ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΕΙΝΑΙ: ΜΕΣΟΝ ή ΣΚΟΠΟΣ; (Όσο κι αν επικαλεστείς την ειρωνεία, δεν είναι ρόλος η κραυγή κατά την πτώση!):

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ (Α, το προσκήνιο! Α, ο συμβολισμός –το άλλοθί του… Α, το ιδεολόγημα, Α, τα φαντάσματά σου!.. Α, οι κοινοτοπίες! Α, τα όρια και οι κοινοτοπίες των ορίων!.. Τα κατοικίδια σου που τα στείρωσες για ν’ αποφύγεις πόνους τοκετού κι επιμειξίες… Α, η αλήθεια, Α, η εξαπάτηση!.. Ζώα τσιμπούρικα κι οι δύο, που ψάχνουν στον ίδιο κάδο την τροφή τους… Σκέφτεσαι με όλους τους δυνατούς συνδυασμούς των συνειρμών σου: ποια είναι τα ψίχουλα του πάθους που αξιώθηκες του ανομολόγητου που γέρνει από πάνω σου σαν γέρικο κρανίο; Ξέρεις καλά, αν ξεστρατίσεις και χαθείς στο στοιχειωμένο δάσος, καμιά νεράιδα δεν προβλέπεται στους όρους του. Μα, φυσικά και δεν σε ειρωνεύομαι! Είναι ο κανόνας που δεν έχει εξαιρέσεις: είτε τον δράκο εμπιστευτείς είτε τη μάγισσα, στο τέλος του παραμυθιού θα ζήσουν αυτοί καλά, χωρίς εσένα!):

Με τον τίτλο ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ (ένα μελόδραμα) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη το 13ο ποιητικό βιβλίο του Σταύρου Ζαφειρίου.  Μια εσωτερική διαδρομή με άξονα τη διερώτηση για την κοινοτοπία του κακού, της τρέλας, της φιλοσοφίας της ζωής, του χρόνου μέσα από τις πνευματικές και υλικές της εκφάνσεις, των κυρίαρχων συναισθημάτων που καταδυναστεύουν ή εξυψώνουν τη συνείδηση. Ενδεικτικές του θέματος είναι οι τρεις παραπομπές, που εν είδει motto, προτάσσονται στη σελ. 9 του βιβλίου.  Η πρώτη είναι ένα απόσπασμα από to βιβλίο της Hannah Arendt «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού», εκδόσεις Νησίδες 2009 μετάφραση Βασίλης Τομανάς):   «Το πρόβλημα με τον Άιχμαν ήταν ότι υπήρχαν πολλοί σαν αυτόν, και οι περισσότεροί τους δεν ήταν διεστραμμένοι ούτε σαδιστές, αλλά ήταν, και εξακολουθούν να είναι, φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί. Από την άποψη των νομικών θεσμών μας και των ηθικών αξιολογήσεων, το γεγονός ότι είναι φυσιολογικοί είναι ακόμη πιο τρομακτικό από όλες τις θηριωδίες, γιατί υποδείκνυε ότι αυτός ο εγκληματίας νέου τύπου διαπράττει τα εγκλήματά του σε συνθήκες στις οποίες αδυνατεί να ξέρει και να νιώθει πως κάνει κάτι κακό» Το βιβλίο αυτό είναι στην ουσία μια φιλοσοφική μελέτη για την «κοινοτυπία του κακού», την οποία πολλαπλώς θα αξιοποιήσει σ’ όλη τη σύνθεσή του ο Ζαφειρίου.  Το πρόβλημα που τον απασχολεί είναι τα όρια της «ηθικής κρίσης»: η δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στο καλό και το κακό. Προσπαθεί να καταλάβει την Άρεντ, να εννοήσει τις συνθήκες που επικαλείται, κάτω από τις οποίες ένα σωρό «φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί» Άιχμαν, όχι απλώς έπραξαν, και εξακολουθούν να πράττουν, το κακό, αλλά κυρίως «αδυνατούν να ξέρουν και να νιώθουν πως κάνουν κάτι κακό»!..  
Η δεύτερη παραπομπή (αγνώστου προελεύσεως) είναι ένα διπλό ερώτημα που αναφέρεται στη σχιζοφρένεια του Βαν Γκογκ: «Γιατί άραγε ο Βαν Γκογκ επιδόθηκε σε τέτοιες κοινοτοπίες της τρέλας; Γιατί ζωγράφισε το πρόσωπό του με κομμένο το δεξί του αυτί και δεν ζωγράφισε το αυτί του το ίδιο;».
Η τρίτη και τελευταία παραπομπή είναι ένα απόφθεγμα του Ludwig Wittgenstein: «Αυτά που ανακαλύπτουμε στη φιλοσοφία είναι όλα κοινοτοπίες. Η φιλοσοφία δεν μας διδάσκει καινούρια γεγονότα, μόνο η επιστήμη το κάνει αυτό. Αλλά η σωστή σύνοψη αυτών των κοινοτοπιών είναι εξαιρετικά δύσκολη και έχει τεράστια σημασία. Στην πραγματικότητα, η φιλοσοφία είναι μια σύνοψη κοινοτοπιών».

