Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

ΕΤΣΙ ΕΧΕΙ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ: ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΙ ΑΚΟΜΗ ΝΑ ΕΙΠΩΘΕΙ. ΜΑ ΜΟΥ ΞΕΦΕΥΓΕΙ (επειδή καμία λέξη δεν μπορεί να σπρώξει ως την κορφή της την ανάγκη):

«Αυτό που διαβάζετε είναι ένα χαμένο χειρόγραφο. Ή για να γίνω περισσότερο ακριβής, είναι λίγες χαμένες, εκτυπωμένες σελίδες, λίγα φύλλα χαρτιού μεγέθους Α4 που ανεξήγητα έπαψαν πια να βρίσκονται στα υπάρχοντά μου». Αυτή την, τρόπον τινά, σκηνοθετική οδηγία, διαβάζει κανείς ανοίγοντας το βιβλίο του Σταύρου Ζαφειρίου ΕΝΟΧΙΚΟΝ, Ο Μονόλογος ενός Δράστη, εκδόσεις Νεφέλη 2010. Ο βιαστικός ή προκατειλημμένος αναγνώστης ίσως αντιμετωπίσει αυτή την πρόταση σαν ένα γλωσσικό παιχνίδι. Είναι όμως μια «σύμβαση» που πρέπει να την αποδεχθεί, αν είναι αποφασισμένος να διαβάσει τα αποσπάσματα συμμετέχοντας ενεργά στις «συνθήκες» που προσδιορίζονται από το συγγραφέα στο πρώτο εισαγωγικό μέρος (Ι. corpus delicti σώμα του εγκλήματος): «παίρνω βαθιές ανάσες ανακούφισης όταν φαντάζομαι πως το γραπτό μου ίσως και να μην έχει απολεσθεί οριστικά, πως ακόμη και τούτη ακριβώς τη στιγμή κάποιος μπορεί να το κρατά στα χέρια του και να το ξεφυλλίζει. Όταν φαντάζομαι κάποιον ν’ αφοπλίζει μία προς μία τις φράσεις μου, αλώνοντας τα χαρακώματά τους. Μου είναι δύσκολο ωστόσο να προβλέψω πόσο ενδιαφέρουσες ενδέχεται να υπάρξουν για κάποιον αυτές οι λίγες εκτυπωμένες σελίδες, όπου δεν συντελείται το παραμικρό…» (σελ. 11-12). Σχήμα οξύμωρο ή μεταφυσική ανησυχία του συγγραφέα για την απήχηση του έργου του αντίστοιχη με τον προβληματισμό της ηρωίδας του Ρίτσου στη Σονάτα του Σεληνόφωτος; «μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι τα δίνω, μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω» «τα κοράλλια και μαργαριτάρια και τα ζαφείρια» που ήταν εκεί  το  «χαμένο –στα βάθη της νιότης- χειρόγραφο»!.. Το αληθινό χειρόγραφο όμως δεν χάθηκε ποτέ... Ενσωματώθηκε στα συμφραζόμενά του... Στη συνέχεια του βιβλίου διαβάζουμε τις πολύ ενδιαφέρουσες  πληροφορίες για την αφετηρία και  τον τρόπο σύνθεσης του… «χαμένου χειρογράφου»: «κρατούσα τότε επιμελώς σημειώσεις στο περιθώριο των κειμένων του Κάφκα, λεηλατώντας με ζήλο τα Μπλε Τετράδια και όσα σαν σύντομες σκέψεις ή σαν προσχέδια, κατέγραφε στα Ημερολόγιά του. Ανακάλυπτα αράδα-αράδα την Αποικία των Τιμωρημένων και ανεβοκατέβαινα λαχανιάζοντας τα σκοτεινά σκαλοπάτια των αλληλέγγυων, ταλμουδικών του κτισμάτων, ακούγοντας παράλληλα, σε ενστικτώδεις εντάσεις, τα πιανιστικά πρελούδια του Ντεμπυσσύ…» (σελ. 12-13)… Και η ομολογία της ψυχικής διάθεσης που συντέλεσε «στην αποκάλυψη των χειρογράφων»:
«Ήμουν καλά. Οι επιθυμίες μου περνούσαν για ζωή. Ευχόμουν, όποια στιγμή και ν’ άνοιγα την πόρτα μου,  ν’ αντικρίζω τα πράγματα για πρώτη φορά, σαν να ήταν η πρώτη φορά που έχουν έρθει στον κόσμο. Όλα εκεί… Το καθένα να υπάρχει καινούριο στην ουσία της φύσης του, μέσα στις συλλαβές του ονόματός του. Ο χρόνος μου επιζούσε των ενδείξεων, το αίμα είχε σχεδόν ξεθυμάνει στις φλέβες μου και των δαιμόνων μου το βλέμμα περιγελούσε τα μέλλοντα…» (σελ. 13)Το ΕΝΟΧΙΚΟΝ, Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΔΡΑΣΤΗ είναι από τη μια αφετηρία μιας ποιητικής κορύφωσης που θα συνεχιστεί στις δύο επόμενες συλλογές ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΟΥ (2012) και ΔΥΣΚΟΛΟ (2012) κι από την άλλη η συνέχεια μιας διαδρομής, «φιλοσοφικής και αυτοαναφορικής διερώτησης», που είχε αφετηρία την ΑΤΡΟΠΟ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ (1998) και τη συλλογή ΣΩΜΑΤΟΣ ΛΟΓΟΣ (2004). Δηλαδή, με κάποια έννοια,  σ’ αυτή τη συλλογή ο Σταύρος Ζαφειρίου συνοψίζει θέματα που τον έχουν απασχολήσει στα προηγούμενα έργα του συμπυκνώνοντας «σε ένα πρωτεϊκό ποιητικό υποκείμενο τον ΔΡΑΣΤΗ, που με το μονόλογό του κατευθύνει τον γνωσιοθεωρητικό προσανατολισμό κάθε μιας από τις δεκαπέντε ενότητες…» (Κατερίνα Κωστίου)   Η Τιτίκα Δημητρούλια περιγράφοντας τα χαρακτηριστικά της ποιητικής σύνθεσης λέει: «Πεζόμορφο, χωρισμένο σε ενότητες-σκηνές, δραματοποιημένο, το ποίημα του Ζαφειρίου, στηρίζεται στην ειρωνεία και αλλάζει βηματισμό όταν περικλείει το βίωμα.... Το κείμενο καταλήγει μια ετεροτοπία που επιδιώκει να γίνει τόπος, να ενταχθεί με ίσους όρους στο γεγονός: να γίνει το ίδιο γεγονός, έστω και άσκοπο, πράξη λόγου συντελεσμένη που κυρώνει το ανέφικτο του λόγου καθαυτόν». Στις «Σημειώσεις» σελ. 71 διαβάζουμε τη σχετική με τον τίτλο πληροφορία: «Παρά την επισήμανση φίλων νομικών, ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις τον τίτλο ΕΝΟΧΙΚΟΝ, σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.    (στη συνέχεια ενδεικτικά αποσπάσματα από το έργο με εμβόλιμες παραγράφους κριτικής από την Τιτίκα Δημητρούλια και   - στη φωτογραφία του εξωφύλλου προστέθηκε «η εικόνα του ανθρώπου που φωτογραφίζει, επαναληπτικά τους τόπους στο Άουσβιτς»: «Φωτογραφίζει, φωτογραφίζει, αλλάζει φακό, αλλάζει μπαταρίες, φωτογραφίζεται, μπροστά στα φουρνάκια φωτογραφίζεται, με την πρέπουσα βεβαίως συνθήκη του χώρου… ολόκληρη η μνήμη της φωτογραφικής μηχανής φορτωμένη από αυτή τη ψηφιακή βεβαιότητα της συνθήκης του χώρου, της συνθήκης του άπρεπου χθες και της συνθήκης του πρέποντος σήμερα…» (σελ. 22) 



ΠΩΣ ΕΚΠΛΗΡΩΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΟΥ; (το 3ο απόσπασμα από το χαμένο χειρόγραφο: ΙΙΙ. guarda e passa: βλέπε και πέρνα σελ. 20-22)
Θέλω να πω: πώς κάνει πράξη απρόβλεπτη το προσχεδιασμένο; Λίγο με νοιάζει ό,τι διδάσκεται γι’ αυτό ή όσα οι αγυρτείες της ανάγκης συμβουλεύουν. Λίγο με νοιάζει η γνώμη (η πεποίθηση) νόθων συλλογισμών.
Θέλω να πω:
με ποιον ώμο μπορεί να σπρώξει κανείς, να σωριάσει κανείς σε ερείπια το επόμενο τείχος;
Με ποιο πέλμα μπορεί να σκορπίσει τ’ οδόφραγμα και τους σάκους της άμμου στο πιο κάτω σημείο ελέγχου;
Με ποιο τρόπο μπορεί ν’ αφαιρέσει κανείς το πράσινο χρώμα από τις θλιβερές γραμμές της εγκατάλειψης;
Κατακτημένη πόλη, κατεχόμενη πόλη, πόλη κομμένη στα δυο, συρματοπλέγματα, ουδέτερη ζώνη, συρματοπλέγματα, κόκκινη οβάλ σφραγίδα εισόδου, γαλάζια τετράγωνη σφραγίδα εξόδου. Χαρτιά.
Ένας άντρας διαβάζει την πύλη τού Άουσβιτς.
Διαβάζει ψηλά, στην πύλη τού Άουσβιτς,
το καλαίσθητο, σφυρήλατο κύμα.
Περνά επιτέλους την ανοιχτόκαρδη
πύλη τού Άουσβιτς
και πιάνει αμέσως δουλειά.
Ξέρει καλά πως η δουλειά απελευθερώνει·
αυτός είναι ο λόγος που πιάνει αμέσως δουλειά.
Φωτογραφίζει:
τα σύρματα, τους προβολείς, τα φυλάκια,
τους χαλικόστρωτους δρόμους,
τα φροντισμένα κτίρια με τα νούμερα
και το κόκκινο τούβλο,
τον τοίχο των εκτελέσεων, τις κεραμοσκεπές,
το σιδερένιο Π του ικριώματος·
αλλάζει φακό, φωτογραφίζει:
στις βιτρίνες τις τούφες των μαλλιών,
τις βούρτσες των δοντιών και τις βούρτσες ξυρίσματος,
των παπουτσιών τις στοίβες,
τις βούρτσες γυαλίσματος, τα γυαλιά,
τις θήκες των γυαλιών,
τις χτένες των αντρών, τα χτενάκια,
τις βούρτσες των μαλλιών,
τ’ ακριβά δαντελένια ριπίδια,
τις ομπρέλες τού ήλιου· φωτογραφίζει,
στις βιτρίνες φωτογραφίζει:
τους ξύλινους βραχίονες, τους ξύλινους πήχεις,
τις ξύλινες κνήμες των αναπήρων,
τις σκουριασμένες ομπρέλες της βροχής,
τις σκουριασμένες λεπίδες ξυρίσματος,
τις βαλίτσες με τ’ άσπρα ονόματα,
τις ριγωτές ασώματες στολές,
τις τρομαγμένες φωτογραφίες των Häftlinge,
τον τρομερό στικτό τους αριθμό,
τους κοιτώνες, τα στρώματα από τσουβάλι και άχυρο,
τα σκεύη μαγειρικής και τα υπολείμματα
της τροφής στα τσίγκινα πιάτα·
αλλάζει φακό, φωτογραφίζει,
χωρίς να έχει διόλου κουραστεί φωτογραφίζει:
τα υπόγεια κελιά της τιμωρίας,
τον θάλαμο αερίων, τον προθάλαμο,
τους άφθαρτους πάγκους των ρούχων,
τα δίδυμα φουρνάκια από χάλυβα και πυρίμαχο τούβλο·
φωτογραφίζει, χωρίς να έχει διόλου κουραστεί
φωτογραφίζει,
χωρίς να έχει αντιληφθεί ή δίχως
να έχει ακριβώς συνειδητοποιήσει
πως οι εντολές μεταγωγής και οι λίστες πορείας,
τα υπερπλήρη δρομολόγια των τραίνων
και τα στοιχεία συσκευασίας του Zyklon-B
είναι γραμμένα σε στίχους·
λυτρωτικούς, φλογερούς, τολμηρούς
ανομοιοκατάληκτους στίχους.
Φωτογραφίζει, φωτογραφίζει, αλλάζει φακό,
αλλάζει μπαταρίες,
φωτογραφίζεται,
μπροστά στα φουρνάκια φωτογραφίζεται,
με την πρέπουσα βεβαίως συνθήκη τού χώρου,
ολόκληρη η μνήμη της φωτογραφικής μηχανής φορτωμένη
από αυτή την ψηφιακή βεβαιότητα της συνθήκης τού χώρου,
της συνθήκης τού άπρεπου χτες
και της συνθήκης τού πρέποντος σήμερα,
ενός ολόκληρου χτες και ενός ασυμπλήρωτου σήμερα,
όπου η καμένη σάρκα της ιστορίας θα εκτυπωθεί,
μετά την εξαήμερη εκδρομή,
στην υψηλή ανάλυση των οχτώ μεγαπίξελ.
[III. guarda e passa από την ποιητική συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου: Ενοχικόν – Ο μονόλογος ενός δράστη]

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (αποσπάσματα από την κριτική της Τιτίκας Δημητρούλια, Περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, Τεύχος 90, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2010)
… Το νέο σύνθεμα του Σταύρου Ζαφειρίου, ΕΝΟΧΙΚΟΝ, Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΔΡΑΣΤΗ, είναι ένα έργο στην ουσία του ηθικό, που πραγματεύεται τόσο το ζήτημα του γεγονότος, στις ιστορίες και την Ιστορία, όσο και εκείνο της αναπαράστασής του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος, πιο έντονα και δηλωμένα θεατρικός από ποτέ: από την αρχή του ποιήματος, με το οξύμωρο της ανάγνωσης ενός χαμένου χειρογράφου, ο ποιητής – αφηγητής κινείται σε έναν σκηνικό χώρο, σε μια mise en espace καλύτερα, μια στοιχειώδη σκηνοθεσία που στηρίζεται καταρχήν στις στερεοτυπικές εικόνες του καλλιτέχνη, τα «απαραίτητα» όπως τα ονομάζει: «το ανοιχτό παράθυρο, ο υπολογιστής, ένα σταχτοδοχείο» […]

Η πρώτη σελίδα της πρώτης ενότητας με τον χαρακτηριστικό τίτλο «corpus delicti», το σώμα του εγκλήματος, δεν παρουσιάζει απλώς το σκηνικό, αλλά θέτει και το θέμα του ποιήματος: τον αγώνα ανάμεσα στον αναγνώστη και στο κείμενο και ανάμεσα στο κείμενο με τον εαυτό του, που είναι συνέχεια της σύγκρουσής του με τον κόσμο. Από τη μια μεριά, ο κόσμος Ως θέατρο του γεγονότος· από την άλλη, οι εκτυπωμένες, χαμένες σελίδες. Από τη μια ο ηττημένος επόμενος κόσμος και οι αμείλικτοι καιροί· από την άλλη η εντροπία που περιγράφεται με έναν αναδιπλασιασμό της βίας, στο φυσικό κόσμο και σε εκείνον των ιδεών. Από τη μια η φοβερή εποχή του Ρεμπώ και από την άλλη η ρητή αναφορά στον Κάφκα, τα Ημερολόγιά του και στον Ντεμπυσσύ.

Το διακύβευμα είναι η κατάκτηση, με όρους αναπόφευκτα πολεμικούς, του νοήματος, της ύπαρξης και της ανθρωπινότητας, ένα νόημα που δεν αποκαλύπτεται με την εικόνα που καθηλώνει η φωτογραφία: η εικόνα του ανθρώπου που φωτογραφίζει, επαναληπτικά, τους τόπους στο Άουσβιτς αντιπαρατίθεται στους στίχους του Τσέλαν, στα λόγια του Πρίμο Λέβι και του Ρομπέρ Αντέλμ […]

Ο Ζαφειρίου περιγράφει το κείμενο ως τόπο, ως χώρο ανέφικτο, όπου η λέξη (mot) αντιπαλεύει –ή μάλλον επιδιώκει να καταφέρει να αντιπαλέψει– τον θάνατο (mort), να τον εξημερώσει. Αλλά ο θάνατος δεν περιγράφεται και δεν ονομάζεται, όπως και η ζωή και η ανθρωπινότητα η ίδια και η ζωική συνιστώσα της ανθρωπινότητας αυτής: τα αδέσποτα, επαναλαμβανόμενο μοτίβο και μοιραία θύματα του περάσματος στην πράξη, πάντα στο πλαίσιο της αναζήτησης του νοήματος, αναφέρονται τόσο στον ίδιο τον άνθρωπο και στην ερημιά του μέσα στον κόσμο, όσο και στη γραφή, που μιλά για τα πράγματα μόνο όταν ξεπερνά τα όρια, όταν ενσωματώνει την ενοχή της ίδιας της ύπαρξής της, ως ανώφελου καθρέφτη μιας αναπόδραστης καταστροφής, ως μοιραίας καταγραφής μιας προδιαγεγραμμένης τραγωδίας…

Η ποίηση του Ζαφειρίου, λυρική, αφηγηματική και δραματική, δοκιμιακή επίσης, τεντώνει τα είδη και προκαλεί τις αντοχές των λέξεων, σε μια πολύ επίκαιρη ανίχνευση της σχέσης του καλλιτέχνη με την εποχή του, του έργου με τα πράγματα. Ποίηση δύσκολη, απαιτητική, αποκτά προφανώς μια άλλη διάσταση όταν παριστάνεται, όταν προσλαμβάνεται ως ο αγωνιώδης μονόλογος μιας ένοχης συνείδησης, μιας συνείδησης που δοκιμάζει τα όρια του καλού και του κακού, του δέοντος και του ταμπού. Ποίηση της ηθικής και ηθική της ποίησης σε μια δύσκολη, αλλά κατορθωμένη και γόνιμη συναίρεση [Τιτίκα Δημητρούλια]

