Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ ΔΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΙ ΑΣ ΛΑΜΠΕΙ Η ΣΕΛΗΝΗ ΣΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ. ΑΙΜΑ ΟΡΕΓΕΤΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ…

Μ’ αυτό τον εντυπωσιακό τρόπο αρχίζει ένα ποίημα της Ειρήνης Ιωαννίδου, αδημοσίευτο ακόμα. Μένει άφωνος ο αναγνώστης όντας ξαφνικά μάρτυρας μιας σκηνής  που φωτίζεται από τη λάμψη ενός μαχαιριού με απροσδιόριστες διαθέσεις και την υποφαινόμενη όρεξη του χρόνου για αίμα. Αδημονεί για τη συνέχεια και η ποιήτρια δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα: «Με μάτι ανέστιο κοιτάς, με πίστη σπέρνεις τα οπωρικά. «Ξεπλένονται με τη βροχή κι ασπρίζουν τα οστά στον κήπο. Μοιάζει με ακροκέραμο ο φόβος – ριζώνει μες το στόμα όταν για ξόρκι τον προφέρεις. Κεράκια αναμμένα ο ουρανός, ίσα που προλαβαίνεις την ανάσταση. Μια γάτα ουρλιάζει πριν το χάραμα, ξυπνάς με σάρκα ιδρωμένη. Έξω ακούγονται φωνές κόσμος πολύς, χρώματα μυρωδιές. Η Ανδρομάχη, ένα κορίτσι ολοστρόγγυλο, αγκομαχά στο φως και σέρνει ένα καλάθι με ροδάκια. Πιο εκεί μία Ελένη δοκιμάζει τα κεράσια, κόκκινα πολύ στην εποχή τους είναι. Δεν φτάνουν τα μαλλιά να γίνουν σκάλα απ΄ το μπαλκόνι σου σαν σκύβεις. Ο έρωτας στοχαστικός φέγγει στη θύρα σου, «άγνωσται αι βουλαι» του. «Αγαπάτε», λες και όχι «επιθυμείτε» τώρα πια. Στενεύει το λινό φορεματάκι σου το παιδικό, τόσες φορές που έχει πλυθεί. Σχεδόν ανέπαφος ο θώρακας, μια αμυχή μόνο στο βλέμμα. Δεν φτάνουν τα μαλλιά να γίνουν σκάλα απ’ το μπαλκόνι σου σαν σκύβεις»Βαθιά ανάσα Γιατί, πράγματι, «άγνωσται αι βουλαί» της έμπνευσης της Ειρήνης Ιωαννίδου και μη προβλέψιμη η πορεία, η σειρά, η αλληλεπίδραση των εικόνων που εναλλάσσονται με κινηματογραφικό ρυθμό. Γιατί, πράγματι, «ορέγεται αίμα» η ποιητική διάθεσή της!..  Το μείγμα στοιχείων που αξιοποιεί στη  με καταιγιστικό ρυθμό εναλλαγή εικόνων, από τη μια πρόταση στην άλλη, απαιτεί πλέον κεραίες σηκωμένες και προσοχή τεντωμένη για να παραμένεις κοινωνός στην εξέλιξη της ιστορίας. Και τότε γίνονται τα θαύματα και λάμπει ο δικός σου ιδιαίτερος αστερισμός. Πού να σταματήσω πρώτα και τι να πρωτοπώ για την πίστη «που σπέρνεις τα οπωρικά της», για τα χρώματα και τις λυρικές τις μυρωδιές, για το «καλάθι» το γεμάτο «εύγεστους χυμούς». «Μοιάζει με ακροκέραμο ο φόβος, ριζώνει μες το στόμα όταν για ξόρκι τον προφέρεις. Η νύχτα είναι λες και τον ακολουθείς…»!.. Θαυμαστικά κι ουδέν σχόλιο για την παρομοίωση του Φόβου με ακροκέραμο και την ταύτισή του με τη νύχτα. Στο πολύ γνωστό ποίημα της Κικής Δημουλά Ο Πληθυντικός Αριθμός αυτό το ουσιαστικό όνομα, ο Φόβος, έχει πληθυντικό αριθμό «για όλα από δω και πέρα» όπως ακριβώς και οι νύχτες!.. Συμφωνία θηλυκή… «Ένα καρφί πάντα να με μετράει. Μες σε αγρό ολάνθιστο, τώρα σωπαίνω. Έχει μια εντιμότητα μπρος στο γκρεμό τα μάτια να υψώνεις», γράφει σε μια πρόσφατη αποστροφή της η Ειρήνη. Παρακάτω αποδελτιώνονται κι άλλες παρόμοιες αποστροφές και ποιήματα όπως αναρτήθηκαν στο Χρονολόγιο της με κάποια απ’ τα σχόλια μου που τα συνόδευαν στην πρώτη αυτή δημόσια έκθεσή τους. Και πρώτα-πρώτα ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ με τους στίχους εγγεγραμμένους στην εικόνα της ιδέας τους:          




ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΔΕ ΛΕΝΕ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ:
Τα κορίτσια δεν λένε ποτέ την αλήθεια,
κυρίως τα όμορφα.
Φοράνε αιλάινερ,
κάνουν κοψίματα στα ζυγωματικά,
μια ηλιοφάνεια είναι θεμιτή,
ν' αστράφτουν οι κυνόδοντες όταν ορέγονται το δέρμα.
Σαρκώνονται την ηδονή γεννώντας,
και καβαλάνε άτια
σε αγρούς με κρίνα και οπιούχες παπαρούνες. Γίνονται ερωμένες όχι του ποιητή
αλλά της γοητείας τους.
Λογχίζουν το πλευρό του το πρωί
που είναι ευάλωτο το φύλο,
θρηνούν με μάτια γλαφυρά και ευανάγνωστα
και θρέφονται με την ευδαιμονία του τις νύχτες. Μετά από χρόνια, με κομμένα τα μαλλιά,
για να λυθούν τα μάγια,
πηδάνε κάτι φωτιές καλοκαιριού
-που αρπάξανε ξερόκλαδα- και κύματα
που σκάνε σε βράχο ιερό στην γη της Πάτμου.
Με το αλάτι γυμνές μέχρι την μέση,
μέδουσα και γοργόνα μαζί τις λες.
Τα όμορφα κορίτσια δεν έχουν στόμα
όταν μεγαλώσουν, μόνο φωνή και κάτι χέρια που θέλουν να κλαδέψουν αγκαλιές.

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΜΟΥ ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΙΛΙ
«Σκάβει το χώμα, γρυλίζει. Σου γλύφει την πληγή, το έχεις από κουτάβι. Χίλια άλογα στην αυλή με την νεραντζιά, ένα περιστέρι προσκυνητής των στενών οριζόντων. «Φούσκωσαν τα μπουμπούκια της», μου λες και την κοιτάζεις. Η μυγδαλιά του γείτονα.  «Μπήκε η Άνοιξη», σου απαντώ, «με πτέρνα αχίλλειο να μας βαφτίσει».  Ποτάμια είναι οι θεοί, βουνά κι ωκεανοί. Ο ουρανός ανέφελος, γαλάζιος, πριν το ψέμα. Τα μάτια μεγαλώνουν όπως η επιθυμία, τα μαλλιά σε ντύνουν. «Το βασίλειο μου για ένα φιλί, για μια θέση σε δημόσιο πάρκινγκ». Το ακρυλικό σε επιδιορθώνει στον πίνακα του καθιστικού, γίνεσαι σκόνη λεπτή, διάφανη. Όμως εσύ πρέπει να διανύσεις αυτό, ό,τι βλέπεις μέχρι τον απέναντι τοίχο. Ο δρόμος - μια συστάδα από λεύκες δίπλα σε υγρές όχθες. Κάθε ρωγμή μια προοπτική ελευθερίας.
[Η αλήθεια - ευαίσθητη στο φως, στην καμπυλότητα της μνήμης, στους γεωγραφικούς προσδιορισμούς. Τις φαντάστηκες εκείνες τις πεταλούδες.] ΕΙΡΗΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

