μου
Έχουν ξεβάψει από τον ήλιο οι αναμνήσεις σου
τότε που άπλωνες πετσέτες λευκές
τις ημέρες
και τις κουνούσε το αεράκι
πολύχρωμες.

Δίπλωνες με προσοχή
τα σεντόνια
κι έκλεινες στις ραφές τους
το γέλιο σου
καλά σιδέρωνες τα χρόνια
ατσαλάκωτα να μπουν
στο συρτάρι
χωρίς ρυτίδες να πλαγιάσουν
οι νύχτες σου
να δεις όνειρα χαρούμενα
πως είσαι κοριτσάκι
και χορεύεις.

Άλλον χορό δεν έκαμες
ποτέ σου
τυλίχθηκες με πρόχειρες
κουβέρτες
και δεν ζεστάθηκες
από τότε.

Τώρα σου λέω να πάρεις πάπλωμα
μα σου ’ρχεται ελαφρύ.
Εσύ εσήκωσες τόσα βάρη
πώς να σε σκεπάσει τώρα ένα σύννεφο. (Σεπτέμβριος 2001 – σελ. 14)

στον πατέρα  μου
Στην παλάμη σου
η γραμμή της ζωής
αλλάζει σχήμα κάθε λεπτό.
Υπερηχογράφημα της μέρας
εντοπίζει διατάσεις
μικρές ποσότητες νερού
μετακινούνται κάτω από το δέρμα.

Ο ορίζοντας κοίλος μεταφέρει
τρέμοντας τη φωνή σου
στα τοιχώματα της οδύνης
παλιές αλλοιώσεις της αλήθειας
μόλις που διακρίνονται.

Τόσον καιρό σκεπάζεις
έμαθες καλά τη χημεία των αποκρύψεων
τοιχογραφίες ασβεστωμένες
εκτείνεις το βίο σου
να μη δει φως ο εγκλεισμός.

Μονάχα τις νύχτες καμιά φορά
αφαιρείς ραγισμένα κομμάτια
από τον τοίχο
και κοιτάζεις έκπληκτος
το πρόσωπό σου (Μάιος 2002 – σελ. 35)

ΠΕΦΤΟΥΝ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΟΥΡΑΝΟΥ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ… ΕΝΑ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΧΤΥΠΑ ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΩΡΑ –ΟΧΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙΣ (ποιήματα αφιερωμένα στους ποιητές: δύο στον Μιχάλη Γκανά σελ. 51 και 52 και ένα στον Μίλτο Σαχτούρη σελ. 74 ):
στον Μιχάλη Γκανά
Σκοντάφτει η νύχτα
δυο φορές χτυπάει το ρολόι
το γόνατο γεμάτο αίματα.

Και πού να πας μες το σκοτάδι
σε ποιο αυλάκι θα την πλύνεις
την πληγή
τρέχει αλμυρό νερό
στο μονοπάτι
η θάλασσα θα ’ναι κοντά
μα τη φοβάσαι.

Εσένα το σπίτι σου
είναι στα βουνά (Σεπτέμβριος 2002 – σελ. 51)

στον  Μιχάλη Γκανά
Ξένα παπούτσια φόρεσες
λίγο στενά στο πλάι
ματώνουν οι κρυφές πληγές.

Παιδάκι και φοβάσαι τη βροχή
όπου να ’ναι νυχτώνει
βγαίνουν οι λύκοι στις πλαγιές.

Με ψιθύρους και προσευχές
στεγνός θα φτάσεις το πρωί
στο σπίτι
ξάγρυπνη η μάνα σου
χωρίς κουβέντα
σου ετοιμάζει το τραπέζι (Σεπτέμβριος 2002 – σελ. 52)

στον  Μίλτο Σαχτούρη
Έχω ένα πάθος
σκουριασμένης τρέλας
είπε
και το κλαδί
που άναβε τα πορτοκάλια
κόπηκε
κύλησε καυτή η λάβα
στο πηγάδι
στον μαύρο κήπο
της μητέρας του
με το ρολόγι να μετρά
ακριβώς μεσάνυχτα (Μάρτιος 2005 – σελ. 74)

ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ… ΚΟΒΕΤΑΙ Η ΑΝΑΣΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ ΡΙΝΙΣΜΑΤΑ ΧΡΟΝΟΥ ΕΙΣΧΩΡΟΥΝ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ. ΠΑΛΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΡΑΓΙΖΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ… Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΜΙΚΡΗ ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΣΠΑΖΕΙ:
«Πάλι οι ΛΕΞΕΙΣ ραγίζουν τη διάρκεια / βαθιά στο σώμα μου καρφώνει τις υποψίες του το ΣΚΟΤΑΔΙ / μια ΞΕΝΙΤΙΑ τυλίγει τη φωνή μου / με παίρνει απόγευμα στα σφαγεία /  Το ΑΙΜΑ αργεί να πέσει στη θάλασσα / απλώνεται μαύρο στην αυλή σου / η ΜΝΗΜΗ κάθιδρη ανασύρει φύλλα χλωρά / κομμάτια ήλιου θυμάται το βλέμμα σου…»  Μεταφορές και Παρομοιώσεις, Αφηρημένες Έννοιες ή Ζωντανές Εικόνες, Στοιχεία της Φύσης και Πετεινά του Ουρανού, Βοριάδες και Σύννεφα, Φόβοι Παρεπηδημούντες και Όνειρα Μεταλλικά, Ανυποψίαστος Γκρεμός και Φεγγάρι με Σπασμένο Πόδι, Λόγια Δανεικά και Λέξεις Μισές, Αναμνήσεις Ξεβαμμένες  και Καλά Σιδερωμένα Χρόνια, Φωνές Δισύλλαβες ή Λύπες Εκρηκτικές, το Ρήμα Φοβάμαι σ’ όλους του χρόνους και Βιαστικά Παράθυρα όπου αναδύονται Κρυφές Ζωές και περνάει ο καιρός με το Τικ Τακ των Δευτερολέπτων και τις Κατοικίδιες Έριδες να αποστηθίζουν τη Γραμματική των Αποχωρισμών… Όλα αυτά κι άλλα τόσα περνούν με τη σειρά τους ή σε ανύποπτες στιγμές ανεβαίνουν στο προσκήνιο του ποιήματος και ως Κύρια Πρόσωπα ρολάρουν, συστρέφονται «χωρίς κέλυφος προστατευτικό», αλλάζουν θέση κάθε βράδυ ή με κρυμμένο το κεφάλι τους στην άμμο των λέξεων παραλαμβάνουν το πιστοποιητικό της απουσίας τους ή πυρωμένες αποτυπώνονται ως ουλές στο πρόσωπο ή Λαθρεπιβάτες της Ζωής ταξιδεύουν με ψεύτικα τρενάκια δίχως ράγες! «Με το αντίτιμο του Φόβου στην παλάμη περνούν απέναντι την ώρα ακριβώς που θα κλείνει η πύλη»!..  Έξω η Πόλη κομματιάζει τις ώρες «κύβοι πεπιεσμένου αέρα δανείζουν δευτερόλεπτα, μια γουλιά νερό καταπίνει το Απόγευμα»!.. «ΑΡΧΑΙΟΣ ΔΙΣΤΑΓΜΟΣ η ζωή, ένα βήμα μπροστά ένα πίσω γυρίζεις να μάθεις τη σιωπή, την ακριβή ΑΠΟΣΤΑΣΗ από το αληθινό, την ΑΝΑΜΟΝΗ σε σκοτεινούς προθαλάμους της ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ, να εξοικειωθείς μαζί της, να βάλεις το χέρι σου στο μαχαίρι που έχεις εντός σου που κόβει τις ΩΡΕΣ, να αναπνεύσεις τη ΜΝΗΜΗ, να περάσεις την τεθλασμένη ΑΓΩΝΙΑ. Να γίνει άνθρωπος.   Ιδού μια τρέχουσα σταχυολόγηση):
Φυσά Αέρας προς τα μέσα
φαίνεται το στρίφωμα του φουστανιού σου σχισμένο.
Ο Χρόνος, λες, δεν αντέχει τις ραφές
ξηλώνει τα περιττά κουμπιά
ανοιχτά να μείνουν
τα κίτρινα κρινάκια στο στήθος σου (σελ. 13)

Χωρίς ταυτότητα και τόπο διαμονής
η Νύχτα
έχει στιλέτο στο δεξί μανίκι
σκουριά και αίμα
παραδίνει δεματάκια
άγνωστα κείμενα, πορίσματα κλεμμένα (σελ. 17 )

Τα Μάτια ξέρουν καλά να πονούν
ανοίγοντας μικρές σιωπές
πέφτουν οι Χείμαρροι στο ποτάμι
πλημμυρίζει ο χώρος υποδοχής
δεν έχει άλλο δωμάτιο για σένα
ενυδρείο το σπίτι από προχθές
αναπνέει σαν ψάρι με δανεικό οξυγόνο (σελ. 22)

Καράβια ξένα κλέβουν τα ταξίδια μας (σελ. 23)