Διαβάζοντας το βιβλίο του Σταύρου Ζαφειρίου, καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι καθόλου τυχαίες οι παραπάνω τρεις παραπομπές που έχουν κοινό σημείο αναφοράς τις κοινοτοπίες.   Καθόλου τυχαία και η επιλογή του τίτλου καθότι η  άποψη που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θέλει να περάσει ο συγγραφέας, για τα παραπάνω προβλήματα/ θέματα/ κοινοτοπίες, είναι πως έχουν τα χαρακτηριστικά των νοσημάτων που χαρακτηρίζονται αυτοάνοσα: εμφανίζονται στις κοινωνίες των ανθρώπων φαινομενικά από το πουθενά (ή ξαφνικά) αλλά επί της ουσίας με αυστηρά προδιαγραμμένη την ιστορική τους πορεία και, το κυριότερο, χωρίς να μπορεί η κοινωνία να αντιδράσει και να προστατευτεί αποτελεσματικά από τη «μολυσματική» τους δράση, αφού, σ’ αυτές τις περιπτώσεις  η ίδια η κοινωνία με τους οργανωμένους θεσμούς της στρέφεται εναντίον του εαυτού της. Το τραγικό σ’ αυτή την περίπτωση   «δεν είναι οι θεράποντες μα οι τιμητές και η αθυμία τους για την αναγωγή των επιθέτων, που τα στριμώχνει η ενοχή μέσα στη χαίνουσα συνεκφορά των στίχων… Οι τιμητές και η άλωση των αριθμών απ’ τις στατιστικές τους» (Επί της Ουσίας σελ. 39). Υπάρχει κάθαρση; «Ο φόβος και το έλεος δεν οδηγούν στην κάθαρση αλλά στο τίμημα των συναινέσεων της… Κι ό,τι κομίζεις, πεπρωμένο ή παρόρμηση  ή τον μηρυκασμό του αφρού στην πλημμυρίδα, δεν είναι παρά ο επιτονισμός της προσωδίας», γράφει ο ποιητής ως «ο από μηχανή δραματουργός, υψώνοντας απ’ την καταπακτή το φάντασμα με τα’ ανοιγμένα χέρια»! (σελ. 28) «Κι όσο κι αν σε υπερασπίζεται η ψευδαίσθηση, ως επαλήθευση των λογικών προτάσεων σου, αλίμονο! Ανάμεσα στις λέξεις και το νόημα σκάει στα γέλια η γραμματική των γεγονότων» (Επί της ουσίας, τρίτο μέρος μελοδράματος σελ. 30)… «Στόχος, εντούτοις παραμένει η εξημέρωση και η προσαρμογή της Ιστορίας, η αναγκαιότητα ν’ ανακαθοριστεί το δέος της, που λειτουργεί σαν φρόνημα των νέων συνωνύμων» (σελ. 39).

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο του βιβλίου που δικαιολογεί τον μέσα σε παρένθεση υπότιτλο (ένα μελόδραμα) είναι τα θεατρικά του στοιχεία. Ειδικά στην πρώτη ενότητα με τίτλο Το Θέμα, έχουμε σκηνοθετικές οδηγίες, ανώνυμα πρόσωπα και το διάλογό τους οργανωμένο σε έντεκα σκηνές. Με διάλογο, ανάμεσα στις κρυμμένες πίσω απ’ την αυλαία φωνές, που τώρα αποκτούν όνομα, ολοκληρώνεται η ποιητική σύνθεση στην τελευταία ενότητα που φέρει τον τίτλο Αυλαία! Το Πλαίσιο είναι ο τίτλος της 2ης ενότητας όπου απαριθμούνται και αναλύονται τα προαπαιτούμενα της μνήμης, των θεατρίνων, των τυμβωρύχων…  
Κύριο μέρος του μελοδράματος είναι η 3η ενότητα γιατί εδώ ο συγγραφέας μπαίνει στην ουσία του θέματος του (Επί της Ουσίας 31 σελίδες). Στο Τέλος και η Αυλαία είναι οι δύο τελευταίες ενότητες του βιβλίου. Η αυλαία έχει πέσει, οι θεατές έχουν αποχωρήσει αλλά ακούγονται ακόμα οι δύο φωνές των προσώπων για τα οποία ο ποιητής, κλείνοντας την όλη σύνθεσή του μας δίνει μέσα σε παρένθεση την παρακάτω πληροφορία: «Τα πρόσωπα είναι τελείως πραγματικά, αν και ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα των παιχνιδιών του Beckett. Άλλωστε, ο Μπέκετ πάντα περίμενε εκείνον που θα ερχόταν, γι’ αυτό και άνοιγε την πόρτα του όταν χτυπούσαν»      