ΣΧΟΛΙΟ: Ξαφνιάζει ευχάριστα η σκιαγράφηση του… πλημμυρισμένου με εικόνες (ετερόκλητες από πρώτη ματιά) τοπίου στο παραπάνω  αδημοσίευτο ποίημα της Ειρήνης Ιωαννίδου: το αεικίνητο σκυλί (σκάβει, γρυλίζει, γλύφει) στη μια μεριά, δίπλα ίσως η νεραντζιά της αυλής και στο βάθος της χίλια άλογα αντίστιξη στο ένα περιστέρι. Πώς να μην στενεύει ο ορίζοντας που χώρεσε όλα αυτά; Η ανθρώπινη παρουσία υπολανθάνει στην απροσδόκητη απάντηση που υπαγορεύεται από τ’ ανθισμένα μπουμπούκια μιας βιαστικής μυγδαλιάς:  «Μπήκε η Άνοιξη με την αχίλλειο πτέρνα της»!.. Απρόβλεπτη και αινιγματική η εικόνα της άνοιξης με το αδύνατό σημείο της, πρώτη λαβή για συμβολικές προσεγγίσεις: Η Άνοιξη, Θεά χρωμάτων και ήχων, με ανίκητη τη φυσική ομορφιά της, έχει κι αυτή το αδύνατο σημείο που την κάνει ευάλωτη και πεπερασμένη. Εδώ όμως υπερισχύει το στοιχείο του μύθου που της αποδίδει τη μαγική αλλά ύπουλη εκείνη ιδιότητα: βουτάει τους ανθρώπου στα Ύδατα της Στυγός, τους κάνει αθάνατους αλλά αφήνει (άθελα, σκόπιμα;) ένα τρωτό σημείο… Είτε έτσι είτε αλλιώς η επόμενη εικόνα απογειώνει το ποίημα. Ποτάμια βουνά και ωκεανοί: αυτοί είναι προφανώς οι Θεοί-Υπηρέτες της Άνοιξης. Τα μάτια μεγαλώνουν για να χωρέσει η επιθυμία όλο αυτό το μεγαλείο της που το κάνουν δικό τους γι’ αυτό και το προσφέρουν απλόχερα «για ένα φιλί» που θα σφραγίσει την πλούσια αυτή ευωχία και κάνουν σχεδόν άχρηστη τη οποιαδήποτε ρωγμή, γιατί από αδύνατο και τρωτό σημείο, γίνεται «μια προοπτική ελευθερίας». «Κάθε ρωγμή μια προοπτική ελευθερίας»: ιδανική κατακλείδα τόσο δυνατή από μόνη της που αποδυναμώνει τις λεπτομέρειες της περιγραφής που την συμπληρώνουν.  

ΟΤΑΝ Ο ΦΑΟΥΣΤ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΜΟΝΤΙΛΙΑΝΙ
Έσκαβε μήνες με τα χέρια μες στον κήπο. Τραβούσε ρίζες, έκοβε με τα δόντια, γέμιζε αίματα το στόμα απ’ τα αγκάθια. «Κόκκινο σου πρέπει» έλεγε, όταν θα βλέπεις απ’ τον βράχο την σκιά μου να σιμώνει. Την θέλω προσκεφάλι την ψυχή σου, να έχει χέρια σαν κλαδιά να μου συμπαραστέκεται στην μοναξιά και ρίζες βαθιά μέσα στο χώμα. Στο παράθυρο, τις νύχτες, να προσμένει με μια πλεξούδα έτοιμη, με ένα στήθος τρυφερό να βγαίνει καθώς σκύβει, με μια πληγή στα σωθικά ανοιχτή, για να με θρέφει. Με κεριά να στήνει λιτανεία, καθώς θα βγαίνουν οι νεκροί με τα σεντόνια -δίχως μάτια-, να λέει τι όμορφα μυρίζει και το χώμα. Τι ελευθερία, που η σάρκα δεν πονάει. Ποιόν νεκρό εσύ κλαις; Και η τρύπα αυτή στο στέρνο -που μοιάζει με τιμόνι- αδιάκοπα σε σπαταλάει και αέρηδες τραβούν κουπί. Μην το ξεχάσει το ταξίδι λένε, με ρυθμό νοσταλγικό. Υπάρχει μια θάλασσα εκεί στην άκρη του σπιτιού. [ΕΙΡΗΝΗ]

ΣΧΟΛΙΟ:  Το «κόκκινο» σου πρέπει, αν με χρώμα πρέπει να σχολιάσω τον ακατ΄βλητο ρυθμό της έμπνευσής σου… Κάθε φορά εικόνες μ’ άλλες αποχρώσεις, κάθε συνέχεια κι άλλες υποσχέσεις…

ΘΥΜΙΖΕΙ ΛΑΜΙΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Θυμίζει Λάμια το φεγγάρι - ένα σφαγμένο πράγμα χαμηλά που ακόμα ανασαίνει. Σαν σώματα δεμένα οι θυμωνιές με το σιτάρι. Να μην μπορεί να απλωθεί ούτε ένα χέρι, ένας λαιμός λευκός να υψωθεί, να δει την χάση του στον ουρανό. Μια σκιά, μια πεταλούδα πριν γίνει φως.
«Πουλί, πού παγιδεύτηκες και τώρα πια κανείς δεν σε ακούει;'»
«Στο αριστερό πλευρό δεν κάνει να κοιμάσαι, γίνεται ζόρικη υπόθεση η αγάπη».
Πώς φύσαγε το αεράκι στα μαλλιά, πώς σκόρπιζε το σώμα στα αγριόχορτα, πώς γινόταν το κίτρινο γαλάζιο. Αρχίζεις να θυμάσαι. [ΕΙΡΗΝΗ]

ΣΧΟΛΙΟ: Μου θύμισε κάτι από το καλό και το κακό φεγγάρι της Σονάτας η Λάμια το φεγγάρι σου... Γιατί κι εκεί από τη μια στιγμή στην άλλη άλλαζε διαθέσεις. Τη μια στιγμή το μαγικό φως του έκανε τα άσπρα μαλλιά να χρυσίζουν κρύβοντας χρόνια αλλά την άλλη μεγάλωνε τις σκιές μέσα στο σπίτι και αόρατα χέρια τραβούσαν κουρτίνες ή δάχτυλα έγραφαν στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια... Πολύ όμορφα και η δική σου έμπνευση μπλέκει τις εικόνες: από τη μια θημωνιές που χρυσίζουν στο φως του φεγγαριού μοιάζουν με σώματα δεμένα (τι ωραία εικόνα που ξυπνάει μνήμες αλλοτινών καιρών...) αλλά από κοντά απλώνουν "πλοκάμια"... ένα χέρι, ένας λευκός λαιμός, "μια πεταλούδα πριν γίνει φως"! Κορύφωση ο δραματικός διάλογος απογειώνει το ποίημα... Έτσι αρχίζεις να θυμάσαι πώς φύσαγε το αεράκι στα μαλλιά, πώς γινόταν το κίτρινο γαλάζιο, πώς το ποίημα μας μεταφέρει σε μια ονειρική πραγματικότητα!..