ΤΙ ΓΥΡΕΥΕΙΣ ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΕΡΗΜΟ; (το 9ο απόσπασμα από το χαμένο χειρόγραφο: ΙΧ. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη  – σελ. 45-48)
Τι γυρεύεις σε τούτη την έρημο; του είπα.
Σ’ αυτόν τον τόπο των σφαγών και των ενόρκων;
Τούτη η ήπειρος, σ’ όλες τις εποχές,
έχει ν’ απαριθμεί τον θάνατό της.
Τις τελικές της λύσεις, τις μεθόριους
και τις δογματικές της αυταπάτες.
Μπορείς να λαχανιάζεις την ανάσα σου
στης χήνας τον βηματισμό
ή να πλαγιάζεις ήσυχος
με ασκούπιστο το αίμα στους κοπτήρες.
Μπορείς να ιστορείς τα κενοτάφια,
τις βυθισμένες γέφυρες,
τα ερείπια και τους νεκρούς τού μίσους,
ή να διασχίζεις άπατρις
τον επηρμένο ωκεανό της ουτοπίας.
Μπορείς ν’ ανοίγεις πόρτες και παράθυρα,
για να δειχτείς ολόκληρος,
σαν εκλεκτός, στον κόσμο.
Τι γυρεύεις ανάμεσα στον ερπετώδη νου τού πλήθους;
Του όχλου τού αλαλάζοντος,
του εξαθλιωμένου,
του τρελαμένου από τα σκέλια της πυράς
και την οσμή της θηλυκής της σάρκας;
Αν δεις στα μάτια, λένε, τη φωτιά,
κατάματα κι αυτή θα σε κοιτάξει.
Ο φοβερός ανακριτής καλεί την άβυσσο
στη βιβλική της γλώσσα,
και οι πεπτωκότες άγγελοι το βιβλικό του μένος
από τις φλόγες της αβύσσου τού επιστρέφουν.
Τι γυρεύεις σ’ αυτόν τον λαβύρινθο
με του απόβλητου το ακέφαλο κουφάρι;
Τι αναζητάς στο λάθος χρώμα τού πανιού,
στον θεϊκό συνωστισμό, σε ό,τι απόμεινε
από τα θλιβερά εξάμετρα της δόξας·
σ’ αυτή την όμοια ειρκτή τού διφορούμενου,
όπου μονάχα όποιος λύσει
επιδέξια τους κύκλους της κλωστής
μπορεί να βρει το πέρασμα
στο ανάμεσα των μύθων;
Τι γυρεύεις, του είπα, σε τούτο το θέατρο;
Ούτε ο μονόλογός σου θ’ ακουστεί ούτε η σιωπή σου.
Ποιος παίρνει πια στα σοβαρά των τραγωδών τον ρόλο;
Τις ικεσίες τού χορού ποιος επωμίζεται;
Ποιος αμαρτάνει και πιστεύοντας στα λόγια των τυφλών
τυφλώνεται απ’ το ίδιο του το χέρι;
Στο άδειο τόπο της ανήλεης σκηνής,
χωρίς τον οίστρο και τις λάμψεις των θριάμβων,
σε μιαν ακρόαση κουφών
θα απαγγείλεις φωναχτά το κείμενό σου.

«Είμαι ο λύκος.
Αυτός που η όψη του μουδιάζει τις καρδιές σας,
αυτός που πνίγει τα νεογέννητα του ύπνου σας.
Στους ανέμους μου καίω το στέρνο μου,
στα φεγγάρια μου τα σπλάχνα μου αλλάζω.
Το δέρμα μου ανοίγει καταπάνω σας σαν φως.
Όταν μου λείπει τους χειμώνες η τροφή,
αναζητώ τα μονοπάτια μου που χάθηκαν στις πόλεις.
Όχι ασφαλώς στις εργάσιμες ώρες σας
ούτε με την πασίγνωστη στολή τού εαυτού μου.
Φορώ κουρέλια και σκουφί σαν πολυμήχανος,
ομοιώνομαι τον ναυαγό
που αντίκρισε τη γη των λωτοφάγων.
Κάνω πως τρέμω τάχα από τον φόβο μου,
όταν γρυλίζουν γύρω μου
τα υπόλοιπα αδέσποτα των δρόμων.
Καμιά φορά με πιάνετε στο δόκανο,
άλλες φορές σας πιάνω στο δικό μου.
Τότε πληρώνει, με τον τρόπο του ο καθείς,
τα οφειλόμενα.
»Είμαι ο λύκος.
Αυτός που υποδύεται τον λύκο σας,
το πιο πιστό σας ζωντανό,
το κατοικίδιό σας.
Ακολουθώ τον χρόνο σας και τον βηματισμό σας
χωρίς να δυσανασχετώ για το κολάρο μου,
για το γελοίο μου όνομα
και το λουρί της βόλτας.
Μ’ ευγνωμοσύνη τρώω απ’ τ’ αποφάγια σας,
ουρώ κι αποπατώ όπου μου πείτε.
Αν χρειαστεί θα γλείψω τις παλάμες σας,
θα φέρνω με τα δόντια τις παντόφλες σας
ή την εφημερίδα σας κάθε πρωί απ’ τον κήπο.
Αν χρειαστεί θα γίνω ο οδηγός σας.

Μαζί μου θα διασχίζεται με ασφάλεια
τ’ αυτιστικά σημεία των καιρών σας.
Αν χρειαστεί θα προστατέψω τις γυναίκες σας,
τ’ ανήλικα του οίκου σας
ή τα πολύτιμα κτερίσματα των τάφων σας
από τους τυμβωρύχους.
Αν χρειαστεί θα διακορεύσω τις γυναίκες σας,
τ’ ανήλικα κορίτσια σας
ή θα συλήσω τα κτερίσματα των τάφων σας
πριν απ’ τους τυμβωρύχους.
»Είμαι πια ο λύκος.
Τις νύχτες μου αποσύρομαι στα υπόγεια.
Στο υποσκήνιό μου.
Εκεί όπου μένω μόνος με τα έργα μου,
όπου μπορώ να μελετώ τα πτώματά σας».


Η ΕΝΟΧΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ: μια καταστατική συνθήκη στην ποιητική ανθρωπολογία του Σταύρου Ζαφειρίου (αποσπάσματα από την κριτική της Κατερίνας Κωστίου στο περιοδικό Ποιητική)
Η θεατρικότητα που συχνά διέπει την ποιητική του Σταύρου Ζαφειρίου, εδώ παίρνει τη μορφή της σκηνικής διευθέτησης του χωροχρόνου και της αυτοσκηνοθέτησης: το ποιητικό υποκείμενο σκηνοθετεί τον εαυτό του, ξεκινώντας με το παράδοξο της ανάγνωσης ενός χαμένου χειρογράφου ή μάλλον κάποιων εκτυπωμένων σελίδων Α4 που ανεξήγητα έπαψαν να βρίσκονται στην κατοχή του, σ’ έναν απροσδιόριστο χρόνο όπου εμπεριέχεται και η διαδικασία της γραφής τους.
Στη συνέχεια ξετυλίγεται με επιμονή και συνέπεια ως προς τους συμβολισμούς και τις αλληγορικές εκβολές του λόγου, ο προβληματισμός που ενοικεί στο χαμένο χειρόγραφο, εκ προοιμίου ακυρωμένος αφού κατά τον συντάκτη του δεν μπορεί να ενδιαφέρει κανέναν ένα κείμενο όπου «δεν συντελείται το παραμικρό». Μέσα σε μια καφκική ατμόσφαιρα ασφυκτικού εγκλεισμού, σε αόριστο χωροχρόνο ο οποίος περιγράφεται επιμελώς για να ακυρωθεί μέσα από τον διαχρονικό οντολογικό προβληματισμό που ακολουθεί, το ποιητικό υποκείμενο θα ορίσει εξαρχής τη διακειμενική του σταθερά, τα Μπλε Τετράδια του Κάφκα, ένα οδοιπορικό ανθρωπογνωσίας και αυτογνωσίας, και την Αποικία των τιμωρημένων, έργο γραμμένο ακριβώς πριν από έναν αιώνα, μια ανατομία των εννοιών της ενοχής, της τιμωρίας, της εξουσίας και κάθε μορφής ολοκληρωτισμού, εννοιών που διατρέχουν και την ποιητική σύνθεση του Ζαφειρίου…

Μέσα από οριακούς εννοιολογικούς διασκελισμούς και με καλά χορδισμένη ρητορική ο Ζαφειρίου ενορχηστρώνει μια ποιητική μεταγλώσσα δύστροπη, απαιτητική, κάποτε παράδοξη, διερευνώντας την καταγωγική σύσταση της ανθρώπινης φύσης, φύσης εν φύσει, κλεισμένης «στον κλοιό της ματαιότητάς της». Συνεχίζοντας με εμμονή την πορεία διερεύνησης του οντολογικού προβληματισμού του Κάφκα περί ενοχής, στο έβδομο κεφάλαιο που αυτοσαρκαστικά επιγράφεται «difficiles nugae» («δύσκολες φλυαρίες»), φράση από επίγραμμα του Μαρτιάλη, ο ποιητής συνδέει αριστοτεχνικά και στη σωστή δοσολογία τη φροϋδική σκέψη που υποστασιώνει το μοντέλο για το ένστικτο της καταστροφής με την καφκική οντολογία και με την Αποκάλυψη του Ιωάννη, για να μετατρέψει μέσα στη δική του κοσμολογία τον θύτη σε θήραμα και να δείξει πως «η ενοχή δεν υφίσταται ως μια αλληγορική –κατ’ ουσίαν άνομη και ανήθικη– πράξη τούτης της φύσης απέναντι στους άλλους ή και στον ίδιο της τον εαυτό, αλλά ως μια πράξη βιολογικά καταγωγική, φωτισμένη από όλους τους προβολείς του ανθρώπινου δράματος και υποταγμένης στους εικότες νόμους της ανάγκης». Γίνεται έτσι η καφκική τακτική μια ιδιοφυής πρακτική που φωτίζει «τη στρεβλή και ατελή ηθική σχέση της ενοχής με τον άνθρωπο και του ανθρώπου με την ίδια τη φυσική ανθρώπινη εμπειρία». Και η ποιητική γραφή μετατρέπεται στη μοναδική εφικτή, λυτρωτική και συνάμα σαρκοβόρα ποινή της καταγωγικής ενοχής του ανθρώπου. Στο απέραντο θέατρο του κόσμου, ο μονόλογος του δράστη ηχεί σαν μια απεγνωσμένη προσπάθεια ανασύστασης της πρωτογενούς φύσης του ανθρώπου, πριν χάσει το νήμα στον λαβύρινθο των μύθων: «Είμαι ο λύκος. / Αυτός που η όψη του μουδιάζει τις καρδιές σας, / αυτός που πνίγει τα νεογέννητα του ύπνου σας. […] Το δέρμα μου ανοίγει καταπάνω σας σαν φως! / Όταν μου λείπει τους χειμώνες η τροφή / αναζητώ τα μονοπάτια μου που χάθηκαν στις πόλεις. / Όχι ασφαλώς στις εργάσιμες ώρες σας / ούτε με την πασίγνωστη στολή του εαυτού μου. / Φορώ κουρέλια και σκουφί σαν πολυμήχανος / ομοιώνομαι τον ναυαγό / που αντίκρισε τη γη των λωτοφάγων.»…   [Κατερίνα Κωστίου, Περιοδικό «Ποιητική», τεύχος 17, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2016]