Ο Σταύρος Ζαφειρίου, συνεπικουρούμενος από θεατρικές πρακτικές και αναγνώσεις και από την Ιστορία ως γεγονός, ως ενοχή και ως προσαρμογή στα νέα συνώνυμά της, με το ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ μελόδραμα του στοιχειοθετεί έναν προσωπικό μύθο για τη γραφή και τη γλώσσα, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες τους να εκφράσουν τη θέση και τη θέαση του ανθρώπου στη σημερινή κοινωνία, όπως αυτή προβάλλει ως σύγκρουση ανάμεσα στο φαντασιακό και την αναγκαιότητα.
Μ’ όλα τα παραπάνω θα έγινε παραπάνω από σαφές, νομίζω, ότι και με το ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα βιβλίο κατ’ όνομα (και στη μορφή στο μεγαλύτερο μέρος του) ποιητικό που όμως στους στίχους και στους άλλους παρένθετους στοχασμούς του συγγραφέα κυριαρχεί η διάθεση φιλοσοφικής έκθεσης ενός θέματός που ορίζεται από την αρχή, τίθενται τα θεμέλια/ ερωτήματα, προσδιορίζονται οι διαφορετικές πλευρές της εξέτασης και ανοίγονται οι δρόμοι για την Επί της Ουσίας διερεύνησή του. Είναι μια σπάνια περίπτωση γόνιμης σύζευξης ποίησης με τη φιλοσοφία. Το τελικό αποτέλεσμα,  για τον επίμονο και υποψιασμένο σε θέματα ποίησης και φιλοσοφίας αναγνώστη, είναι συναρπαστικό. Θα τολμούσα να πω πως η μελέτη του βιβλίου επαληθεύει στο έπακρο τους περί την ποίηση αφορισμούς του  Ρίτσου στη Σονάτα του Σεληνόφωτος. Διαβάζοντας προσεκτικά το Αυτοάνοσο Μελόδραμα αισθάνεσαι εκείνον τον «ωραίο, ανάλαφρο, εξαίσιο ίλιγγο», εκείνο τον πονοκέφαλο και τη ζαλάδα από το διαρκές ταλάντευμα στα δύσβατα και ανηφορικά μονοπάτια των φιλοσοφικών στοχασμών, εκείνο το επαναλαμβανόμενο «βαθύ-βαθύ… πέσιμο, βαθύ-βαθύ… ανέβασμα», και η «βαθιά-βαθιά κι αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής» σε κυριεύει καθώς «θα ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα». Χωρίς υπερβολή «Ανάσα ωκεανού»!..       

Στη συνέχεια δίνονται αντιπροσωπευτικά αποσπάσματα απ’ όλες τις ενότητες του έργου μ’ ένα σύντομο σχολιασμό για την καθεμιά από αυτές. Εκ των πραγμάτων το βάρος πέφτει στην τρίτη Επί της Ουσίας ενότητα όπου τίθεται το δίλημμα «Μέσον ή σκοπός; Τίποτε. Κι αν η επίρρωση, κι αν ο δογματισμός των προταγμάτων μπορεί να γίνουν τα αντίβαρα της πλάστιγγας, μόνον η πείρα των νεκρών ξέρει προς τα πού γέρνει η απάντηση, ποιος είναι ο τρόπος για ν’ ανθίσουν οι γκρεμοί σε αυτό το βάθος» (σελ. 31) Το βασικό δίλημμα μπορεί να ήταν και να είναι μέσον ή σκοπός, ο συγγραφέας όμως «αγιάζει» με την τέχνη του τη σκέψη  «με όλους τους δυνατούς συνδυασμούς των συνειρμών» έστω κι αν ακόμα οι αμφιβολίες του για τις δυνατότητές της παραμένουν ισχυρές. Αναρωτιέται: «μήπως η ίδια η τέχνη σου είναι τ’ αλέτρι του ουρανού που εκχερσώνει τη λυρική αμμουδιά των στοχασμών σου; ή μήπως η ίδια η τέχνη σου οδηγεί σαν τσοπανόσκυλο τις λέξεις στο μαντρί τους;» (σελ. 32) και αμέσως παρακάτω οικτίρει την έπαρση του νου:   «Ανόσιε νου! Ούτε το συναξάρι των ενστίκτων σου τόσο καιρό δεν έχεις ξεφυλλίσει» (σελ. 33) «Κατάντικρυ στα μάτια σου – τι βλέπεις; Τίποτε! Μόνο σαν τυφλός σέρνεις το δάχτυλο πάνω στο ανάγλυφο αίνιγμα της σφίγγας: «Τι το όν;». Και το υπόλοιπο, εκείνο με τα πόδια. «Άνθρωπον λέγεις!», απαντάς με σιγουριά, μα ο ευφημισμός σου είναι λάθος» (σελ. 57)        (στη φωτογραφία  λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου: Κεφάλι, μεικτή τεχνική σε ξύλο του Σταύρου Παναγιωτάκη) 