ΕΚΕΙ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΠΝΙΓΜΟΥ
Απ’ τα χαράματα είχε σηκωθεί, βγήκε στο μπαλκόνι σήκωσε το κεφάλι, πήρε ένα ψαλίδι και έκοψε ένα δυο σύννεφα. Στράβωσε ο βασιλικός -καχεκτικός όπως ήταν- λαχτάρισε για φως, νερό είχε αρκετό αυτές τις μέρες, περίλυπες όπως ο ουρανός. Καρφίτσωσε τα σύννεφα σε ένα τελάρο. Με το πινέλο, έβαψε τους τοίχους σε ένα γαλάζιο ανοιχτό, ζωγράφισε και κάτι ψάρια δίχως βράγχια, σαν πουλιά. Ένα τεράστιο ενυδρείο το σπίτι. Την έβλεπαν από τα απέναντι μπαλκόνια μέρες να κολυμπά. Τις νύχτες που είχε φεγγάρι έμοιαζε το σπίτι με βυθό, έβγαζε λάμψεις περίεργες. Μια νύχτα γέμισαν λαβωματιές οι τοίχοι, τα ψάρια σπαρταρούσαν, εκείνη μια πορφυρή παπαρούνα, ζωγράφιζε μια Άνοιξη. [ΕΙΡΗΝΗ]

ΣΧΟΛΙΟ: Τεράστιο ενυδρείο το σπίτι που στο φως του φεγγαριού μοιάζει με βυθό, στους τοίχους κάτι ψάρια δίχως βράγχια σαν πουλιά σπαρταρούν, βγαίνουν περίεργες λάμψεις από παντού, λαβωματιές ανοίγουν, αλλά απ’ το απέναντι μπαλκόνι φαίνεται πως κολυμπά εκείνη, δηλαδή μια κόρη που δεν είναι παρά μια πορφυρή παπαρούνα και ζωγραφίζει στους τοίχους μιαν Άνοιξη. Τι να πει κανείς για μια τέτοια πολυδύναμη και πολύτροπη εικόνα. Εκπληκτική η δημιουργική σου εμμονή στις… «εικόνες βυθού», που απ’ ότι μπορώ να θυμάμαι επανέρχονται  συχνά-πυκνά στα ποιήματα σου και με τις αμφισημίες τους αφήνουν ανοιχτά πολλά επίπεδα αναγνώσεων και ερμηνειών. Εμένα πάντως, που έχω μια αρρωστημένη εμμονή στη Σονάτα του Σεληνόφωτος, μου φέρνουν στο νου την κουζίνα της ηρωίδας του ποιήματος του Ρίτσου που ήταν σαν το βυθό της θάλασσας!.. Κι εκεί «μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών σαν μέδουσες» σάλευαν μαζί με τα μπρίκια και τα πιατικά, «φύκια πιάνονταν απ’ τα μαλλιά» της γυναίκας που δεν μπορούσε ν’ ανεβεί στην επιφάνεια… Κι «εκεί στο βάθος του πνιγμού» ανακαλύπτοντας τελικά τον εαυτό της ως ποιήτρια έβρισκε και  τα πολύτιμα πετράδια της ποίησης που ήταν ο κρυμμένος θησαυρός μιας ζωής: «κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων». Και στο δικό σου ποίημα η… «πνιγμένη ηρωίδα» ζωγραφίζει στους τοίχους του βυθού της μιαν Άνοιξη!.. Δηλαδή, με τα λόγια του Ρίτσου: «μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας, κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε, μιαν ευτυχία, μια μέθη κι ενθουσιασμό ακόμη…». Οπότε κι εγώ, θαυμάζοντας τη δημιουργική πνοή σου Ειρήνη, αναφωνώ μαζί με τη γυναίκα με τα μαύρα της Σονάτας: «Άφησε με να ’ρθω μαζί σου» στα φωτεινά μονοπάτια της Ποίησης!..

ΚΙ ΑΛΛΑ ΑΤΙΤΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (όπως αναρτήθηκαν στο ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ της ποιήτριας εδώ με τίτλο τον πρώτο τους στίχο):

ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΡΑΙΝΟ ΣΤΗΝ ΚΡΑΚΟΒΙΑ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙΣ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ:
Ένα κορίτσι σταυροπόδι κάθεται και σου μιλάει.
Τις θαυμαστές ιδέες σου χλευάζει το φτέρωμα του φασιανού απ’ το παράθυρο.
Σαθρά ριζώματα ανάμεσα στις ράγες ο χρόνος παρασύρει, σπόρος τρελός να μην ανθίσει στο νερό.
Το άδικο γράφεται σε τρίστιχο χαράς και σε τραγούδι τάβλας, και μια μέρα γλαφυρή σαν τον χαρταετό το φως διχοτομεί και την καρδιά.
Ορθό κι άκαμπτο το σώμα ορίζει και ορίζεται, άτι ατίθασο και απαίδευτο δίχως το χαλινάρι.
Το γάλα μιας συκιάς τις μέρες σου ξεπλένει, υπομονή ανάμεσα στα φρύδια σου φυτρώνει. [ΕΙΡΗΝΗ]

ΣΧΟΛΙΟ: Άτι ατίθασο το σώμα δίχως χαλινάρι!.. Έχεις πολλά δρομολόγια ακόμα στις ράγες των λέξεων, γιατί η εκδρομή αυτή στην εξερεύνηση των βουλήσεων του δεν έχει τέλος. Και είναι, τουλάχιστον, το ταξίδι υπέροχο, όσο θα ξεπετάγονται σαν τα αδούλωτα πουλιά οι νέες εμπνεύσεις.

ΧΘΕΣ ΒΡΑΔΥ… ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ… ΤΑΞΙΔΙ ΜΕΤ’ ΕΜΠΟΔΙΩΝ Η ΒΡΑΔΙΑ:
Το πανί με το βυθό να πάλλεται εκεί σκίρτησε η ψυχή και το κορμί.
Σαν την «Αργώ» ταξίδι αναζητάει, σε πέρασμα κρυφό να βγάζει το κουπί και χέρι δυνατό το λάβαρό του να σηκώσει.
Με την ανάσα βάζει στοίχημα σε ποιο της αχ θα σκαρφαλώσει.
Σε ποιο σκαρί το άλμπουρο του θα καρφώσει.
Και σαν φυσήξει ο Ζέφυρος και το φτερό λαβωματιά μυρίσει, στήνει χορό περήφανο μπρος σε ασπίδα γυαλισμένη.
Σε πιο της αχ, θα βάψει κίτρινο το θέρος το φιλί, για πιο κορμί περήφανο το μάρμαρο ζουμπούλι θα πετάξει… [ΕΙΡΗΝΗ]

ΘΑ ΚΑΤΕΒΑΣΩ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΑ ΣΗΜΕΡΑ, ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟ ΑΠΑΙΤΟΥΝ
Θα στύψω κι ένα ρόδι, θ’ αλλάξω πούδρα γιατί αλλάζει η εποχή, κάτι μπουκλάκια θα μαζέψω που πληγώνουν τον αυχένα.
Στο φως πάντα γυμνή η σάρκα, στον όλεθρο στεφανωμένη, σε χέρι  παιδικό αθάνατη.
Σε φέιγ βολάν, ταπείνωση δεν βρίσκεις, μόνο η μυρωδιά του γιασεμί στον άνεμο τις Κυριακές, συγχώρεση μυρίζει.
Στην άκρη των χειλιών εκεί μαζεύεται το μέλι [ΕΙΡΗΝΗ]

ΣΧΟΛΙΟ:  Οι περιστάσεις, πράγματι, απαιτούν χειμωνιάτικα, Ειρήνη, η ποιητική σου διάθεση όμως διανύει εποχές δημιουργικής πνοής. Ασυγκράτητη σε βρίσκω κι αστείρευτη. Υποψιάζομαι ότι εγκυμονείς νέο ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ ΣΩΜΑ κι έχω τη βεβαιότητα ότι εξελίσσεσαι με βήματα σταθερά και σίγουρα. Κι αν παραφράσω το δικό σου στίχο, θα μπορούσα να πω ότι «στην άκρη των λέξεων σου μαζεύεται μέλι» κι ανοίγει την όρεξή μας για τις εκπλήξεις του ποιητικού σου λόγου.