Θάλαμοι πολυπρόσωποι βούιζαν καλοκαίρι.
Άλλοτε πάλι τα Χριστούγεννα
σκορπούσαν κόκκινες κορδέλες
και οι Μεγάλες Εβδομάδες
σταύρωναν στην τηλεόραση
έναν ξύλινο Χριστό (σελ. 28)

Με Κατοικίδιες Έριδες περνούσε ο καιρός
φόρεμα στενό συνήθισα την αγάπη (σελ. 30)

Μεταλλικοί Ήχοι στον ύπνο μου
ο χρόνος έχει διπλάσια δευτερόλεπτα
παγιδευμένα αναφιλητά
όψη θολή του καθρέφτη.
Κατεβάζει χιόνι από τα βουνά
το λιώνει στο πάτωμα (σελ. 34)

Έχει ο Βοριάς στα μέρη του τραπέζι
κρασί πολύ και τάβλες στολισμένες
μόνο που γέρνουν από το ένα πλάι
τρίζουν τα ξύλα στο γεφύρι φορτωμένα (σελ. 37)

Κυλούν οι Ώρες στο μεγάλο ρυάκι
στην άκρη το Τραπέζι μας κουτσαίνει
βάζω χαρτάκια να μην πέσει η Μέρα

Γράμματα δύσκολα στου γράφω
δίχως φθόγγους
άσπρα σεντόνια που τα σχίζει ο Αέρας
και τα πετά τη νύχτα στο Όνειρό σου (σελ. 38)

Περαστικός ο Πόνος απ’ τα μέρη μας
κάτι αφήνει πάνω στο τραπέζι.
Χαλά το γλέντι, σταματούν τα όργανα
μένουν στη μέση τα τραγούδια (σελ. 39)

Πικρίζει ο Χρόνος την ανάσα σου τις νύχτες
έρημα χόρτα περιμένουν στο σκοτάδι
να βγάλουν άνθη να μυρίσουν τα δρομάκια (σελ. 40)

Φυσά η Θάλασσα αγωνία
μιαν εγκατάλειψη από το μέρος του βοριά.

Πέτρινο κάθισμα το Βουνό
κομμένο κάθετα σκουριάζει (σελ. 42)

Αίμα που τρέχεις από το βουνό
έκοψες πάλι τις φλέβες της μέρας
σκέπασες με προσοχή τις κατωφέρειες
κρύφτηκες εκεί που βγάζει ο πυρετός
σε απορρόφησε αχνίζοντας η Διάρκεια (σελ. 49)

Γεωμετρία παλαιών ημερών
με κόκκινο σημειώνονται τα λάθη

το τετράγωνο της υποτεινούσης
ισούται με δύο Όνειρα Φυγής
ο πανηγυρικός της ημέρας αιωρείται
σε χρώματα δύοντος ηλίου.

Τετράδια εκθέσεως του κενού
ασκήσεις χημείας του ευμετάβλητου.

Με διαλείμματα χρόνου τετελεσμένου
υποστέλλεται η Άνοιξη (Αθήνα, Ιούνιος 2002 – σελ. 54)

Αδέσποτο σκυλί ο Πόνος
δαγκώνει τυφλά
τρέχει στις φλέβες δηλητήριο αίμα
σαρκοβόρο.

Δεν μπορώ να σου μιλήσω.
Τα λόγια σου παγωμένο Αλφάβητο
θερίζουν ακόμα
όλα τα τοπία (Απρίλιος 2003 – σελ. 61)

Κοφτές λέξεις που έχει ο Θάνατος
μικρές ανάσες να τον ιστορούνε.

Πέφτουνε στην απότομη βροχή
σαν πουλιά που τα βρήκε η σφαίρα
και δεν πρόλαβαν να πετάξουν παραπέρα
ένα βήμα να φύγουν
από τη σκοτεινή του διάρκεια (Μεγάλη Παρασκευή 2005 – σελ. 71)

Ουρλιάζει η Νύχτα
σε σιδερένιους τροχούς
συμπιέζονται οι ανάσες
κίτρινη γραμμή η άσφαλτος
εισβάλλει στην ομίχλη… (σελ. 73)

Έχω μια Θλίψη από πάγο
μια κουκίδα πάνω στο δέρμα
που αποσιωπάται
μια μεταλλική Μοναξιά
πράσινη όπως τα καράβια (σελ. 76)

ΕΦΗΒΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΘΑΛΑΜΟΣ, ΔΗΜΟΤΙΚΟ 1-5, ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ είναι τα οκτώ ποιήματα της συλλογής που κατ’ εξαίρεση του γενικού κανόνα τιτλοφορούνται. «Γράμματα δύσκολα, δίχως φθόγγους, άσπρα σεντόνια που τα σκίζει ο αέρας και τα πετά τη νύχτα στ’ όνειρό σου»   
ΔΗΜΟΤΙΚΟ 5
Δεν θα σ’ αφήσω θάλασσα
μαζί σου να με πάρεις
τις όμορφες και τις καλές
να μην ξανακοιτάξω
να φύγω πέρα του καιρού
παρέκει των ανθρώπω
να κρύβομαι με τις σκιές
στα κάτω πατητήρια
να ’χω του ήλιου τον καημό
της μάνας το μαράζι
και της πολυαγαπότηνε
το κλάμα μαξιλάρι

Θα φύγω θάλασσα, θα βγω
μεσ’ απ’ την αγκαλιά σου
θα πάρω ρούγες άγνωστες
ποτάμια στερεμένα
τις στράτες που τις ξέρουνε
μόνο τα νυχτοπούλια
να μη με βρεις στο δρόμο σου
και με γυρίσεις πίσω

για δεν αντέχω να μετρώ
τις ώρες που περνούνε
χωρίς ανθρώπου τη μιλιά
χωρίς το φως της μέρας
χωρίς τα δένδρα τα ψηλά
και τ’ αγεριού το χάδι
χωρίς αγάπης όνομα
να πέφτω να κοιμούμαι (Ιούνιος 2003 – σελ. 41)