Β. ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Το Θέμα (σκηνοθετικές οδηγίες και δυο ανώνυμα πρόσωπα συζητούν επί του θέματος):
Το Μελόδραμα αρχίζει με τις σκηνοθετικές οδηγίες που είναι αρκούντως διαφωτιστικές. Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι η σκηνή είναι άδεια και μόνο δυο πρόσωπα, με τα καθημερινά τους ρούχα,  είναι ακροβολισμένα στις δύο γωνίες της σκηνής. Το έργο αρχίζει όταν τα πρόσωπα με βιαστικά βήματα επαναλαμβάνουν διαρκώς διαγώνιες διαδρομές από τη μια γωνιά της σκηνής προς την άλλη. Κάθε φορά που συναντώνται στο κέντρο σταματούν, κοιτάζονται κι ανταλλάσσουν γρήγορες κουβέντες και συνεχίζουν τη διαγώνια διαδρομή τους. Αυτό επαναλαμβάνεται διαρκώς, μέχρι να συμφωνήσουν, επί του θέματος τους φυσικά ή να μείνουν στα κρύα του λουτρού με το δίκιο του ο καθένας.   Ο διάλογος τους είναι οργανωμένος σε 11 σκηνές. Αντιγράφουμε ενδεικτικά το διάλογο από την ΣΤ Σκηνή:
-Σκέφτηκες;
-Τι να σκεφτώ;
-Μα, επί του θέματός μας. Γι’ αυτό δεν συζητάμε τόση ώρα; Σου είπα: Τα περιθώρια δεν είναι απεριόριστα.
-Κι εγώ σου είπα: Ποτέ δεν είναι αργά.
-Αυτό το λες εσύ.
-Πράγματι! Επειδή ποτέ δεν είναι αργά.
Έχουμε, λοιπόν, σε κάθε σκηνή έναν επαναλαμβανόμενο διάλογο επί ενός θέματος που δεν ορίζεται με λέξεις, που ομολογουμένως είναι κα-τα-πλη-κτι-κο, με εμφανή την αναγκαιότητα να επανέρχονται επί αυτού του θέματος για την ανάπτυξή του και προς τα αριστερά και προς τα δεξιά, αράδα την αράδα, παράγραφο προς παράγραφο, με τρόπους του λέγειν αλλά και της γραφής, χωρίς να είναι πρόβλημα η κατεύθυνση, το από πού και προς τα πού, χωρίς να τους νοιάζει ο χρόνος που ξέρουν ότι κάποτε θα εξαντληθεί.  Δεν απελπίζονται όμως, γιατί οι λέξεις μπορεί να αργούν αλλά πάντοτε έρχονται. Και τελικά είχαν δίκιο, το θέμα τους, πράγματι, είναι καταπληκτικό. Καταπληκτική και η σύλληψη του ποιητή να χωρέσει σ’ αυτές τις έντεκα επαναλαμβανόμενες σκηνές το Φαύλο Κύκλο ενός Αδιέξοδου Διαλόγου που γίνεται για την επιβεβαίωση ότι γίνεται ή όπως λέει παρακάτω περιγράφοντας το Πλαίσιο «χρεία κι ενός μηνύματος που να ενθαρρύνει την παραδοχή του ασύμβατου ανάμεσα στο υπάρχω – δεν υπάρχω…»    Προσώρας ουδέν άλλο σχόλιο!..

Γ. ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Το Πλαίσιο (υπάρχουν τα εξής πέντε προαπαιτούμενα –του «αυτοάνοσου μελοδράματος»):
α) ΜΝΗΜΗ: «Το κράτημα της μνήμης απ’ τη συρόμενη χειρολαβή του χρόνου –αν υπάρχει…»
β) ΟΙ ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ:  Έξοχη η μεταφορά για την υποκριτική τους τέχνη: μοιάζει με τη μανία μικρών παιδιών να κάνουν κομματάκια τα παιχνίδια τους με την ιδέα ότι μπορούν να τα ξανασυναρμολογήσουν –αστεία υπόθεση!
γ) Η ΕΝΟΧΗ, που παρομοιάζεται με την τέλεια σκιά «που δεν σας παρατάει ούτε στου ήλιου καν την κατακόρυφο»
δ) ΧΑΡΤΙΝΗ ΦΙΓΟΥΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΜΠΟΥΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ: ευρηματική η εικόνα του προσώπου «που φωτίζεται πίσω από τον μπερντέ και το κινούν με τα ξυλάκια του οι συμπαίχτες»
ε) Στην Πέμπτη και τελευταία θέση των προαπαιτούμενων τοποθετεί  ο ποιητής τους ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΥΣ, στους οποίους αφιερώνει τρεις σχεδόν σελίδες ποιήματος με εικόνες και μεταφορές ισοδύναμες του μοιραίου ρόλου τους. Πρώτα-πρώτα μαθαίνουμε ότι οι Τυμβωρύχοι σκάβουν «νύχτα τις ψυχές για λίγο αίμα –αίμα γαρ αυτάς είναι ου εξελθόντος ή τραπέντος απόλλυσθαι όλον τον άνθρωπον…»
«Κι έπειτα ακολουθούν δίχως σειρά:
Οι υλακές των σκύλων, οι σημαίες,
η αδικαίωτη εποχή των προταγμάτων,
οι υποχθόνιες διαλέξεις των νεκρών

και σαν παλιά, παλιά εμμονή
που ψάχνει να ’βρει ράγες μες στους στίχους:
ο μακρινός χαιρετισμός του τραίνου των Ετρούσκων
(Ακούγεται το σφύριγμα
κι οι σιδηροτροχιές που αλλάζουν θέσεις)  (σελ. 22)
…………………………………………..
Κι ενώ κανείς δεν έμαθε όσα έγιναν
ούτε αποφασίστηκε να γίνουν
(από νωχέλεια μάλλον
κι όχι επειδή παρέλυσε ο νους του απ’ τη βουή),

ιδού, αυτοπροσώπως οι αρχάγγελοι
όλο ρομφαίες και φτερά σε μια δημιουργία
που έχει κοστίσει, και κοστίζει ακριβά,
η διακόσμησή της.

Ιδού ο παράδεισος,
επικερδής επένδυση στη μαστοριά του φόβου
-κουβέρτα που τυλίγεται γύρω απ’ τη ζωή,
για να κρατάει στα ζεστά τις νέες φύτρες.