ΧΤΥΠΑΣ ΤΟ ΡΟΠΤΡΟ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ
 Ένας καπνός ψηλά ορθώνεται, μαζεύεις το κυπαρισσόμηλο απ’ το χώμα. Ξερά, καμένα τα κλαδιά. Τρίζει, μόλις φυσήξει, το ξυλόσπιτο, ανοίγουν οι ραφές, με το μπαμπάκι τα σφαγμένα τα χαϊδεύεις. Το βράδυ, στην παράκληση, χύνεται μέταλλο βαρύ ο ουρανός από τον θόλο. Βγαίνει η ψυχή, με τάματα αργυρά στα μάτια καρφωμένα

ΣΕ ΑΛΛΟ ΣΩΜΑ ΕΜΑΘΕΣ ΝΑ ΚΟΛΥΜΠΑΣ
Σε άλλο σώμα έμαθες να κολυμπάς
τα βήματα ίσκιους μετράνε
και μεγέθη στον αφρό
και με ομφάλιο λουρί σε δένουν
Στο φως το πρώτο
το κλάμα δεν αντέχει
με στράτα και στρατούλα
μαθαίνεις να πορεύεσαι
Σαν πυροφάνι στον ορίζοντα
γυμνή τι όμορφα που φέγγεις
με τα μαλλιά σου απλωμένα
τον ουρανό μπαλώνεις
και κάπου κάπου κοκκινίζει
η ανέμη [ΕΙΡΗΝΗ]

«ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕ»  ακούγεται το σούρουπο, ανοίγεις βήμα, να προλάβεις.
Μια βάρκα χάρτινη μες το νερό αγκομαχά, ακαθαρσίες των πουλιών - των τεθνεώτων η σπορά πάνω στο χώμα.
Στην αυτοψία σε φωνάζουν ύστερα, να πεις για τις πληγές, σου ρίχνουν φώτα, σε τυφλώνουν.
Την μαντική σου τέχνη επικαλούνται, να πεις το πως και το γιατί και όλα τα άλλα. «Τέτοια εποχή στρώνουμε χαλιά» τους λες,
«ανοίγουμε παράθυρα, να μπει αέρας μες το σπίτι».
Τους δείχνεις πήλινο δισάκι για προσκέφαλο, και μια ποδιά στο χέρι κεντημένη.
Στο ύψος των ματιών η φλογοκρύπτη. ΕΙΡΗΝΗ


ΣΧΟΛΙΟ: Η βάρκα σου η χάρτινη που στο νερό αγκομαχά με τους «ακάθαρτους» υπαινιγμούς της  έριξε τα φώτα της σε μια δική μου ΒΑΡΚΑ ΜΟΝΗ  (τη συνημμένη φωτογραφία εννοώ, δική μου από την περίοδο που κλεινόμουν στο Σκοτεινό Θάλαμο κι έκανα τα μαγικά μου παίζοντας με τις αποχρώσεις του γκρι)  και ο μαντικός συνειρμός ελεύθερων στίχων ανοίγει τα λόγια που την στόλισαν στην ανάρτηση μου στο instagram:


ΚΑΙ Η ΒΑΡΚΑ ΕΜΕΙΝΕ ΜΟΝΗ...
(σαν την καλαμιά στον κάμπο μες στη φοβερή ερημία… πλήθους Μυστικών του Βάλτου):
«Στάλαξε λίγη νυχτιά στην παλάμη μου
να 'χω να σε ποθώ τα βράδια
σε υπνώδεις αγναντεύσεις της αφής»
(αφού όπως λένε)
«οι ομορφότερες ιστορίες άθελά μας υφίστανται...»
- στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της ζωής-
εκεί όπου «η ποίηση σε λίγους μόνο στίχους διασώζει
ολάκερη τη θεϊκή ευσπλαχνία» (Αναστασία Γκίτση)
Κάποτε, λοιπόν, θα ’θελα
«να είναι αλήθεια το Ποίημα που μιλώ, μόνο γι’ αυτό να ζω…»
όπως στα όνειρα
«για μια βαρκάδα αφέγγαρη»
στις «καλαμιές» παιδικής νοσταλγίας
απ’ όπου μνήμες… «σαρκοβόρα αγκάθια»
αναπηδούν κάθε στιγμή
«στην παλίρροια της γνώσης και της λησμονιάς…»
Μνήμη,
«αν είσαι λέξη, δώσε ένα ποίημα στον αέρα» (Κατερίνα Κατσίρη),

ποίημα Νόστιμον Ήμαρ!...
(φωτογραφία «Ωραία Κοιμωμένη Βάρκα»,  στις καλαμιές της λίμνης Βεγορίτιδας» ή Οστρόβου, χωριό Άρνισσα στους πρόποδες του όρους Βόρρα - Καϊμάκτσαλαν)

(εορταστική) ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΕΠΟΧΗΣ…  ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΕΝΑ πεύκο φύτρωνε μες το σαλόνι.  Όχι έλατο. Είχε αδυναμία στα ανοιχτά κλαδιά του. Καρφωμένος ο κορμός σε αυτοσχέδια βάση, ξύλινη, μερικές φορές είχε μια κλήση. Σκαρί, που πάλευε να το ευθυγραμμίσει. Κόκκινες μπάλες και χιόνι από βαμβάκι. Ζύμωνε τα μελομακάρονα, τα γέμιζε καρύδι και μέλι άφθονο. Καμάρωνε για τα κορίτσια της, παντρεύτηκαν, άνοιξαν σπίτια, έγιναν νοικοκυρές. Η μεγαλύτερη είχε πάρει την σπίθα της. Παραμονή βουτούσε τα χέρια της στο αλεύρι, όπως έχωνε το πρόσωπο στο στέρνο της. Στο σπίτι της μόνο κουραμπιέδες έφτιαχνε. Αφράτους, στρογγυλούς, μ’ ένα αμύγδαλο στη μέση. «Βράζεις το βούτυρο» της είπε, «το παγώνεις ύστερα και το στραγγίζεις απ’ το γάλα». Χαμογέλασε, «εγώ ό,τι γάλα είχα σας το έδωσα»!.. Τους στόλισε φέτος, άναψε τα λαμπάκια και φύσηξε. Χιόνισε σαλόνι, μύρισε Χριστούγεννα [Ειρήνη Ιωαννίδου]

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΛΛΟ ΠΟΥ ΤΟ ΟΝΕΥΡΕΥΤΗΚΕ:

Έτσι αρχίζει το ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου ΟΙ ΤΡΕΙΣ (στη συλλογή ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ 2004), για να καταλήξει στο απρόβλεπτο (προβλέψιμο;) συμπέρασμα: «Μέσα στο ποίημα βέβαια έχουν χαθεί και οι τρεις»!..  Ο μελετητής του Παυλόπουλου, σημειώνει σε μια κριτική της η Τασούλα Καραγεωργίου,  αντιμετωπίζει την εξής δυσκολία: «είναι αδύνατο να παραθέσει αποσπασματικά κάποιους στίχους του χωρίς να αδικήσει τον δημιουργό τους, αλλά και χωρίς να τραυματίσει το σώμα του ποιήματος από το οποίο αποσπά τους στίχους. Ο λόγος είναι ο εξής: ο Γιώργης Παυλόπουλος είναι δημιουργός ποιητικών μύθων και η επικοινωνία με την ποίησή του στην ουσία προϋποθέτει την αντιμετώπιση του ποιήματος ως ενός μικρού και αδιάσπαστου σύμπαντος και την αποδοχή και τον σεβασμό από τον αναγνώστη του των κανόνων του παραμυθιού που διέπεται από ένα δικό του κανόνα που καταργεί τη λογική τάξη και, επομένως, προϋποθέτειτην κατά βάση βιωματική και όχι νοητική συμμετοχή του αναγνώστη…» Με ενδιαφέρει η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου, «γιατί είναι αποτελεσματική χωρίς ψιμύθια», σχολίαζε καίρια ο Σεφέρης. Κι από κοντά ο Δημήτρης Μαρωνίτης αποκαλύπτει: «Η φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου έχει το φυσικό χάρισμα να μπορεί να αφηγηθεί και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει, να μη σβήνει, όταν χαμηλώνει… Δεν ξέρω πολλές φωνές στην ποίησή μας που να έχουν την απλότητα, τη θέρμη σχεδόν την τρυφερότητα και τη φυσικότητα της αφηγηματικής φωνής το Παυλόπουλου». Εύστοχες επισημάνσεις που επαληθεύονται στο έπακρο στον πολύτιμο συγκεντρωτικό τόμο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη: Γιώργης Παυλόπουλος ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1943-2008.  Εδώ συγκεντρώθηκε το σύνολο των αναγνωρισμένων ποιημάτων και από τις επτά συλλογές του ποιητή: Το Κατώγι (1971), Το Σακί (1980), Τα Αντικλείδια (1989), Τιάντατρία Χάικου (1990), Λίγος Άμμος (1997), Πού είναι τα Πουλιά (2004) και Να μην του Ξεχάσω (2008). Αφορμή, λοιπόν ο τόμος, για ν’ ανακαλύψουμε μια μεγάλη ποιητική φωνή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς με επιλογή αντιπροσωπευτικών ποιημάτων απ’ όλες τις συλλογές.   



«ΧΩΜΕΝΟΙ ΤΩΡΑ ΣΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΠΟΥ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΚΟΙΤΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΠΕΛΑΓΟ ΓΕΜΑΤΟ ΔΟΡΑΤΑ ΕΝΟΣ ΑΦΑΝΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΚΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΓΕΡΝΕΙ ΚΙ ΟΙ ΦΩΝΕΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΟΥ ΑΓΕΡΑ ΣΒΗΝΟΥΝ ΟΛΟΕΝΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΩΝΟΥΝ (Κατώγι 1971)
Η Τασούλα Καραγεωργίου συνοψίζοντας τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Γιώργη Παυλόπουλου γράφει: «Πρόκειται για μια ποίηση αφηγηματική κατά βάση, με ιστορίες παράξενα χτισμένες με μια εικαστική τεχνική και μια κινηματογραφική οπτική που υπηρετείται εύστοχα από μια γλώσσα χωρίς μαλάματα, πυκνή και εκφραστική μέσα στη λιτότητά της, από την οποία απουσιάζουν τα περιττά επίθετα και τα σχήματα λόγου και στην οποία κυριαρχεί το ρήμα. Η γλώσσα αυτή που διαθέτει την απέριττη αμεσότητα των λαϊκών μύθων, κάποιες φορές ανακαλεί απόηχους απ' το δημοτικό τραγούδι. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι δεν συναντάμε στην ποίηση του Παυλόπουλου ποιήματα στα οποία εγγράφεται η ιστορική μνήμη. Εξάλλου η ιστορία στιγμάτισε δεινά τη γενιά του, την πρώτη μεταπολεμική γενιά, μια γενιά που ούτως ή άλλως κουβάλησε βαρύτατα ιστορικά φορτία ήδη στην ακμή της νεότητάς της. Όμως και αυτά ακόμη, όσα αναφέρονται σε ιστορικά βιώματα, είναι αφηγηματικά ποιήματα στα οποία η ιστορία καταθέτει τη μαρτυρία της μέσω ενός μύθου από τον οποίο απουσιάζει η ευθεία αναφορά στον τόπο και στον χρόνο…»

ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ (μνήμη Μακρυγιάννη – αφιερωμένο στον ποιητή Γιώργο Σεφέρη)
Βρεθήκαμε τότε κλεισμένοι με τον Ποιητή σ’ ένα παλιό σπίτι
κι άρχισα πάλι να ψάχνω για τα χαρτιά ενός δικού μας που γύρευε Δικαιοσύνη
ακούγοντας ολοένα τη φωνή του να λιγοστεύει χωρίς να παραδίνεται
τη φωνή του ν’ αντέχει όσο είναι ο κόσμος τούτος κι ακόμη όταν κανένας πια δεν θα υπάρχει.

Ήταν σκοτεινά κι ανάβοντας το λυχνάρι για να φωτιστούμε
είδα μια κασέλα και την άνοιξα με την τρεμούλα της ελπίδας
όμως δεν βρήκα τίποτε, μονάχα σκόνη από φθαρμένα
πράγματα που έλιωναν και τα ’τρωγε ο καιρός
και μια πιστόλα φυλαγμένη στο βάθος
δοκίμασα θαρρώ να την κρατήσω.

Ο αγέρας κατεβαίνοντας από το κάστρο δαιμόνιζε το σπίτι
και στο κατώγι θα ’λεγες πως κάποιος ξεκάρφωνε τους νεκρούς
χώμα και κόκαλα. Έπειτα ησυχία. Και πάλι ο αγέρας
σαν ποδοβολητό αλόγου κοντά στον τοίχο του περιβολιού
έφευγε ξαναγύριζε και ξαφνικά πηδώντας το λάκκο του ονείρου μου
μπήκε στην αυλή, ακούστηκαν στις πλάκες καθαρά τα πέταλά του
πέρασε τα χαγιάτια κι ανέβηκε τριποδίζοντας τη σκάλα.

Σπρώχνοντας τότε την πόρτα στάθηκε ανάμεσά μας
λυτό ξεκαπίστρωτο λαχανιάζοντας ιδρωμένο ένα άσπρο άλογο.
Μας κοίταζε περίλυπο στα μάτια και σηκώνοντας το πόδι
χτύπησε δυνατά στο πάτωμα με την οπλή κι έσπασε το σανίδι.
«Σκύψε, τι βλέπεις;» μου είπε ο Ποιητής
και γονατίζοντας πάνω απ’ το μαύρο άνοιγμα
είδα και γνώρισα κει κάτω πλήθος αλυσοδεμένους
γεμάτο το κατώγι λιωμένα κορμιά που στενάζανε και γύρευαν Δικαιοσύνη.

Έτσι με πήρανε τα κλάματα καθώς ξημέρωνε
και βγήκα κι ακούμπησα στον τοίχο του περιβολιού.
Γύρω μου κανείς. Μήτε ο Ποιητής μήτε το άσπρο άλογο.
Χάραζε η μέρα σκοτεινή. Μονάχα πίσω από τα κυπαρίσσια
το φως ενός σπαθιού κρεμόταν στον αγέρα. [Απρίλης 1969]

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΕ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ και η ΓΥΜΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ (σημαίνον και σημαινόμενο μέσα κι έξω απ’ το Ποίημα – συλλογή ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ 1989):
Το ποίημα είναι ένας μύθος για την ποίηση και αφηγείται μία επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες  απόπειρα να παραβιασθεί η ανοιχτή της πόρτα. Το πρόσωπο που αφηγείται έχει καθολική εποπτεία στο χώρο που είναι ο κόσμος και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος. Ο Γιώργης Παυλόπουλος αφηγείται ιστορίες για τον Ποιητή, τα Ποιήματα που γράφτηκαν από τότε που υπάρχει ο κόσμος κι είναι μια Ατέλειωτη Αρμαθιά Αντικλείδια για ν’ ανοίξουμε την Ανοιχτή Πόρτα της Ποίησης που οδηγεί σ’ ένα δωμάτιο με μια Γυναίκα γυμνή!..  