ΕΝΑΣ ΣΚΛΑΒΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΣΕ ΘΕΣΗ ΝΑ ΠΕΤΥΧΕΙ ΕΝΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΘΑΝΑΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ; (αποσπάσματα από τη 2η  ενότητα του Χαμένου Χειρογράφου: ΙΙ. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις σελ. 16-19)
Ο παλιός κόσμος δεν υφίσταται πια.
Κανείς δεν γέλασε με τον αφανισμό του
ούτε τον μοιρολόγησε κανείς.
Και σκέφτηκα:

Ο επόμενος κόσμος έχει ήδη ηττηθεί
μέσα στις δύσοσμες  εκκρίσεις του φόβου του,
Το κάθε βήμα προς τα εμπρός το επαληθεύει.

Σηματωροί εγκαταλείπουν ένας-ένας τη θέση του,
τα ρύγχη των δελφινιών εμβολίζουν τις πρύμνες
γαλάζιες μέδουσες χυλώνουν τις ακτές.
Εκατοντάδες γραπτά υπονομεύουν τις νομοτέλειες.
Ζούμε σε αμείλικτους καιρούς,
λυγίζοντας στο πρώτο χτύπημά τους.
Σκέφτηκα:

Θηλάζει η γη γάλα κακό απ’ το κακό της στήθος
μελάνι μαύρο λιγοστεύει το λευκό,
κερδοσκοπώντας.
Όπου κι αν στρέψουμε το πρόσωπο θα δούμε
την υποτιμημένη επιτάχυνση
μιας προδιαγραμμένης εντροπίας.
Φουσκονεριές κλονίζουν τα θεμέλια,
παρασύρουν στη λάσπη τους τα υλικά των σημείων.
Τίποτε αντίθετο απ’ αυτά δεν έχει γίνει.
καμίας Σίβυλλας χρησμός δεν έχει διαψευστεί
στη λογική της έκφραση ή
στο εκστατικό της παραλήρημα.

Περνούν τα σύνορα οι στρατιές των ψευδαισθήσεων,
φωτίζοντας τον μύθο τους στο φως των συνώνυμων.
Σαν όντα υποταγμένα στη φυγή τους,
το ίδιο ποτάμι κολυμπούν που τα διασχίζει.
Οι σκλάβοι ντύνουν με κουρέλια τα πόδια τους,
βαδίζοντας ανύποπτοι ανάμεσα σ’ ενέδρες.

Ένας σκλάβος πεθαίνει καλύτερα, σκέφτηκα,
όταν κινείται στον κατάντη της πυξίδας
σε τόπους όπου ο θάνατος αυτόματα
κεφαλαιοποιείται.

-Εξυπακούεται ασφαλώς πως ένας σκλάβος είναι πάντα σε θέση να πετύχει έναν καλύτερο θάνατο από τον θάνατό του, ακόμη κι έναν θάνατο εφάμιλλο της τέχνης του ως σκλάβου…
… και διατηρώντας κατά νου την έγνοια να γράφω μόνο εν ονόματι του ανήσυχου μου εαυτού, αναρωτιόμουν:
Τι είδους λέξεις πρέπει να υποθέσω
για να εναρμονίζω τα προσχήματα
στη νέα υβριδική χιλιετία;
Και σκέφτηκα:

Μεγεθυσμένες κλίμακες,
από το ασήμαντο ως το δραματικό,
τώρα ερμηνεύουν την καινούρια τάξη.
Σαν πρότυπο μορφοκλασματικό
στην πιο ανεστραμμένη αυτό-ομοιότητα.
Και αναρωτιόμουν πάλι:

Να είμαι άραγε αυτός που αβοήθητος
θα πρέπει να ορίσει
με ποια σειρά θα εμφανιστούν
τα ύψη, το αίμα, ο ουρανός,
ο ύπουλος υπαινιγμός του χρόνου;

Θα είμαι άραγε ικανός να φανταστώ
όλο το εύρος της σκηνής και της κουίντας
στο απόλυτο σκοτάδι του θεάτρου;
Όλους τους χαρακτήρες,
τη σιωπή τους, τα φαινόμενα,
σε ένα χώρο τόσο ανασφαλή,
όσο ο μηχανισμός των γεγονότων;

Σε τελευταία ανάλυση, θα είμαι άραγε ικανός να ενστερνίζομαι, αμέσως και χωρίς ενδοιασμούς, κάθε αναγωγή που επιχειρούν οι αντιφάσεις;
Και σκέφτηκα:
Όλες οι μαθητείες μου μαζί
συνηγορούν στη μέχρι τέλους παρανάγνωση της πλάνης.
Μου είναι ωστόσο αδύνατον  να εναντιωθώ
στο διαρκώς και πιο ακατανόητο
ούτε έχω λόγο ν’ αρνηθώ πως είμαι μέσα μου

όλα εκείνα που έξω μου, και φαινομενικά, αποποιούμαι!


ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΥΘΕΙΕΣ ΠΕΡΝΟΥΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ (έκανα ευλόγως τούτη τη σκέψη, καθώς διαπίστωνα πως η αρχική μου πρόθεση να μπω κατευθείαν στο θέμα είχε ουσιαστικά εκτροχιαστεί -(αποσπάσματα από τη 5η  ενότητα του Χαμένου Χειρογράφου: V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα σελ. 27):
Η διαδρομή που ακολουθούσα τώρα πια, ξεκινούσε από τα φαινόμενα, διακλαδίζονταν ανάμεσα σ’ αυτά, χωρίς καθόλου να είναι σίγουρο ότι θα έφτανε κάποια στιγμή στις αιτίες. Μετεωριζόμουν συνεχώς, κατά την προσφιλή μου συνήθεια, μεταξύ λογικής και παράδοξου, μεταξύ παιχνιδιού και πειράματος…
Έχοντας κιόλας αμφισβητήσει κάθε μεταφυσική ερμηνευτική, ότι τα πράγματα δηλαδή μπορεί ν’ αποκτήσουν οντότητα μέσω του λόγου –πολύ περισσότερο βέβαια μέσω ενός λόγου δηλωτικού-, και μην έχοντας παρακάμψει παράλληλα ούτε για μια στιγμή την ιδεοληψία του εφικτού
εγκατεστημένος επιπλέον, και μάλιστα εσκεμμένα, στο ανώγειο μιας κατηφούς οικοδομής, ανεγερμένης στην αντιπαροχική δεκαετία του ’60, τηρούσα στάση επιφυλακτική απέναντι στο πολλαπλό των μύθων…
… ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, σκεφτόμουν!.. Ένας άνθρωπος του οποίου η σκέψη ακολουθεί έναν ειρμό υποταγμένο στις περιστάσεις
ένας άνθρωπος ο οποίος αποκαλύπτει ξαφνικά ότι η μέχρι τώρα ενασχόλησή του με το θέμα υπήρξε επιπόλαιη και μάταιη, επειδή επιπόλαιο και μάταιο υπήρξε και το ίδιο το θέμα του, τόσο επιπόλαιο και τόσο μάταιο,
ώστε όταν ήρθε η στιγμή να το αναπτύξει στις σελίδες ενός χειρογράφου του ήταν αδύνατο να το πράξει…
ένας άνθρωπος ο οποίος αναζητούσε τους τρόπους να ελέγχει διαρκώς κάθε είδους χρονική προβολή της αιτίας και αποτελέσματος, πάνω στην οποία θα στήριζε το θέμα του και την ανάπτυξή του
αυτός ο σκεπτόμενος άνθρωπος όφειλε τώρα ν’ αμφισβητήσει, να επανεκτιμήσει καλύτερα, ό,τι ως τότε με παρρησία πρόκρινε σαν τη μοναδικά ενδεδειγμένη του επιλογή. Αρκετά!...