Στο μεταξύ,
μια νέα γλώσσα αναπρογραμματίζει τους χρησμούς,
τα ειπωμένα κι αυτά που θα ειπωθούν
απ’ το μεγάλο στόμα των τεράτων.
Μια νέα γλώσσα κρεμασμένη στον ιστό,
που δεν διακρίνει τα στοιχειά απ’ τα στοιχεία. (σελ. 24)

Δ. ΤΡΙΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: «Επί της Ουσίας» «καθώς τα πράγματα βάζουν τις λέξεις να τα πουν με τ’ όνομά τους:  «τι πλήξη η γνώση του καλού και του κακού… Τι αγγαρεία παλαίμαχων θεών το ξεχορτάριασμα του δίστρατου που ενώνει την άγνοια της φύσης σου με τη συνείδησή σου!..»
Κύριο μέρος της ποιητικής σύνθεσης ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ είναι η ενότητα στην οποία ο Ζαφειρίου δίνει τον κυριολεκτικό τίτλο Επί της Ουσίας. Προηγήθηκε η κατάλληλη προετοιμασία του Θέματος και δόθηκαν στοιχεία για το Πλαίσιο του. Η Ανάπτυξη των λεπτομερειών για το ιδεολόγημα της γνώσης του καλού και του κακού, που για το συγγραφέα είναι η βασική κοινοτοπία που στοιχειώνει τα φαντάσματα του ανθρώπινου γένους, («πλανόδιου ιεροξεταστή που κατακεραυνώνει την τελετή του πόνου σου» (σελ. 35), γίνεται στην εκτενή αυτή ενότητα (31 συνολικά σελίδες) «Η αδιατάρακτη ησυχία ενός μέλλοντος που κατισχύει του καλέσματος του νόστου –για μέλλον-φως μιλά η στάχτη που απόμεινε από τα ολοκαυτώματα του λόγου!.. Το μέλλον όμως είναι ο χρόνος που υπολείπεται… απ’ την ανάγκη της γραφής ν’ αδειάσει μέσα σου τα αποτσίγαρα της μεταφυσικής της (σελ. 30)… «Υπερθεματισμός, θα πεις, των παραδοξοτήτων… Χάλκευση της αιτίασης, θα πεις, να ’χουν δουλειά οι ένορκοι και οι ερμηνευτές των εγκυκλίων (σελ. 36).
Δηλώνω αδυναμία να σχολιάσω περαιτέρω την ενότητα αυτή. Οι όποιες εξηγήσεις ή ερμηνείες (πέραν των γενικών σχολίων στο τέλος του εισαγωγικού σημειώματος) θα μπορούσαν να είναι ίσως μια πρόταση που θα κατευθύνει την ανάγνωση προς τη μια ή την άλλη πλευρά αλλά περισσότερο θα ήταν οι παρωπίδες μιας δικής μου πρόσκαιρης προσέγγισης που θα απονεύρωνε το κείμενο από τη δυναμική του, τη γλώσσα από τη χάρη και τους χυμούς της και από τις φιλοσοφικές αναζητήσεις την ουσία τους. Γι’ αυτό επιλέγω την εύκολη λύση: ν’ ανθολογήσω (πάλι με το δικό μου υποκειμενικό κριτήριο) εκτεταμένα αποσπάσματα που δίνουν ένα στίγμα απ’ όλα τα παραπάνω με συνειδητή πρόθεση να διεγείρω την περιέργεια, τη φιλομάθεια και την αγάπη για την ποίηση και τη φιλοσοφία όσων πιστών… Το βασικό δίλημμα μπορεί να ήταν και να είναι: «Μέσον ή σκοπός;» (σελ. 31) ο συγγραφέας όμως «αγιάζει» με την τέχνη του τη δύναμη της σκέψης  και, παρόλες τις ενστάσεις που πηγάζουν από τη γνώση  για τις «καταχρήσεις» της, προτείνει εμμέσως πλην σαφώς στον αναγνώστη του να σκέφτεται  με όλους τους δυνατούς συνδυασμούς των συνειρμών του (σελ. 31)  «Κι όταν αυτό που απαιτείται απ’ τη ζωή είναι ο αλγόριθμος του ατελέσφορού της, μένει το σχήμα μοναχά των αλληγοριών ν’ ανακαλεί στην τάξη τα φαινόμενα» (σελ. 37):   «Κι επιπροσθέτως γίνεται μια παραδοχή: Ό,τι μπορούν οι άγγελοι είναι εξίσου δυνατόν και για το πανδαιμόνιο. (Άλλωστε και ο διάβολος ανήκει στο οικοσύστημα του ίδιου παραδείσου (σελ. 37). «Παραδοξότητες θα πεις…  Ό,τι κι αν πεις υπάρχει περισσότερη αλήθεια στα ελαττώματα παρά στις αρετές των υλικών σου… Και οι ποιητικές σου επωδοί δεν είναι παρά η μίζα που συμφώνησες με τους προμηθευτές της συντεχνίας» (σελ. 44). «Μην αμφιβάλεις! Και προπάντων μην ελπίζεις ότι ο Μαγικός Αυλός θ’ αδειάσει από τα τρωκτικά το βεστιάριο σου» (σελ. 54) «Κι ούτε να σου περάσει από το νου πως θ’ αποφύγεις έτσι την εκδίκηση της ξαστεριάς που αντίστρεψες, θέλοντας να κρυφτείς από το φως»
       
1.    Ο φόβος και το έλεος δεν οδηγούν στην κάθαρση αλλά στο τίμημα των συναινέσεών της» (σελ. 27-28)
Η αλήθεια είναι πως και να πηδήξεις στο κενό
δεν προλαβαίνεις να μετρήσεις την κενότητα
και, ασφαλώς, δεν είναι επιχείρημα η βαρύτητα
ούτε η απόσταση είναι διαλεκτική
-κάτι που δεν διδάσκεται στις πρόβες του θανάτου
και ξεσκεπάζεται την ώρα της παράστασης

Όσο κι αν επικαλεστείς την ειρωνεία
-σαν μέθοδο διαλεκτικής κι αυτή-,
δεν είναι ρόλος η κραυγή κατά την πτώση.
(Αν και στο τέλος είναι η κριτική που αποφασίζει).