ΕΛΕΝΗ ΜΑΡΙΝΑΚΗ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ (ΒΓΗΚΕ ΠΑΛΙ ΝΑ ΘΕΡΙΣΕΙ ΟΝΕΙΡΑ):  «Αν έρθεις  δεν ξέρω τι να σου πω, δεν είναι εύκολα τα λόγια. Μάλλον θα κάτσω να κοιτάξω πώς άντεξαν τα χέρια σου τόσο καιρό τις ίδιες σκιές και άλλες που δεν ήξερα. Θα σε αφήσω να ξεκουραστείς πάνω στο μαξιλάρι, να πλαγιάσεις τις λύπες σου με τον καιρό να με φωνάξεις Ελένη. Να λήξει πια η παρεξήγηση τόσων χρόνων. Εγώ ποτέ δεν έφυγα στην Τροία» (Μάιος 2001 από τη σελ. 46):  Η Ελένη Μαρινάκη γεννήθηκε και ζει στα Χανιά: «Παρασκευή γεννήθηκα απόγευμα με τις καμπάνες να ηχογραφούν το καλοκαίρι» (σελ. 30). Σπούδασε γραφιστική και ζωγραφική στην Αθήνα όπου και εργάστηκε αρκετά χρόνια. «Το μάθημα το διάβασα όλο σου λέω, ξεχνώ μόνο τον τίτλο. Δεν πειράζει, ένα λάθος επιτρέπεται θα περάσω γρήγορα στην επόμενη σελίδα» (σελ. 11). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Περνώντας βάφεσαι μπλέ, Πλέθρον 1987, Τις Νύχτες που κατεβαίνω, Έρεισμα 1998, Πλανόδιος Άνεμος, Πλέθρον 2000, Τώρα Αίμα, Γαβριηλίδης 2005, Εδώ στο Λίγο Γαβριηλίδης 2007, Σε Ξένο Ουρανό, εκδόσεις Ερατώ 2011 και Ο Χρόνος Τότε, Γαβριηλίδης 2013 «Ένα ποίημα να πονά με συμβούλεψες κάποτε να γράψω. Και τι ξέρω εγώ από πόνους… Εγώ γραμμές τραβώ ευθείες και πιάνομαι από τη σκιά τους. Ζογκλέρ ζυγίζομαι κάθε δευτερόλεπτο σε ανύπαρκτο σχοινί (σελ. 32) Γεννήθηκα... Στα Χανιά. Άλφα και ωμέγα όπως λέει και ο ποιητής. Κυλάει στις φλέβες μου αυτή η πόλη. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό μου είναι... Ο ενθουσιασμός μου για πολλά πράγματα μαζί. Το μεγαλύτερο μειονέκτημά μου... Η αναβλητικότητα. Η αγαπημένη μου απασχόληση... Η διαδικασία του γραψίματος, η σχέση μου μe τα χρώματα, το διάβασμα. «Κι ας έχω κοιμηθεί με τόσες λέξεις στο πλάι μου, δεν έμαθα ποτέ ορθογραφία,,, Λάθος αποστήθισα τον ουρανό, τρίζοντας τα δόντια μεγάλωσα το κενό ανάμεσα στις νύχτες» (σελ. 63). Η αρετή που θαυμάζω περισσότερο σε έναν άνθρωπο... Η ακεραιότητα, το αίσθημα δικαιοσύνης. Θεωρώ σημαντικό στους φίλους μου...Το να μου λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Θεωρώ έσχατο βαθμό δυστυχίας... Την ανέχεια, τον πόλεμο, τον άνισο καταμερισμό του πλούτου σε σημείο απανθρωπίας, τους εξευτελισμούς που υφίστανται άνθρωποι από ανθρώπους,την έλειψη δυνατοτήτων, την έλειψη οραμάτων, την άγνοια, που βεβαίως όλα μεθοδεύονται από τις κάθε είδους εξουσίες. θα ήθελα να γίνω... Να το θέσω κάπως αλλοιώς: Θα ήθελα να διατηρήσω ό,τι καλό μπόρεσα και πήρα από τη ζωή, ό,τι συναισθήματα ένοιωσα παρ' όλο που πολλά απ'αυτά με τσάκισαν. Θα ήθελα να μαθαίνω συνέχεια γιά νά πληγώνω λιγότερο τους ανθρώπους και τον εαυτό μου. Συχνά αναρωτιέμαι... Ποιοί είμαστε στ'αλήθεια, τι κρύβουμε από τον εαυτό μας που μας εμποδίζει να προχωρήσουμε, τι να γίνεται άραγε σ'αυτό το ασυνείδητο που διαρκώς το βρίσκουμε μπροστά μας και όμως παραμένει άγνωστο για μας. Μισώ... Την απάθεια, την έλειψη φροντίδας προς τους άλους, τα σκοτεινά παίγνια των εξουσιών με τις εγκληματικές τους συνέπειες. Θα άλλαζα στην πόλη μου... Εκείνους τους τεράστιους προβολείς του σταδίου που καταργούν κάθε είδος μέτρου,τις ακαλαίσθητες πολυκατοικίες που κτίζονται κατά δεκάδες και για τις οποίες οι κατασκευαστές τους είναι και περίφανοι, τους ανίδεους που κάθονται σε θέσεις επιτελικές. Θα άλλαζα στον κόσμο... Παντός είδους εξουσίες που εγκληματούν κατ'εξακολούθησιν. Εύχομαι...Να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση. Ονειρεύομαι... Συνεχώς. Πολιτικοί... Κάτι κουστουμάτοι γιάπις που δεν έχουν τελειωμό οι υποσχέσεις τους. Ποίηση... Το έχω ξαναπεί: το αντίδωτο του θανάτου. Γραφικές τέχνες... Οι τέχνες που μπορούν και περιέχουν πολλές άλλες επιμέρους τέχνες με θαυμαστά (αν υπάρχει γνώση και φαντασία), αποτελέσματα. Κρήτη... Η πατρίδα μου, το σπίτι μου, το χώμα που μυρίζει, τα βουνά, η θάλασσα, η ιστορία, τα παραμύθια. Κινηματογράφος... Μια άλλη ζωή, το όνειρο. Η αγαπημένη μου τέχνη. Η αγαπημένη μου ταινία... Χιροσίμα αγάπη μου. Οι αγαπημένοι μου συνθέτες... Χατζηδάκις, Θεοδωράκης, Λοίζος, Καραίνδρου, Δ. Παπαδημητρίου, η δημοτική μας μουσική τα ριζίτικα αλλά και ο Σούμπερτ, Σοπέν, Μπετόβεν, Σκριάμπιν, η προκλασική μουσική και πολλές άλλες μουσικές που τις ακούω κάπου και δεν ξέρω σε ποιό είδος ανοίκουν. Το τραγούδι μου... Ο Κεμάλ του Μάνου Χατζηδάκι. Μου ταιριάζει η φράση... Θα έλεγα με συγκινεί το '' Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω" Θα ήθελα να ρωτήσω... Γιατί μου κάνατε αυτές τις ερωτήσεις; «Στο αντικρινό κλαδί κοιμούνται ήσυχα τα πουλιά. Μόνο ο λύκος υποψιάζεται την παγίδα, το κενό που άνοιγες τόσες νύχτες μέσα σου και μεγάλωσε. Όλος ο δρόμος ένα χαντάκι, δεν περνά απέναντι. Εδώ, στο λίγο, θα μάθεις να περπατάς» (Ιανουάριος 2003 από τη σελ. 55)