HOMO HOMINI LUPUS (μια περιγραφή της διαδρομής των αδέσποτων από τη μια πλευρά του οδοστρώματος στην άλλη, από το ένα πεζοδρόμιο στο απέναντι, ακολουθώντας κι ακολουθώντας κατά πόδας τις κινήσεις των ανθρώπων, να περιμένουν δηλαδή (τα αδέσποτα) στις διαβάσεις όταν ο φωτεινός σηματοδότης είναι στο κόκκινο, και να διασχίζουν κάθετα το οδόστρωμα μόλις ο φωτεινός σηματοδότης, αλλάξει στο «τώρα μπορείς» -(αποσπάσματα από τη 6η  ενότητα του Χαμένου Χειρογράφου: VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο σελ. 31)::
«Όποιος επιθυμεί να καταλάβει τις επιδιώξεις μου
πρέπει να ομολογεί τις ματαιώσεις»
Για να εκτιμήσει κανείς στην πλήρη της διάσταση
τη σημασία του συγκεκριμένου αφορισμού
δεν αρκεί να γυρίζει αδιάκοπα σαν ποδηλάτης
στη μέσα πλευρά ενός κύκλου
ή να διασχίζει μονάχα το δάσος της φαντασίας του
σαν ένα άγνωστο και απερίγραπτο κομμάτι της φύσης,

αλλά οφείλει να έχει στο μυαλό του συνέχεια
και συνέχεια να μνημονεύει
-με το έξω και το μέσα της γλώσσας του-
τα φυλλοβόλα και τ’ αειθαλή,
τους κρυπτόγαμους μύκητες,
τις θαμνώδεις εκτάσεις και τα ξέφωτα,
ακόμα και τα ολομόναχα ρόμπολα,
τα χτυπημένα από τον κεραυνό…

[ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ αποσπάσματα από την 5η και 6η ενότητα του βιβλίου ΕΝΟΧΙΚΟΝ, Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΔΡΑΣΤΗ, Νεφέλη 2010 – η φωτογραφία ανάμεσα είναι της Βίκυς Μαρίας Ιωάννου]


ΕΝΟΧΙΚΟΝ, Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΔΡΑΣΤΗ: Η ενοχή δεν είναι ένας όρος τεχνικός ούτε μπορείς να τον αναγάγεις σ’ εφαρμοσμένα συστήματα και ιδιότητες… αλλά ήταν και θα παραμείνει ένα εγγενές συστατικό της ανθρώπινης κατάστασης, η τελευταία απελπισμένη απόπειρα εξόδου του ανθρώπινου νου απ’ τον κλοιό της ματαιότητας του (αποσπασματικές πληροφορίες για τη σύνθεση του Χαμένου Χειρογράφου» από 7η ενότητα του βιβλίου  VΙΙ. dificiles nugae: δύσκολες φλυαρίες σελ. 36-28)
Αυτό που σκέφτομαι τώρα φυλλομετρώντας τον Κάφκα, φυλλομετρώντας τα Μπλε το Τετράδια και τα Ημερολόγια του, διαβάζοντας και διαβάζοντας πάλι τα φοβικά και βασανιστικά, τα φορτωμένα με υποψίες και ενοχές Γράμματά του προς τη λευκή αρραβωνιαστικιά του Φελίτσε, και διαβάζοντας το εξουθενωτικό Γράμμα στον Πατέρα του, είναι ότι
η μόνη εντέλει ποινή που μπορεί να επιβάλλει η ίδια η ενοχή του στον ένοχο, αυτή που μπορεί να τιμωρήσει και ταυτοχρόνως μπορεί να λυτρώσει τον ένοχο, είναι η σκληρή και επώδυνη ποινή της γραφής πάνω στην ίδια του σάρκα, είναι η μετάλλαξη της σάρκας σε πεδίο γραφής. Και ίσως να μην αποτελεί υπερβολή η εικασία ότι, έστω και περιμένοντας την επιβολή αυτής της ποινής, να επιμένει ο ένοχος να ζει, ακόμη και αν δεν γνωρίζει, ακόμη κι αν φοβάται τον τρόπο…
Κατά τον τρόπον αυτόν, σκέφτομαι πάλι, οι μεγαλύτεροι ένοχοι της ιστορίας, εκείνοι που φόρτωσαν την ιστορία της ανθρωπότητας με τις ασύλληπτες ενοχές των λαιμητόμων, της αγχόνης και της πυράς, των εκκαθαρίσεων, των θαλάμων καταιόνησης και της πλαστογραφημένης ενημέρωσης
οι μεγάλοι ιεροεξεταστές και οι Ροβεσπιέροι, οι Ναπολέοντες και οι Φύρερ, οι αποθεωμένοι Πατερούληδες και οι αυτάρεσκα μικρόνοες Πρόεδροι πασών των ηπείρων και πασών των θαλασσών,
αναπαρέστησαν τον μέσα τους κόσμο, σκηνοθέτησαν και παρουσίασαν ζωντανά στη σκηνή τον φοβικό και ενοχικό μέσα τους κόσμο, θέτοντας σε κίνηση με τον φριχτότερο τρόπο τον φονικό του μηχανισμό, σαν τη μόνη εφικτή και ασφαλή διέξοδό τους προς το αναγκαίο. Και τούτη ακριβώς η αναπαράσταση είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του μέσα, που είναι ένα αόριστο και αφηρημένο σχήμα του λόγου, και του έξω, που είναι η πιο αιματηρή πραγματικότητα.
Ό,τι λοιπόν ονομάζουμε, σκέφτομαι, ελαφρά τη καρδία «η σκοτεινή πλευρά», ό,τι αφήνουμε να εννοηθεί πως είναι η άλλη πλευρά του ανθρώπου, η περίπλοκη και δυσθεώρητη και ανεξιχνίαστη, η δήθεν αντίθετη προς τη φύση του, και η δήθεν ταπεινωτική και ανάξια, μα απολύτως συμβατή, τελικά πος τη φύση του
ό,τι δεσπόζει στα φροϋδικά και λοιπά, μακριά και νυχτωμένα, ψυχαναλυτικά εγχειρίδια ως μοντέλου του ενστίκτου της καταστροφής, το οποίο εναρμονίζεται και συνεργάζεται πλήρως με το άλλο μοντέλο, του ενστίκτου της επιβίωσης, και συνυφαίνεται με το ένστικτο της επιβίωσης σε έναν ιστό, όπου το μοναδικό παγιδευμένο θήραμα σπαρταρά απεγνωσμένα ο ίδιος ο θύτης

ό,τι λοιπόν ονομάζουμε η «σκοτεινή πλευρά», δεν είναι σκέφτομαι, τίποτε άλλο πέρα από την ενεργοποίηση του λανθάνοντος τούτου μηχανισμού που τα γρανάζια του ηχούν σαν σάλπισμα στο φρέαρ της αβύσσου…»

Η ΑΤΥΧΗΣ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΩΣ ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ (εκείνη την ημέρα κατά την οποία αποφάσισα ότι το έργο μου απέκτησε πλέον την οριστική του μορφή): Το χειρόγραφο πιθανότατα χάθηκε… σε μια από τις συχνές μετακομίσεις μου από ένα τοπίο σε άλλο. Τότε που εγκατέλειπα ασυγκίνητος το μικρό, παράγωνό μου ανώγειο όχι μακριά απ’ τον σταθμό των τρένων, για να εγκατασταθώ –εξίσου ασυγκίνητος – σ’ ένα πιο ευπρόσωπο και τετραγωνισμένο δυάρι του δεύτερου ορόφου μιας ευπρεπούς οικοδομής, σχεδόν απέναντι απ’ το νεκροταφείο. Χιλιάδες όμως πάλι μίλια μακριά από τις λίμνες όπου ήθελα να ζω κι απ΄τα ζαρκάδια. Ίσως να υπάρχει κάτι ακόμη να ειπωθεί. Μα μου ξεφεύγει. Και μου ξεφεύγει, σκέφτομαι, επειδή μια λέξ δεν μπορεί να σπρώξει ως την κορφή της την ανάγκη. Ή μου ξεφεύγει επειδή εγώ το αφήνων. Για ν’ αποφύγω ίσα-ίσα τη μομφή πως θεματοποιώ τα τετρομμένα: γλώσσας αγώνας άγονος και διάτρητα του λόγου υλικά κι ανέξοδες ρητορικές και ρητορικές και θεωρίες. Ό,τι κι αν ασπαστώ θα είναι αλήθεια. Σαν αντιθέσεις που η φιλάρεσκη ενοχή τους τις μετέτρεψε σε παραπληρωματικές της συζυγίες. Ή σαν το χρόνο που αχαλίνωτος εισβάλλει από παντού, παραβιάζοντας το πριν το τώρα και το θα του. Άλλη εκδοχή: βάζω πάλι το χρόνο στη σωστή σειρά. Χθες, σήμερα, αύριο. Ήμουν, είμαι, θα είμαι, πρωτόπλαστος, εγώ, αποσυνάγωγος, ένας διαρκής διωγμός σαν εξορία απ’ την αμφιλεγόμενη Εδέμ… Τρίτη εκδοχή και τελευταία: το αληθινό χειρόγραφο δεν χάθηκε ποτέ. Ενσωματώθηκε στα συμφραζόμενα του. Ίσως μια μέρα ανανεώσω τις συμβάσεις του ανάμεσα στην πράξη και το λόγο. Στο μεταξή, ρίχνω κλεφτές ματιές απ’ το παράθυρο στην τρομερή πομπή των τεθλιμμένων. [απόσπασμα από την τελευταία ενότητα XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ «ΕΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΩ»:

«Δοκιμές νάρκης του άλγους εν Φαντασία και Λόγω» είναι για τον Καβάφη οι συφοριασμένες προσπάθειες των ποιητών να πνίξουν τη μελαγχολία τους στα… ποιήματα που γράφουν.  «Εν φαντασία και λόγω», είναι και ο καταληκτικός στίχος στο πρώτο ποίημα της πρώτης συλλογής του Γιάννη Βαρβέρη (ΤΑ ΣΚΕΥΗ 1985), με τον  οποίο ίσως προοικονομούσε κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά της γραφής του και την ποιητική συγγένεια του με τον Αλεξανδρινό.  «Εν φαντασία και λόγω», λοιπόν,  πορεύτηκε ο Βαρβέρης στις περίπου τέσσερις δεκαετίες της συγγραφικής του πορείας. Από το στοίχημα των λέξεων αποζητούσε ό,τι όρισε ο Καβάφης ως κάθαρση στο θρυλικό πια ποίημά του «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.», δηλαδή «Δοκιμές Νάρκης του Άλγους»:
«Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω. 
Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.-
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε -για λίγο- να μη νοιώθεται η πληγή»…
Συνειδητή προσπάθεια εξοικείωσης με την ιδέα του θανάτου, λοιπόν, με σπονδές ποίησης γιατί «ο Θάνατος έχει πολλά ποδάρια, ο άνθρωπος μόνο δύο»!.. Στο παραπάνω δίστιχο συνόψισε ο Γιάννης Βαρβέρης την αντίληψή του για τα ανθρώπινα όσο και την ποιητική στρατηγική του. Και είναι κοινός τόπος που υπογραμμίζεται απ’ όλους τους κριτικούς του ότι ο Βαρβέρης συνομίλησε στα ποιήματά του πολύ με τον θάνατο. «Ο θάνατος το στρώνει», η συλλογή που κυκλοφόρησε το 1986 είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαπίστωσης αλλά και πολλοί τίτλοι ποιημάτων του από άλλες συλλογές φανερώνουν την ίδια εμμονή: «Ο θάνατος μεγαλώνει», «Ο θάνατος έχει πολλά ποδάρια», «Ο τοκετός του θανάτου», ή πάλι «Παίζουμε τους ζωντανούς;» ή «Στην υγειά σας πεθαμένοι» και «Κηδείας εγκώμιο», «Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς κ.λπ.). Είδε, ωστόσο, όπως εύστοχα σημειώνει σ’ ένα κριτικό σημείωμα ο Παντελής Μπουκάλας, και μέτρησε τον θάνατο σαν τμήμα αχώριστο της ύπαρξης, ανασκευάζοντας έτσι (τουλάχιστον κατά το δεύτερό του ήμισυ) το στίχο του Γ.Θ. Βαφόπουλου: «Ο θάνατος υπάρχει. Είναι ο μεγάλος πατέρας / που μας φύτεψε στη μήτρα της ανυπαρξίας» [με ΚΛΙΚ στην εικόνα του Jerzy Głuszek που συνοδεύει την ανάρτηση κι άλλα σχόλια για αντιπροσωπευτικά ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη που αναδεικνύουν το θέμα του θανάτου και όχι μόνο]  


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΧΕΙ ΠΟΛΛΑ ΠΟΔΑΡΙΑ
Ο θάνατος έχει πολλά ποδάρια
ο άνθρωπος μονάχα δύο
Μ’ αυτά τα δυο βάλθηκα να ψάχνω
σαρανταποδαρούσες στους αγρούς.
Τραπέζια και καρέκλες κι έπιπλα μετά
άρχισα να τα ψηλαφώ να τα υποπτεύομαι
να γίνομαι γελοίος.
Κατέληξα στα γήπεδα σε αγώνες δρόμου
νύχτες σε ντισκοτέκ σε πατσατζίδικα
να ψάχνω ποδαράκια.
Όμως δεν έχω παρά μόνο δύο
που απόκαμαν και γύρισα στο σπίτι.
Δεν πα’ να ’ναι κουτσός ή και χταπόδι
ή να τσουλάει στο αναπηρικό.
Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου κι εγώ
ενώ τον ύπνο μου νανούρισες γλυκύτητα
μέσα γαζώνοντας
στην πατρογονική μας ραπτομηχανή ποδός

ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΜΑΡΙΟΝΕΤΤΕΣ
Ο Γιάννης Βαρβέρης (1935-2011) ανήκει στη λεγόμενη γενιά του  ’70, με την οποία, όπως εύστοχα σημειώνει η Ευτυχία- Αλεξάνδρα Λουκίδου, «αρχίζει να εμφανίζεται ένα καινούργιο, εντελώς πρωτοποριακό ύφος, που ταράζει τα λιμνάζοντα νερά μιας σχεδόν εξαντλημένης ποιητικής γλώσσας…». Κύρια χαρακτηριστικά αυτού του νέου ύφους είναι μια διάθεση καγχασμού, η τάση για αμφισβήτηση και οι τολμηρές εκφραστικές υπερβάσεις, στοιχεία που συναντούμε σε μεγάλο βαθμό και σε προηγούμενος ποιητές, όπως ο Θωμάς Γκόρπας και ο Ανδρέας Αγγελάκης αλλά και σε επόμενους, όπως ο Αργύρης Χιόνης, η Βερονίκη Δαλακούρα και ο Γιώργος Μαρκόπουλος.  Σ’ ένα τέτοιο κλίμα, πιστεύει η Λουκίδου, ότι βλάστησε η ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη, η οποία όμως πίσω από ένα στρώμα ειρωνείας και σαρκασμού κρύβει και μια  σπάνια ευαισθησία που συγκινεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, «το τρομακτικό στη σύλληψή του και συγκλονιστικό στην απόδοσή του ποίημα ΑΚΥΡΟ ΘΑΥΜΑ, όπου ο ποιητής απευθύνεται στη μητέρα του με μια σκληρότητα που δεν είναι παρά μια μεταμφιεσμένη τρυφερότητα… Αλλά ο καλύτερος Βαρβέρης βρίσκεται εκεί όπου ο καταπιεσμένος λυρισμός του κατορθώνει να ξεγλιστρήσει προς τα άνω και να δώσει τη δική του χροιά, με κορυφαίες στιγμές τα ποιήματα τα σχετικά με τον πρόωρα χαμένο πατέρα του…» (Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Γιάννης Βαρβέρης Θέατρο σκιών κι άλλες μαριονέτες):     

ΕΛΑ ΓΙ’ ΑΠΟΨΕ
Φρόντισα όσο έπρεπε το ντεκόρ.
Στον καναπέ και στις καρέκλες
εξώφυλλα των δίσκων νεκροζώντανες
οι δόξες του ’50.
Δυο τρεις αφίσες από κέντρα του καιρού
κι ήδη στο στέρεο
μα παπιγιόν δυο πλήκτρα ο Γιάννης Σπάρτακος.
Απέναντί του ο ξύλινος παλιός καλόγερος
με τ’ άσπρο σου λινό κοστούμι
τη μεταξωτή γρεβάτα σου δεμένη στ κολάρο
το μαντίλι στο τσεπάκι.
Κι ανοίγω την τζαμόπορτα:

Έξω φυσάει κι είναι κρύο κι είναι μπόρα
Πού να ’σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
Απόψε μου λείπεις μου λείπεις πολύ
Θα καθόμουνα πλάι σου
Κοντά στο τζάκι με φιλιά να σε κοιμήσω
Ας ερχόσουν για λίγο κι ας χανόσουν μετά.

Ακούς, μ’ ακούς
Πατέρα;
Έλα γι’ απόψε
μόνο απόψε λίγη ώρα [ από τη συλλογή ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ, 1991]

ΑΝΤΙΟ
Με ημερομηνίες συμπτώσεις και συναισθήματα
συχνά μας δίνεις σήματα
και μοιάζει λίγο σαν να παίρνεις την ευθύνη.
Τις περισσότερες όμως φορές που ραδιουργείς
και ειδοποιούμε εμείς τους μελλοθάνατους;
Φιλάμε σταυρωτά κάποιον αγαπημένο
άλλον χωρίζοντας στον ώμο τον χτυπάμε φιλικά
και μια-δυο μέρες ύστερα τον βλέπουμε σαν πάντα
ή –«από καρδιά» μας λεν
κι αυτό ήτανε.

Μ’ έμαθες έτσι πια να τρέμω
την παραμικρή μου κίνηση
την κάθε λέξη
μήπως συνωμοτήσει αθέλητα μαζί Σου
μήπως μου πουν ή το χειρότερο
μη μου ξεφύγει σ’ ένα λατρευτό μου
κάποια νύχτα
αντί για Καληνύχτα
Αντίο [ από τη συλλογή, Ο Θάνατος το στρώνει, 1986

Μπορεί εύκολα, λοιπόν, να παρατηρήσει κανείς ότι ο Γιάννης Βαρβέρης με άμεσο ή έμμεσο τρόπο επανέρχεται σε πολλά ποιήματά του (σ’ όλες σχεδόν τις συλλογές) στο θέμα του θανάτου. Είναι σαν να συμμετέχει σ’ ένα παιχνίδι αναμέτρησης μαζί του και, παρόλο που οι όροι είναι άνισοι και εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένοι εις βάρος του, διατηρεί μια αξιοπρεπή αταραξία και μια νηφαλιότητα εξιδανικεύοντας τρόπον τινά την βέβαιη ήττα. Έτσι, συμπεραίνει η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου «η αγωνία του φθαρτού να μην αποσπαστεί από τη ζωή, καθώς και η απελπισμένη αντίσταση στη βίαιη αποκόλλησή του απ’ όσους αγαπήθηκε, εκβάλλουν σ’ έναν ιδιότυπο σπαραγμό, όταν η μοίρα αρνείται να του επιτρέψει την όποια σκηνοθετική παρέμβαση»…
«Πρόκειται για μια εντυπωσιακή σύλληψη, όπου ενώ οι ρόλοι αλλάζουν, εντούτοις τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου δεν καταργούνται αλλά μετατίθενται σ’ ένα χρόνο που θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς, χρησιμοποιώντας όρο του Άθου Δημουλά, ως το «παρελθόν του μέλλοντος» (Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου):

ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ
Ξαπλώνω απόψε πάλι στη μεριά σου.