Κι αυτό που ψάχνεις  ίσα-ίσα με το βλέμμα σου,
σαν τη μοναδική σου διαφυγή,
δεν είναι άνοιγμα ή οδός
μα ο συμβολισμός του προσκηνίου.

Α, το προσκήνιο!.. Α, ο συμβολισμός –το άλλοθί του!
Λειψά σκεπάζει η γάζα τους τη διεκτραγώδησή σου
-μύθοι και δήθεν τραύματα από χαμένες μάχες,
χρώμα το αίμα και σκληρός ο φωτισμός,
να φαίνεται αίμα.

Κι όμως, εντέλει είναι τόσο απλό:
Σ’ αυτόν το θίασο της μισθοφόρου γλώσσας,
όπου τα σείστρα του Χορού
ανακαλούν το τραύλισμα του Αγγελιοφόρου,
ο φόβος και το έλεος δεν οδηγούν στην κάθαρση
αλλά στο τίμημα των συναινέσεών της

κι ό,τι κομίζεις, πεπρωμένο ή παρόρμηση
ή τον μηρυκασμό του αφρού στην πλημμυρίδα,
δεν είναι παρά ο επιτονισμός της προσωδίας.

[Πάντα θα υπάρχει τούτη η αντιφρόνηση: Η τέχνη να αγωνιά για την εκπλήρωση του ιδεαλισμού της και η τεχνική να επαίρεται πως κουβαλά στις πλάτες της τα αυτονόητα φαινόμενα της τέχνης. Πάντοτε τούτη η ματαιόδοξη διαμάχη της προβολής με τον προτζέκτορά της, και ανάμεσά τους η δέσμη του φωτός να ξύνει το κεφάλι]

2.    Δεν βγάζεις άκρη, ε; Και πού να βγάλεις! (σελ. 28-30)
Όμως, καθώς σε αναγκάζει η συγκατάβαση
και οι λίγες λέξεις που μπορείς
πνίγονται μες στον οδυρμό των διασωθέντων,
να ο από μηχανής δραματουργός,
υψώνοντας από την καταπακτή
το φάντασμα με τ’ ανοιγμένα χέρια.

Μα ούτε κι αυτή η λύση σου αρέσει.
-Τόσο αδιέξοδη, θα πεις η φαντασμαγορία,
το άυλο του βασιλιά
στην πιο ανέκκλητη στιγμή της τραγωδίας.

-Κάποιο δαιμόνιο, θα πεις, στον προσχεδιασμό του,
στο τέχνασμα μιας ηθικής που επιστρατεύει
ένα φθαρμένο λείψανο, για να εξευγενίσει
την απογυμνωμένη βαρβαρότητα
στον θρήνο του εξόδιου χορικού.
(Πέπλο κενό το αντίφωνο του οίκτου
που μπαίνει σε παράταξη πομπής).

Τόπος κοινός!
Ό,τι ξεβράζει η εποχή στα επεισόδια της
είναι η μίμηση της μάσκας του θεατού,
είναι η άπνοια της θερινής νυκτός
και η αστική υπομονή των εδωλίων.

Τρόπος κοινός!
Σε τούτο το συμβόλαιο των ηθών
όπου απευθύνεται η υπόκλιση των δρώντων,
ποιος δίνει σημασία στην αντίφαση
ανάμεσα στην τέλεση του προδιαγεγραμμένου
και τον αδάκρυτο απόπλου των ομόδημων;

Αδύνατον ν’ αφουγκραστείς
την παλμική φωνή των παραλλήλων,
την άθυμη ηχώ του άδειου στήθους
στις φθίνουσες ανάσες της απώλειας.

Η αδιατάρακτη ησυχία ενός μέλλοντος
που κατισχύει του καλέσματος του νόστου
-για μέλλον-φως μιλά η στάχτη που απόμεινε
από τα ολοκαυτώματα του λόγου
το μέλλον όμως είναι ο χρόνος που υπολείπεται
απ’ την ανάγκη του καπνού να επιστρέψει,
απ’ την ανάγκη της γραφής ν’ αδειάσει μέσα σου
τα αποτσίγαρα της μεταφυσικής της.

Κι όσο κι αν σε υπερασπίζεται η ψευδαίσθηση,
ως επαλήθευση των λογικών προτάσεων σου,
αλίμονο!
Ανάμεσα στις λέξεις και το νόημα
σπάει στα γέλια η γραμματική των γεγονότων.

Ποιος ήταν που απαξίωσε τη σιγουριά της στίξης;
Κάτι χειρότερο: Ποιος κόβει πίσω του το νήμα που του πρόσφερε
τόσα θαυμαστικά των λαβυρίνθων!

3.    Ποτέ ο πόθος μας δεν είναι διαδρομή (σελ. 33- 34)
Ανόσιε νου!
Ούτε το συναξάρι των ενστίκτων σου
τόσο καιρό δεν έχεις ξεφυλλίσει.