Ο ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Είχαν περάσει τα χρόνια.
Καθόταν ακόμη μονάχος μέσα στο σπίτι
κοιτάζοντας κατά τον τοίχο, εκεί που κρεμόταν μια εικόνα.
Κάτι σαν καράβι, δεν μπορούσε πια να θυμηθεί
μήτε να ξεχωρίσει τι παράσταινε.
Ήταν σκοτεινά στην κάμαρα και δεν υπάρχει καμιά εικόνα
είπε.
Αυτή που βλέπεις ίσως την φτιάχνεις χρόνια με το μυαλό σου
στο μόνιμο γκρίζο που προετοιμάζει τα όνειρα.

Έπειτα σηκώθηκε ήσυχα κι άναψε το φως.
Είδε τότε στο ίδιο μέρος του τοίχου
να κρέμεται ο σπασμένος καθρέφτης της νιότης του.
Μέσα από τη χρυσή παγωμένη φωτιά έβγαινε μια γυναίκα
γυμνή με το σκοτάδι της κι αυτός χαμήλωσε τα μάτια
μήπως φανερωθεί ο πόθος του.
Μα εκείνη τον ένιωσε  κι άρχισε να γελάει ξεδιάντροπα
γυρεύοντας πρόστυχες αφορμές για να τον διεγείρει.
Ώσπου οργίστηκε και χώνοντας τα δάχτυλά του στα μαλλιά της
της έβγαλε τις φουρκέτες κι εκείνα χύθηκαν λυμένα.

Έτρεμε τώρα σύγκορμη κι από τη φοβισμένη όψη της
πέρασε γρήγορα και χάθηκε ένα μικρό ιστιοφόρο με τ’ όνομα του μαγαζιού
εκεί που σμίγανε κάποτε με τόση αγάπη.
Με τόση αγάπη.  Κι ήταν η εικόνα που πάλευε να θυμηθεί…
Και ξαφνικά τη γνώρισε.
Και της είπε: «γιατί».
Και του ψιθύρισε πικρά «το ξέρεις, μη ρωτάς».
Και σήκωσε για τελευταία φορά το χέρι της να του δείξει
τον σπασμένο καθρέφτη της νιότης του.

Οι πρώιμες έμμετρες ποιητικές προσπάθειες σε παραδοσιακά μέτρα και καρυωτακικό κλίμα δίνουν ευθύς εξαρχής τη θέση τους στον ελεύθερο στίχο και στο κλίμα του σεφερικού Μυθιστορήματος… Ωστόσο, ακόμα κι αν οι «σταθερές του Σεφέρη» δεν κλονίζονται στην πάροδο του χρόνου, πολύ σύντομα στον αστερισμό των «μάγων» του ποιητή θα πρέπει να συμπεριβάβουμε και τον Μπόρχες. Αδιάψευστο τεκμήριο το αφιερωμένο στον αργεντινό «Ο Ποιητής και το Φεγγάρι»:

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ (χαιρετισμός στον Jorge Luis Borges – από τη συλλογή ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ 1989)
Κοιμάται και το φεγγάρι τον κατέχει.

Είναι ο δρόμος μέσα στο φεγγάρι
ένα σακούλι κόκκαλα και τ’ άλογο.
Είναι το τούλι της αγάπης του
η σάρκα της ο άμμος και η ερημιά.
Είναι το λασπωμένο πρόσωπο της Άρτεμης
κι ο Αλφειός κατεβαίνοντας ανάμεσα στ’ αηδόνια.
Είναι το φοβερό φαράγγι που κανείς δεν το πέρασε.
Είναι το άχερο του Χρόνου που πέφτει αιώνια
στη θάλασσα της λησμονιάς. Είναι το αναπότρεπτο:
η τελευταία φορά που θα ιδείς το φεγγάρι χωρίς να το ξέρεις.

Και βέβαια δεν είναι τίποτα απ’ όλα τούτα.
Είναι μονάχα το ποίημα που πέρασε στον ύπνο του
και μάταια θα παλεύει να θυμηθεί μετά
κι όταν ακόμα θα το έχει φτάσει σε τούτη τη γραφή.


Και άλλες επιλογές ποιημάτων από την ίδια συλλογή με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο:

ΑΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΜΕ ΘΕΣ, ΘΑ Μ’ ΕΧΕΙΣ (Τριαντατρία Χαϊκού 1990)
Ποιήματα μεγάλης εικονιστικής δύναμης και εκφραστικής διαύγειας θεωρεί τα  Τριαντατρία Χαϊκού ο Αριστοτέλης Σαϊνης. Σημειώνει: «είναι δομημένα γύρω από στιγμές έντασης και συγκλονιστικές εμπειρίες –πιο συχνά ονειρικές- που διαστέλλου το χρόνο και δοκιμάζουν τα όρια των εκφραστικών δυνατοτήτων ενός ποιητικού υποκειμένου το οποίο, αφού διέσχισε έρημες χώρες δοκιμασίας, εξοικειώθηκε με «το αγγελικό και μαύρο φως» της ανθρώπινης κατάστασης. Αν ο πόλεμος και οι εμπειρίες της μεταμφυλιακής εποχής ή ο Έρως και ο Θάνατος βρίσκονται στην αφετηρία τους, η ποίηση και η ποιητική έκφραση καθορίζουν το τέλος τους»:

ΚΡΥΦΟ ΜΟΥ ΣΩΜΑ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΣΟΥ ΜΟΝΟΣ ΕΓΩ ΤΑ ΞΕΡΩ (κι άλλες επιλογές από τα 33 Χαϊκού)
2
Όταν χορεύει
σηκώνει τη φούστα της
να ιδώ την ελιά.
3
Πάλι το δρόμο
γυμνή στο παράθυρο
κρυφοκοιτάζει.
4
Κάπου στ’ όνειρο
σ’ άκουγα πουλάρι μου
να χλιμιντρίζεις.
7
Δυο μάτια σπαθιά
σκίζαν τα βλέφαρά του
κι έμενε γυμνή.
8
Τρεις φίλοι παίζαν
στα ζάρια το φιλί της.
Κι άλλος το πήρε.
13
Να θέλω κι άλλο
κι άλλο ακόμη. Κι εσύ
να μη μου δίνεις.
14
Μέρα και νύχτα
με σκοινί αόρατο
κάποιος μας δένει.
16
Σταυροί στην πλαγιά
κι η θάλασσα πιο κάτω
λάμπει στον ήλιο.
17
Άκουγα κουπιά
χωρίς να βλέπω βάρκα
μέσα στο πούσι.
20
Πίσω απ’ τα βουνά
κάποιοι βγαίνουν τα βράδια
και μας κοιτάζουν.
21
Άχνα δε βγάζω
θαλασσινό μου αηδόνι
να σε ακούω.
22
Μικρό καράβι
στο μπουκάλι κλεισμένο
πού αρμενίζεις;
24
Ουρά παγωνιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος.
26
Είναι οι λέξεις
στο ψ της Ιλιάδας
ή τα τσεκούρια;
27
Είπε ο Ζήνων:
«Ουκ άρα έστιν ο τόπος».
Λες να ’ναι αλήθεια;
29
Άνθη μυγδαλιάς
πέφτουνε στον ύπνο μου.
Ποια με φίλησε;
31
Το ένα σου μάτι
στο ποίημα· και τ’ άλλο
να σε δικάζει.
32
Ακίνητοι. Σαν
να φωτογραφήθηκε
η Γη για πάντα.
33
Όλοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ’ ένα ποίημα.