Και με φωνάζω από το διπλανό δωμάτιο
μ’ αγκαλιάζω με φιλάω
είμαι περήφανος για τους βαθμούς σου
το Σάββατο θα πάμε σινεμά
την Κυριακή θα φάμε έξω
και σε σφίγγω στη σκιά μου
αυτήν που έχω στους πνεύμονες
και θα σε προλάβουν
μονάχα μην υποπτευθείς
(έχει εσοχή εδώ) γι’ αυτό
ανάβω και τσιγάρο:
-Μπαμπά, πάλι τσιγάρο;
μ’ ακούω να λέω
αλλά δεν ξέρω πια
ποιος απ’ τους δυο καπνίζει
και ποιος κλαίει [από τη συλλογή ΑΚΥΡΟ ΘΑΥΜΑ 1996]

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ και ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΘΕΜΑΤΑ
Ο Χρίστος Παπαγεωργίου σχολιάζοντας συνολικά την ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη  έχει τη γνώμη ότι μ’ αυτήν έχουμε την εκτέλεση ενός συμβολαίου προς κάποια συγκεκριμένα βιώματα που σφράγισαν τον ποιητή από παιδί μέχρι την ωριμότητά του.  Πιστεύει, δηλαδή, ότι με βαθιά συνέπεια σε ό,τι έγραφε ο Βαρβέρης, «έγινε ένας ποιητής που εφόρμησε στα δύσκολα, που κολύμπησε στα βαθιά με πλήρη συναίσθηση του εγχειρήματος».
Έτσι, για παράδειγμα, στην ποιητική συλλογή ΣΤΑ ΞΕΝΑ (2001), ασχολείται με τον νεκρό, τον ξένο, τον άστεγο, τον ανέστιο, τον μετανάστη, τον εξόριστο, τον άπατρι, με μια τρομερή προοδευτικότητα, που του χαρίζει τον τίτλο, χωρίς πολλή σκέψη, του πνευματικού ανθρώπου, του διανοούμενου. Πολύ πριν κοινωνιολόγοι, πολιτικοί, ερευνητές, επιστήμονες, αναλύσουν το φαινόμενο της μαζικής φυγής ατόμων από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους και της άφιξής τους στην πολιτισμένη Δύση, ο Βαρβέρης γράφει, συνυπολογίζοντας πράξεις και απόψεις, ενέργειες και ιδέες, τέλος, προαπαιτούμενα και συνθήκες.. Λέει, για παράδειγμα, ο ποιητής:

ΣΧΟΙΝΑΚΙ
Ήμουν μικράκι
κι όλο έκανα σχοινάκι.
Πηδούσα χαρωπά από τον ένα
στον άλλο και στον άλλο ήχο
ψηλά με το σχοινάκι είχα το νου
αλλά το άφησα
μου έπεσε
στη μέση του ουρανού.

Τώρα ήχο ήχο
στη στρατόσφαιρα
στα αζήτητα
το σκοινάκι
πήρε μαζί του
και τη βαρύτητα.
Σκοινάκι. (από τη συλλογή ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001)

Στη συλλογή ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ  (2005) έχουμε, σύμφωνα με το Χρίστο Παπαγεωργίου, ένα σύνολο ποιημάτων που τροφοδοτεί τη φαντασία σε σχέση με μια πραγματικότητα ανυπεράσπιστη στα μηνύματα των καιρών, με μια καταγραφή, που στόχο έχει την πλήρη, από πλευράς ευαισθησίας, ανθρώπινη υπόθεση. Κυρίαρχη θέση σ’ αυτή την ανθρώπινη υπόθεση έχει βέβαια το σώμα. Αυτή η εντρύφηση του Βαρβέρη στου σώματος τις περιπέτειες αποτελεί, σύμφωνα με την κριτική της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, «ένα ακόμα στάδιο μιας από καιρό αρχινημένης διαδικασίας απογύμνωσης, κατά τη διάρκεια της οποίας συντελείται μια γενναία αντιμετώπιση του θανάτου, ο οποίος αποσπά από τη ζωή μας ό,τι αθόρυβα και τόσο φυσικά ως τώρα την ακολουθούσε…»

ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑ
Θρονιάζεται καμιά φορά
η βλάστηση στο σώμα.
Χαμογελάει αυτό ξανά, σαν το μωράκι
που του δείχνουν κουδουνίστρα.
Σκεβρωμένα ξύλα
τα διαπερνά μια ζέστη
επιφυλακτική:
το δάσος να ευφρανθεί
όσο του αρμόζει.

Μιλώ για βλάστηση έμπειρη.
Ξέρει καλά
που οι δροσιές
οι σκιές
τα ποτισμένα.
Βαδίζει σαν τον κηπουρό, τον αγροφύλακα.

Η οποία
ξεπρασινίζει αθόρυβα
μόλις τα σώματα ανακάθονται σε περισυλλογή
-σχεδόν μετάνοια (από τη συλλογή ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ 2005)

Στη συλλογή Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΟΝΟΣ (2009), το μοναδικό θέμα ποιητικής επεξεργασίας είναι η εμμονή του ποιητή με τη θρησκευτικότητα. Ιερά βιβλία, παραβολές, ευαγγέλια, χριστιανική παρακαταθήκη έρχονται στο προσκήνιο όχι ως πίστη του δημιουργού στην αοριστία των κειμένων, αλλά ως μεγάλη εντύπωση και παρρησία σε ένα σύνολο απόψεων, που εν συντομία αποκαλούμε «θρησκεία».

Ο «αφηγητής/ ήρωας» στην ποίηση του Βαρβέρη, σύμφωνα με τη Χρύσα Σπυροπούλου, είναι μόνος, εξόριστος, ξένος μέσα στην ίδια του την πόλη κυριολεκτικά, αλλά και μεταφορικά, μια αίσθηση, η οποία επιτείνεται στις συλλογές Στα ξένα, Πεταμένα λεφτά και  Ο άνθρωπος μόνος. . 

«Έχω ανάγκη να ζω αξιοπρεπώς χωρίς βακτηρίες, χωρίς το θαύμα», είπε χαρακτηριστικά στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε προς τιμήν του στο Μέγαρο Μουσικής, τον Φεβρουάριου τ
oυ 2009. Τα λόγια αυτά εκφράζουν απολύτως, αλλά και ερμηνεύουν ιδιαιτέρως τη συλλογή του Ο άνθρωπος μόνος. Ακόμη και ο τίτλος προοικονομεί και σηματοδοτεί τη στάση του ποιητή σε θέματα που σχετίζονται με τη θρησκεία και εν προκειμένω τη χριστιανική. Επιλέγει, μάλιστα, κείμενα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και «συνομιλεί» με αυτά, αντιστρέφοντας την παραδεδομένη ερμηνεία τους. Με συγκρατημένη ειρωνεία, με κορυφώσεις ή και ανατροπές, ειδικά στο τέλος κάθε ποιήματος, ο Γιάννης Βαρβέρης ανατρέπει τις βεβαιότητες, που πηγάζουν από την αδυναμία του ανθρώπου να αποδεχτεί το «κενό», τον αφανισμό του μετά τον θάνατο. Αμφισβητούνται οι αλήθειες, οι οποίες διακηρύσσονται μέσω των ιερών βιβλίων, ενώ τονίζεται η αμφιβολία για κάθε τι που ερμηνεύει την ύπαρξη. Με Καβαφική ειρωνεία ενίοτε πλήττεται η πίστη στο θαύμα, απομυθοποιείται το μεταφυσικό δέος, καταρρίπτεται η πεποίθηση ότι μέσω της θρησκείας, και συγκεκριμένα του χριστιανισμού, γνωρίζει κανείς κάθε τι που έχει σχέση με την ύπαρξη, τη βιολογική και συναισθηματική σύνθεσή της, τη γέννηση και τον θάνατο.
Εκείνος που επιλέγει να ζήσει χωρίς στηρίγματα και βακτηρίες είναι «γενναίος»:

ΓΟΛΓΟΘΑΣ
Εδώ απ’ το ίσωμα
σας βλέπουμε και σας πονάμε
χρόνια και χρόνια ν’ ανεβαίνετε.
Κι όσο ανεβαίνετε
τόσο από το σταυρό
η απόστασή σας μεγαλώνει
μα κι η χαρά
για την ακόμα πιο σκληρή δοκιμασία.

Εκεί απ' την ανηφόρα
ούτε μας βλέπετε ούτε μας πονάτε
που ανεβαίνουμε
σχεδόν γενναίοι
στο πιο απόκρημνο ίσιωμα
δίχως σταυρό
και δίχως λόφο. (από τη συλλογή Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΟΝΟΣ 2009)

Η συλλογή ΒΑΘΕΟΣ ΓΗΡΑΤΟΣ (2011) είναι ένας ατέλειωτος διάλογος του ποιητή με την αληθινή του μητέρα, που υπέργηρη δέχεται τα ποιητικά βέλη του γιου της χωρίς αντίδραση, μιας που ο ίδιος έχει στρέψει το δόρυ πρώτα στον εαυτό του. Χωρίς συστολή ο ποιητής συνδιαλέγεται ειρωνικά, περιπαικτικά, με θυμό, με αγάπη όμως, με απρόσμενα ποιήματα και λεκτικά σχήματα, με τη μητέρα του, χωρίς απ' ό,τι αντιλαμβανόμαστε να της απευθύνει τον συγκεκριμένο λόγο. Θέσεις όπως η σχέση μάνας-γιου, τα γηρατειά, ο θάνατος που επέρχεται, τα παιδικά χρόνια, οι ευθύνες των γονιών και άλλα πολλά έρχονται στο προσκήνιο με μια απίστευτη ελαφρότητα, που ισοπεδώνει τη ρεαλιστική προσαρμογή. Η συλλογή  Βαθέος γήρατος, σαφέστατα η καλύτερη του Βαρβέρη, πρέπει όχι απλώς να διαβάζεται, αλλά επιπλέον να διδάσκεται, να συζητιέται, να αναλύεται, να γίνεται αντικείμενο ώσμωσης και κριτικής.