Πότε νηφάλιος,
και άλλοτε τρεκλίζοντας από τη νοσταλγία
(είναι φορές που λησμονείς ότι η μνήμη
δεν είναι αποκύημα ή φουντωμένη κόφτρα
μα οι ανοιχτοί λογαριασμοί με τα προσχήματά σου),
ενώ οι συνθήκες επιβάλλουν  ισοδύναμα,
κρατώντας από τα λουριά
τις εξαγριωμένες ματαιώσεις.

-Με τ’ όνομα που μου ’δωσες να με καλείς και θα ’ρχομαι
με όλο τον πόθο των δεκαοχτώ μου χρόνων.
Λίλιθ με λες
κι έχω βελόνες αειθαλούς ανάμεσα στα δόντια,
να πλέκω νύχτα το ουρλιαχτό του λύκου στη σελήνη
(σου είπε).

Κι εσύ:
-Ποτέ ο πόθος μας δεν είναι διαδρομή.
Είναι παρών ευθύς μόλις υπάρξει,
κατά τον τρόπο που η κάθε ικανοποίηση
είναι παρούσα σαν απογοήτευση
που αναγνωρίζεται στην επιτέλεσή της.
(Με λίγο Wittgenstein στην αρχή
και λίγο Schopenhauer στο τέλος).

[Εντελώς μεταξύ μας: Παρότι ο Freud θεωρούσε ότι η τέχνη δημιουργείται από την «εξειδίκευση» της ανικανοποίητης λίμπιντο, ήταν ανοησία σου –σε οντολογικό επίπεδο, εννοώ- να δραπετεύσεις από τη συγκυρία μιας αχαλίνωτης ερωτικής στιγμής στο κεφαλόσκαλο, πολύ δε μάλιστα που είχε προηγηθεί εκείνη η απροσδόκητη ομίχλη από τη θάλασσα, που με μανία κυνηγούν οι σκηνοθέτες. Κατά τη γνώμη μου, μπορεί ο τόσος στοχασμός να ενεργεί ως αποφόρτιση των δυσλειτουργιών σου, όμως το αντίτιμό του είναι τρομερό]

Τι βγαίνει, εντέλει, από αυτήν την απομάγευση;
Μισή αλήθεια, ενώ των στίχων ο διασκελισμός
λιώνει με τις πατούσες του τα μέτρα
(χάρη χρωστάς στον κουρνιαχτό που αφήνει πίσω του
και κρύβει από τα μάτια σου το τέρας),
τον αποχρώντα λόγο του ανοίκειου.
(Freud και πάλι, μα κι η υπόλοιπη αλήθεια).

Εξ ου και ο ισχυρισμός πως ο έρωτας
είναι η θέση που κρατάμε για το φόβο
-το ζωντανό που ακολουθεί τη μυρωδιά των ούρων,
το σάλιο του οίστρου που εμφανίζει φωσφορίζοντας
την έξοδο κινδύνου.

Τις νύχτες όμως άκουγες Lou Reed
και τα πειρατικά του Tom Wiats.
Και γιατί όχι!

4.    Α, το ιδεολόγημα! Α, τα φαντάσματά σου!... (τι πλήξη η γνώση του καλού και του κακού) (σελ. 35)
Οργή πλανόδιου ιεροεξεταστή που κατακεραυνώνει
την τελετή του πόνου σου,
ομοιάζοντας την με την ώρα του φιδιού καθώς αλλάζει
αδιάντροπα το δέρμα του καταμεσής του δρόμου.

(Τι πλήξη η γνώση του καλού και του κακού,
τ’ αγγέλματα των Χερουβείμ,
τα θριαμβικά σημαίνοντα των θόλων!
Τι αγγαρεία παλαίμαχων θεών
το ξεχορτάριασμα που ενώνει
την άγνοια της φύσης σου με τη συνείδησή σου!.)

Πόσες φορές με πλάι σου τους παρακλητικούς,
δεν υποτάχθηκες στο αιρετικό θηρίο,
στην πολυκέφαλη εποχή που δικαιώνεται
απ’ την εφαρμοσμένη Αποκάλυψη!

Και πόσες δεν μετάνιωσες
που όποτε διάλεξες την αναρρωτική
από την έξαψη των επιθυμιών σου,
βρέθηκες ανερμάτιστος πάνω στο εύθραυστο κλαδί
που ροκανίζουν με απόλαυση οι τερμίτες!

5.    Γι’ αυτό σου λέω: Ολόκληρο το σύμπαν δεν αξίζει όσο ο σπασμός του ελαφιού στα δόντια των σκυλιών του (σελ. 40)
Έτσι συγχέοντας τα διαδικαστικά,
νομίζεις πως προβάλλονται σε οθόνες τα ιδεώδη
και ως δια μαγείας
ακυρώνεται στην πράξη το διακύβευμα…

Ακόμη και η εκχώρηση του δικαιώματός σου
στη χρήση της επιλογής
ανάμεσα στο έναστρο και τη βεβήλωσή του
δεν σε απαλλάσσει απ’ τον βραχνά της εμπειρίας.