ΣΤΟΝ ΜΕΛΛΟΝΤΑ ΛΟΙΠΟΝ ΑΙΩΝΑ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ ΜΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΤΗΝ ΑΦΗ ΚΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΦΥΣΑΕΙ ΘΑ… ΣΒΗΣΕΙ ΤΗ ΓΡΑΦΗ (από τη συλλογή Λίγος Άμμος 1997)
Είμαι ο συγγραφέας, είπε. Είμαι ο σκηνοθέτης, ο ηθοποιός κι ο θεατής (ποιητής και αναγνώστης). Είμαι κάποιος που θα υποδυθεί όλα τούτα τα πρόσωπα (που τα έχει ντύσει με τις λέξεις του). Είμαι εγώ που σας παρακαλώ: μη μπαίνετε απόψε στο Θέατρο (μη διαβάζετε αυτό το ποίημα)!.. Αυτός είναι κι ο τίτλος του έργου: ΜΗ ΜΠΑΙΝΕΤΕ ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ (είναι το ποίημα του τρελό).  Είμαι τέλος ο φύλακας που θα κλείσει τις πόρτες μετά την παράσταση και θα με ξεχάσει ολομόναχο μέσα στο σκοτάδι (ή ο βιβλιοθηκάριος που θα με παρατήσει σκονισμένο στο τελευταίο ράφι Ήρθε η ώρα είπε να σηκώσω την αυλαία!. Καληνύχτα… Ξαφνικά όμως (στο παρακάτω ποίημα) χιόνιζε!.. Το ποίημα ξεπαγιασμένο του  χτύπησε την πόρτα. Έτρεξε και του  άνοιξε, το πήρε και το ζέστανε στην αγκαλιά του. Μα σαν ζεστάθηκε άρχισε να τον τυλίγει γύρω στο λαιμό και να τον πνίγει… [ΜΗ ΜΠΑΙΝΕΤΕ ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ και η 2η στροφή από το ποίημα Ο ΠΟΙΗΤΗΣ και ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ,  από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ 1997 - σε παρενθέσεις σχόλια που με αρκετή δόση αυθαιρεσίας  προεκτείνουν την έμπνευση του ποιητή και τους ΑΓΡΑΦΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ: «Τα λόγια που έλεγε στις ωραίες γυναίκες έμοιαζαν με ποιήματα που δεν τα έγραψε ποτέ. Οι άγραφοι στίχοι του σπανίως τις άγγιζαν. Μα σαν περάσουν τα χρόνια θα τους θυμηθούν –το ήξερε και γριούλες πια θα λένε πως κάποτε υπήρξαν ωραίες κι αυτές - 

Η ΣΙΩΠΗ (από τη συλλογή Λίγος Άμμος 1997)
Η Σιωπή είναι μια άγνωστη
που έρχεται τη νύχτα
Ανεβαίνει τη σκάλα
χωρίς να ακούγονται πατήματα
μπαίνει στην κάμαρα
και κάθεται στο κρεβάτι μου.
Μου φοράει το δαχτυλίδι της
και με φιλεί στο στόμα!
Τη γδύνω!..
Μου δίνει τότε τις βελόνες
και τρία χρώματα:
το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.
Κι αρχίζω να κεντάω
πάνω στο δέρμα της
όλα όσα δεν σου είπα
και ποτέ πια δεν θα σου πω!

Αυτή την ιστορία έπλασε για τη ΣΙΩΠΗ, αγαπημένη των Ποιητών, ο Γιώργης Παυλόπουλος και καθώς στο γαλάζιο ουρανό της ποιητικής μας ηλικίας πάντα θα αναδύονται Ωραία Ποιήματα, με όλη τη Δύναμη των Λέξεων τους θα ορκιζόμαστε πίστη στα μυστικά και φανερά σημαινόμενα τους ξέροντας καλά ότι είναι ένα ΜΑΡΤΥΡΙΟ η προσήλωσή μας σ’ αυτά, όπως το λέει στο αμέσως επόμενο ποίημα της ίδιας συλλογής:

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ
Σήκωσα το σεντόνι
κι ήταν πάλι γυμνή στο πλάι μου
και πριν χαθεί
γύρισα να την κοιτάξω
και μη με κοιτάζεις είπε
δεν είμαι το σώμα που αγάπησες
αλλά εκείνο που θέλεις να θυμάσαι
κι εκείνο που δεν μπορείς να θυμηθείς
κι εκείνο που νομίζεις πως θυμάσαι!

Στίχοι αισθηματικοί που δεν τους δημοσίευσε ποτέ κι έμειναν για χρόνια θαμμένοι στα χαρτιά του. Άλλωστε το είχε καταλάβει από πολύ νωρίς: δεν του πήγαιναν τέτοιες υπερβολές ποιητικές. Όμως απόψε που τους διάβαζε αργά τη νύχτα πόνεσε πάλι όπως και τότε για τον χαμένο χρόνο της αγάπης:

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Είμαστε κάπου εκεί μαζί
και κανείς δεν ξέρει πού είμαστε
και σε κοιτάζω
όπως κοιτάζει ο ουρανός τη Θάλασσα
και σ’ αγαπώ
και πονάω για Σένα και για μένα
πονάω για το χαμένο χρόνο της αγάπης

Πες μου πως δεν θα μπορέσουμε
να πεθάνουμε ποτέ
Εσύ που είσαι από μένα
κι εγώ που είμαι από Σένα
που είμαι τίποτα
χωρίς Εσένα.

Πες μου αν ξέρεις
-εγώ δεν ξέρω-
πότε σε γνώρισα και πού
πότε σε πρωτοκοίταξα
όπως κοιτάζει ο ουρανός τη Θάλασσα
εγώ που σ’ αγαπώ
πριν από την πρώτη μέρα του κόσμου
και πονάω για Σένα και για μένα
πονάω για τον χαμένο χρόνο της αγάπης

ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ: Ο Δημήτρης Μαρωνίτης για το Γιώργη Παυλόπουλο
Τον Γιώργη Παυλόπουλο τον γνώρισα άνοιξη, αν θυμάμαι καλά, του 1972, περιδιαβαίνοντας την Αρχαία Ολυμπία και το παλιό της μουσείο. Βλέποντας, σχεδόν εξ επαφής, τα συγκλονιστικά αετώματα με το μάτι και τη φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου. Εμπειρία, αλησμόνητη, στην οποία φώλιασε η κατοπινή φιλία…
Μίλησα για φωνή που, σε σπάνιες περιπτώσεις, γίνεται ο καλύτερος αγωγός της ποίησης. Ξαναδιαβάζοντας τώρα το σύνολο της ποιητικής κατάθεσης του Γιώργη Παυλόπουλου άκουσα πάλι τη φωνή του ποιητή να αναδύεται μέσα από το ποίημα, και θυμήθηκα όσα σχετικά είχα γράψει το 1989, σχολιάζοντας τη συλλογή «Αντικλείδια». Αντιγράφω, αποσπασματικά έστω, μία παράγραφο, που την υπογράφω και σήμερα:
«Η ποιητική φωνή του Παυλόπουλου έχει το φυσικό χάρισμα να διηγείται: ξέρει δηλαδή να παίρνει τις σωστές ανάσες της· να μη πνίγεται, όταν ψηλώνει· να μη σβήνει, όταν χαμηλώνει [...]. Μιλώ για εκείνη την ηρεμία που επιτρέπει στον ποιητικό μύθο να σχηματιστεί για να πετάξει αυτό που έλεγε ο Ομηρος έπεα πτερόεντα. Δεν ξέρω πολλές φωνές στην ποίησή μας που να έχουν την απλότητα, τη θέρμη, την τρυφερότητα και τη φυσικότητα της αφηγηματικής φωνής του Παυλόπουλου».
Μιλώ δηλαδή για την ποιητική φωνή του Παυλόπουλου που αρμόζει σωστά σε ζωντανούς και νεκρούς, στον ύπνο και στον ξύπνο, στην πλησμονή και στη στέρηση, στη συντροφιά και στη μοναξιά, στη φλόγα και στη στάχτη. Ένα δείγμα από το «Σακί», όπου αποστάζεται ο αξόδευτος πόνος της κατοχής και του εμφυλίου. Επιγράφεται «Το Μαύρο»:
Γυρίζει απ' το πρωί στους δρόμους / δεν έχει φωνή δεν έχει μάτια / μήτε ακούει τίποτε πια. Υπάρχουν / μονάχα τα χέρια του. Αγγίζει κλεφτά / τους τοίχους, τα κάγκελα τις κολόνες / -κάποτε σε αφήνουν κάποτε σε σκοτώνουν- / κατεβαίνει σκάλες ανεβαίνει σκάλες / δεν ξέρει πού πηγαίνει και πού θα βρεθεί / -κάποτε σε αφήνουν κάποτε σε σκοτώνουν- / δεν δουλεύει άλλο το μυαλό του //Ασπρο φωτεινό -Μαύρο. Κόκκινο φωτεινό. -Μαύρο. / κάποτε σε αφήνουν -Μαύρο. Κάποτε σε σκοτώνουν /-Μαύρο. / Πώς αναβοσβήνουν οι διαφημίσεις. // Σε σκοτώνουν -Μαύρο. / Η μνήμη όλη μέσα σ' αυτό. Το Μαύρο.
Δυό τρία επισχόλια. Οσο βλέπω, η νεοελληνική κριτική ελάχιστα πρόσεξε το κατοχικό και εμφυλιακό υπόστρωμα της ποίησης του Παυλόπουλου. Ηδη στον «Κατώγι» (1971) και κυρίως στο «Σακί» (1980) θησαυρίζονται πολλά ποιήματα της δραματικής αυτής αφορμής, με τα οποία δικαιούται ο Παυλόπουλος την ένταξή του στο κέντρο της ομόθεμης και ομόθυμης ποίησης της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.
Η σεμνότητα εξάλλου του Παυλόπουλου συσκότισε, εκτός των άλλων, τόσο την πρωιμότητα του ποιητικού του ταλέντου όσο και την πολυτροπία (θεματική και μορφική) της ποίησής του. Για τον πρώιμο ποιητή αποδεικτικό στοιχείο αποτελεί η υποκείμενη χρονολόγηση (1943) στο φτασμένο ήδη ποίημα «Ερημόνησο», που παραπέμπει στα δεκαοχτώ χρόνια. Για την πολυτροπία αποκαλυπτική είναι η αυθόρμητη εναλλαγή διαφορετικών ποιημάτων: πολύστιχων και ολιγόστιχων, μονολογικών και διαλογικών, ονειρικών και εγρήγορων, απελπισμένων και παρήγορων, μουσικών και πεζόμορφων. Όλα αυτά χωρίς φιγούρες· με τη γλύκα της πίκρας, με την πίκρα της γλύκας. Παράδειγμα «Η Επίσκεψη». Από το «Σακί» πάλι:
Μου έδωσε καρέκλα κοντά στο παράθυρο. / Κάτσε να σου φέρω γλυκό και νερό/ Έξω πολλά λουλούδια και πουλιά, και τ' άλογο / χλιμιντρίζοντας κάποτε κατά την εμπατή. / Την είδα να σφουγγίζει κρυφά τα μάτια της / έπειτα ξέσπασε καθώς μου έπιανε τα χέρια. Πότε θα τους αφήσουν, έλεγε. Πότε θα γυρίσει; / Όταν σταμάτησε το κλάμα, τράβηξε το μαντήλι / και τίναξε πίσω περήφανα λυμένα τα μαλλιά...
Για την ιστορία: κανένα κρατικό βραβείο δεν δόθηκε στον άξιο, πολυμεταφρασμένο ευτυχώς, ποιητή - ντροπή. Από μέρους μου σήμερα μια λέξη ομηρική: φιλότης. [Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ]



ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΜΕ ΑΜΙΛΗΤΟΙ ΝΑ ΜΗ ΣΤΑΘΟΥΜΕ ΠΟΥΘΕΝΑ ΩΣΠΟΥ ΝΑ ΠΑΡΑΔΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ (Πού είναι τα Πουλιά 2004)

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΠΟΥ ΠΟΘΟΥΝ Ν’ ΑΝΟΙΞΟΥΝ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΜΕΣ ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΟΥΣ: 
Πού είναι τα πουλιά;

Ατσάραντοι και λιάροι κι' αητομάχια
συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια
τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι
καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια
τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι
τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες
καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια
μπεκανότα και δοδόνες και κολοτριβιδόνες
ξυλοτρούπιδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες
κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια
γαϊταρίθια κα σβουρίτζια κα σγουρδούλια
θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;

Πού είναι ο κοκκινολαίμης;

Πού είναι τα παπιά;
Κρινέλια και γερμάνια και ψαλίδες
ξυλόκοτες και μπάλιζες και σουγλοκόλια
γερατζούλια και ντελίδες και μαυρόπαπα
ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα
λαγοτουρλίδες και τσιλιβίδια και βουτουλάδες;

Πού είναι ο Μολοχτός κι' ο Πάπουζας;
Η Αβοκέτα κι' ο Καλαμοκανάς;

Πού είναι οι συκοπούλες οι βουλγάρες κι' οι σιταρίθρες
τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι' οι αερογάμηδες
οι φάσες και οι σπαθομύτες
τα κιρκινέζια κι' οι χαλκοκουρούνες;

Πού είναι
ο μπούφος ο χουχουλόγιωργας κι' ο κούκος
ο νυχτοκόρακας ο γκιόνης κι' ο καράπαπας;

Πού είναι
τα ξεφτέρια τα γεράκια και οι αετοί;

Πού είναι ο Ντρένιος ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;

Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;

ΑΝ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΠΕΙ ΤΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ, ΓΙΑΤΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ και ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ, ΔΕΝ ΘΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΓΕ:
Δεν είναι εύκολο να γράψει κανείς σήμερα ερωτικά ποιήματα. Σε μιαν εποχή κατά τη διάρκεια της οποίας η ποίηση έχει δοκιμάσει σχεδόν τα πάντα, ποια είναι η θέση που μπορεί να διεκδικήσει στις προσπάθειές της ένα πανάρχαιο λυρικό ζήτημα όπως ο έρωτας; Ο Γιώργης Παυλόπουλος λύνει το πρόβλημα ευθύς εξαρχής. Αντί να καταφύγει σε παρακαμπτήριες οδούς και να αρχίσει να διαγράφει ατέλειωτους κύκλους γύρω από το θέμα του, αναβάλλοντας συνεχώς την ανάπτυξή του, πηγαίνει κατευθείαν επάνω του -κυριολεκτικώς κατακέφαλα (θέτοντας τα σωστά ερωτήματα):  Πώς τινάζεται η καρδιά μπροστά στο εξαίσιο όραμα μιας γυναικείας μορφής;  Πώς ελέγχεται ο πόθος όταν ολόκληρο το κορμί βυθίζεται στην άβυσσο της επιθυμίας;  Πώς γλιτώνει ο ερωτευμένος από την τυραννία των αναμνήσεων, που μπορεί να τον κυνηγούν επί δεκαετίες;  Πώς αντέχεται η μοναξιά όταν έχεις ζήσει μέσα στο φως και την έκσταση;  Πώς προδίδει ο χρόνος και τις μεγαλύτερες υποσχέσεις;  Πώς το όνειρο γίνεται κάποτε ισχυρότερο από την πραγματικότητα; Πώς παραιτείται η ώριμη ηλικία από το δικαίωμα στην αγάπη; Ο ποιητής δεν βάζει, βεβαίως, τα ερωτήματα για να τα απαντήσει, αλλά για να τα αφήσει να πλανηθούν μετέωρα στην καρδιά και τη συνείδησή μας, χωρίς να καταλήξουν ποτέ πουθενά  [ΣΧΟΛΙΑ του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου για την λεγόμενη ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ με οδηγό επιλεγμένα παραδείγματα ερωτικών ποιημάτων  από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 2004]