ΠΛΕΕΙΣ
Πλέεις πια
μες στα παλιά φαρδιά σου ρούχα
ενώ ο Χρόνος
σου σφίγγει
τη ζώνη. (από τη συλλογή ΒΑΘΕΟΣ ΓΗΡΑΤΟΣ 2011)

ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΔΕΝ ΘΑ ’ΧΩ ΠΡΟΛΑΒΕΙ ΝΑ ΔΩ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΑΦΑΛΟ ΤΟ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΟΥ ΠΗΡΕΣ:
Ο Γιάννης Βαρβέρης μπορεί να ανήκει στην γενιά του '70 και να έχει κοινά στοιχεία με άλλους ποιητές της, όπως τις υπερρεαλιστικές καταβολές και την «εμμονή» στον θάνατο και το κενό, ωστόσο έχει πολλά χαρακτηριστικά που κάνουν τη φωνή του ξεχωριστή. Κι αυτά δεν είναι άλλα από το πικρό χιούμορ, την ειρωνεία, τον σαρκασμό και τον αυτοσαρκασμό, την αυτοαναίρεση, καθώς οι θέσεις, οι οποίες εκφράζονται, υποσκάπτονται από το διαφορετικό, το αντίθετο, που προτείνονται ταυτοχρόνως είτε μέσα στο ίδιο ποίημα είτε στην ίδια συλλογή, και έτσι όλα στο ποιητικό  σύμπαν του Βαρβέρη είναι τόσο ρευστά όσο η κινούμενη άμμος ή η ίδια η ζωή. Το πιο σημαντικό όμως στην ποίησή του, σύμφωνα με τη Χρύσα Σπυροπούλου,  είναι η αυθεντικότητα και η άμεση επικοινωνία με τον αναγνώστη, ακόμη και με τον λιγότερο υποψιασμένο. Γιατί ο Βαρβέρης, συνεχίζει η κριτικός,  δεν κατασκευάζει έναν ψεύτικο κόσμο, απομακρυσμένο από αυτόν που σκέφτεται και αισθάνεται ο ίδιος, αλλά ό,τι γράφει αναδύεται από τις πιο πηγαίες πλευρές του.

Με απλά μέσα και εξωτερικές αναφορές στην αρχή,  ο λόγος εισέρχεται σιγά-σιγά σε πιο εσωτερικά ή ατομικά ζητήματα: αυτά της μοναξιάς, της μνήμης, του έρωτα, του σώματος, του κενού, του θανάτου. Θέματα που μολονότι επανέρχονται στις ποιητικές συλλογές του Βαρβέρη, ωστόσο πάντα είναι ιδωμένα κάτω από καινούργια ματιά και σκοπιά, με πρωτοτυπία δοσμένα, έτσι ώστε να αποφεύγεται η μονότονη «φούγκα» και να διαγράφεται η πορεία της ωριμότητας του ποιητή μέσω διαρκώς ανανεούμενων εικόνων και κόσμων που στην ουσία έχουν την ίδια υφή, αυτήν από την οποία είναι φτιαγμένα τα όνειρα.

Ο άνθρωπος είναι μόνος, υποστηρίζει ο ποιητής. Και εννοεί φυσικά την υπαρξιακή μοναξιά, τη σχέση του με το σύμπαν και την καταγωγή του. Και είναι μόνος ο άνθρωπος είτε το γνωρίζει ο ίδιος είτε όχι. Μόνος εντέλει είναι κι εκείνος που έχει ψευδαισθήσεις σχετικά με το νόημα της ζωής, με την προδιαγεγραμμένη ερμηνεία για την προέλευση και τις αρχές της φύσης, τον καρπό της φανταστικής προσέγγισης των πραγμάτων σε συνδυασμό με κανόνες ηθικούς και κοινωνικούς. Όποιος, όμως, δεν απαλύνει τους καθημερινούς φόβους του, το υπαρξιακό του δέος καταφεύγοντας στην ευκολία της έτοιμης και αδιαμφισβήτητης εξήγησης των πάντων, αγωνίζεται μόνος να δώσει νόημα και περιεχόμενο στη ζωή του. Άλλωστε, ο τρόμος για τον επικείμενο θάνατο στρέφει τον άνθρωπο στην πίστη, καθώς η δημιουργία του κόσμου του φαίνεται ανεξήγητο γεγονός, ενώ το ελπιδοφόρο μήνυμα, που μεταφέρει η ανάσταση του Λαζάρου, αλλά και του ίδιου του Χριστού, τον ανακουφίζει από τις αγωνίες και το άγχος για το «επέκεινα»: «Ενώ Εσύ, ιδανικός Εσύ μες στην ανάστασή Σου/ οριστική, γεμάτη δόξα κι ύμνους όπου γης/ ποτέ δε σκέφτηκες τι απέγινε/ ο υπό αίρεση και προθεσμία αναστημένος Σου... Τώρα σε τι Δευτέρα Παρουσία να πιστέψω/ σε τι ανάσταση νεκρών/ ανάμεσα σ' εξαίρεση ζωής/ και στον κανόνα του θανάτου;/ Και τέλος πού να βρω δύναμη προτού πεθάνω να πεισθώ/ ότι στ' αλήθεια και για πάντα θα πεθάνω;» (Ο Λάζαρος μετά το θαύμα)

Σπουδή θανάτου και ανυπαρξίας η ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη προσφέρει στον αναγνώστη όχι μόνο εικόνες, αλλά ιδέες που απευθύνονται περισσότερο στον νου παρά στο συναίσθημα.

ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, Ο ΤΙΜΩΡΟΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ
Το καλοκαίρι η νύχτα πέφτει
απάνω σου
γυναίκα ιδρωμένη κι απρόσεχτη.
Νύχτα όπως νύστα. Νύστα και νικοτίνη.
Νύχτα λοιπόν θα πει
ένα τάλιρο που σου 'πεσε στην Γ' Σεπτεμβρίου
κι ευθύς και μ' εκατόν σαράντα
το κάναν τ' αυτοκίνητα
ένα με την άσφαλτο.
Στη Χέυδεν στη Φερρών
οι νάιλον επιβάτες περιμένουν να επιβιβαστούν
στα σκουπιδιάρικα.
Για μια στιγμή στον αέρα
υπερισχύουν τα πορτοκαλόφλουδα
κι ελπίζεις.
Λες, τώρα θα κάνουμ' έρωτα
σε κήπο εσπεριδοειδών.
Μετά, η άπνοια πάλι.
Ωσπου διέρχεται θεία παιδίσκη
κι είναι γκοφρέ κι είναι σοκολατόχρους
κι όλο το βράδυ εσύ παιδεύεσαι
να σκίσεις το περιτύλιγμα.
Έτσι ξεχνάς το δόλιο τάλιρό σου- και καλύτερα.
Οι κότες που έσκαψαν καταμεσής του δρόμου
                  με το νυχάκι τους
καμιά δε γλίτωσε.
- Πετάχτηκες Ανδρέα εσύ
Ραλίστα τιμωρέ,
εσύ με τη φρενιτιώδη Τζάγκουαρ
και τις διαμέλισες [από τη συλλογή ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ]

«Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές» μάς παροτρύνει ο Βαρβέρης, στο τελευταίο ποίημα της συλλογής του «Αναπήρων πολέμου» του 1982: Και συνεχίζει:   «αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη  να τους βλέπουμε πού και πού γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι  βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί -ξεχασμένοι έστω- εκεί έρχεται το μαντάτο τους. Οι καλοί ποιητές μας φεύγουνε μια μέρα, όχι γιατί πεθαίνουνε από έμφραγμα ή από καρκίνο, αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους λουλούδια τρομερά. Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή, πάνε μετά στον οφθαλμίατρο, ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους, η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά,  λόγια φοβισμένα κι αόριστα οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται. Έτσι σιγά-σιγά οι ποιητές μαζεύονται αποτραβιούνται σπίτι τους, ακούγοντας δίσκους παλιούς, γράφοντας λίγο, όλο και πιο λίγο πράγματα μέτρια. Στο μεταξύ μες την κλεισούρα τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται και να κρεμάνε κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο. Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα κι αυτή γαντζώνεται στα ξεραμένα φύλλα πρώτα ύστερα στα ξερά κλαριά σ’ όλο το σώμα και τότε λάμπει το σπίτι, λάμπει ο τόπος για μια μόνο στιγμή κι αποτεφρώνονται». Και οι ποιητές, οι λογοτέχνες εν γένει, επιζούν όσο διαβάζονται, μελετώνται και κρίνονται, όσο τα έργα τους παραμένουν στοιχεία του λογοτεχνικού μας αποθέματος, κι ας μην είναι οι ίδιοι ενσώματοι εδώ. Γι’ αυτό ας επισκεπτόμαστε τους «επιζώντες» ποιητές (με όποια έννοια…)

ΤΙ ΠΛΗΚΤΙΚΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ:
 (με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο ΜΙΚΡΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ποιημάτων από τις συλλογές του Γιάννη Βαρβέρη)