Κι επιπροσθέτως, γίνεται μια παραδοχή:
Ό,τι μπορούν οι άγγελοι
είναι εξίσου δυνατόν και για το πανδαιμόνιο.
(Άλλωστε και ο διάβολος
ανήκει στο οικοσύστημα του ίδιου παραδείσου) (σελ. 37)

6.    Γι’ αυτό σου λέω: Ολόκληρο το σύμπαν δεν αξίζει όσο ο σπασμός του ελαφιού στα δόντια των σκυλιών του (σελ. 40)
Και ίσως χρειάζεται να περιπλανηθείς
πιο πέρα από τις προβολές της ομφαλοσκοπίας
και ν’ αντικρίσεις τα ιερά των κορυφογραμμών
-τόπους όπου η μαρμαρυγή
τυφλώνει με τον θάνατο τη λήθη…
στο φρύδι του μεσημεριού καθώς τα πράγματα
βάζουν τις λέξεις να τα πουν με τ’ όνομά τους.

Μαύρη η γλώσσα του πνιγμού και η βουή
του ποταμού –ποιού ποταμού;
ήσουν εκεί και η ορμή του ήταν ο δρόμος σου
να φτάσεις στα βαθιά των ερειπίων-,
το γύρισμα της φτερωτής και ο τριγμός της πέτρας,
αλέθοντας την κάμερα
που ασχημονεί πάνω στην άδοξη σορό
των σκηνογραφιών της (σελ. 40)

7.    Είμαι το απείκασμα ενός Άμλετ που θρηνεί μπροστά στο φέρετρο των προαιρέσεων του (σελ. 44 )
[Θέατρο δίχως σκηνικά, όπως συνήθως. Οι δεκαπέντε θεατές προσηλωμένοι στον πρίγκιπα της σαπισμένης χώρας, που ακολουθεί τη νεκρική σιγή των διερωτήσεων του: «Να ζει ως φάντασμα κανείς πάνω στα τείχη ή ως καύκαλο στα χέρια σου, που του μιλάς και δεν σου απαντάει; Ή να μη ζει, γυρίζοντας την πλάτη στο κοινό του;». Όπως και να ’χει,  δεν είναι πια το λείψανο που υποτάχθηκε στη μοίρα που υπακούει στη φθορά και στον μονότονο ρυθμό του υποβολείου] (σελ. 45)

Κι αν πλέον τα σημάδια των νεφών
δεν συνιστούν αξίωμα
αλλά συνθήκη αυτού που λεν «μεταμοντέρνο»
-κάτι σαν αναζήτηση
των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης,
με παραθέματα ειδήσεων στη νοηματική-
μην ξεγελιέσαι

η αισθητική της ερημιάς των ουρανών
-παρά τη διάθεση της αποδόμησής της-
είναι ακόμη επιρροή
του ανελέητου εκείνου «γεννηθήτω»:
Πρώτα το σκότος, να μη φαίνεται η αρχή,
μετά το φως, να φαίνεται το τέλος… (σελ. 46)

Α, οι κοινοτοπίες! Α, τα όρια
και οι κοινοτοπίες των ορίων!
Τα κατοικίδια σου που τα στείρωσες,
για να αποφύγεις πόνους τοκετού κι επιμειξίες...

Α, η επικράτεια σου για μια γέννηση
που αδράχνει από το γιακά τον γεννητή της.

Πολύς, πολύς ο άνθρωπος
για ένα άπειρο που μόλις και χωρά το μακελειό του.
Κι όσο κι αν ψάχνεις στον καθρέφτη σου να δεις
την αναγκαία θλίψη του παλιάτσου,
αυτό που κρύβει επιμελώς η ψιμυθίωση
είναι η βουβή συμμετοχή
στα χάπενινγκς που στήνονται
στους φράχτες των συνόρων...  (σελ. 47)

Πολύς, πολύς ο άνθρωπος,
για να περάσει από την τρύπα της βελόνας
και καν δεν είναι η πληρωμή της αμαρτίας
το ζητούμενο.

Ξέρεις καλά τη διαφορά
ανάμεσα στην οφειλή
και τα προαπαιτούμενα της χάρης.
Όταν το δάχτυλο σου δείχνει τη φωτιά
κι εσύ γυρίζεις και κοιτάζεις το φεγγάρι,
ξέρεις καλά:
όχι το δάχτυλο
μα το φεγγάρι σ’ έχει πάρει στο λαιμό του

Ε. ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ: Άραγε, ζει ο βασιλιάς; Μην απαντήσεις θα σου κλέψουν τη μιλιά κι άντε μετά να χτίσεις με νοήματα απ’ την αρχή τον κόσμο… Αυτόν τον κόσμο, τον ομογάστριο σου, τον όμοιο σου –
και ΑΥΛΑΙΑ: Ακούγονται μόνο οι δύο φωνές πίσω από τον αυλαία, των προσώπων που τώρα ονομάζονται να συνεχίζουν την αέναη αδιέξοδη συζήτησή τους):
-Χαμ!
-Ναι Κλοβ!
-Ένα παιχνίδι ήτανε, ε Χαμ;
-Ναι Κλοβ. Ένα παιχνίδι.
-Και τώρα τέλειωσε, έτσι δεν είναι Χαμ;
-Τέλειωσε Κλοβ; Ναι, τέλειωσε. Όπως τελειώνουν όλα τα παιχνίδια
-Κι όπως το είχες πει. Χωρίς η αρχή του και το τέλος του να έχουν σημασία.
-Λάθος σου το είπα Κλοβ. Έκανα λάθος! Πάντα η αρχή, πάντα το τέλος έχουν σημασία.
-Χαμ!
-Ναι Κλοβ!
-Κι αυτό… Για το παιχνίδι λέω. Θα παίζουμε το ίδιο κάθε μέρα;

-Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι Κλοβ. Μπορεί και ολόκληρη ζωή. Ποιος ξέρει…