ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

ΠΕΡΗΦΑΝΟ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ ΣΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ:

 «Φλόγα από τη στάχτη» είναι ο τίτλος της συλλογής του Τόλη Νικηφόρου που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Μια ακόμα απόδειξη ότι παραμένει πιστός στα Μυστικά και Θαύματα του ανεξερεύνητου λόγου της Ουτοπίας!.. Όρθιος σ’ αυτό το παιχνίδι ζωής κι ας ξέρει ότι είναι στημένο από την αρχή, «ένα παιχνίδι με σημαδεμένη τράπουλα», αυτός θα παραμένει μέχρι το τέλος περήφανος  «στο μονοπάτι προς μια κορυφή που δεν υπάρχει». Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους είναι οι ποιητές και όρθια η πράξη τους σαν αλεξικέραυνο, λέει σε κάποιους ακροτελεύτιους στίχους του ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Ο Τόλης Νικηφόρου τιτλοφορώντας μ’ αυτό το εμβληματικό ΟΡΘΙΟΣ το πρώτο ποίημα της νέας του συλλογής έχει συνείδηση του μεγέθους αυτής της στάσης. Αλλά, με κατανόηση της ματαιότητας των εγκοσμίων (που θα έλεγε κι ο Καβάφης) κλείνει αυτό το εισαγωγικό ποίημα με την κατηγορηματική διαπίστωση:  «Περήφανο ένα τίποτα στην άβυσσο της λήθης». Στις «Ασκήσεις Ματαιότητας», δυο ποιήματα παρακάτω, αισθάνεται «μοναχικός κι αδύναμος» γιατί καταλαβαίνει ότι το ποίημα ακόμα «κι όταν σφίγγει τη γροθιά του» ίσως μαζί με τους απόκληρους και καταδικασμένους, κείνους που μιλάνε άλλη γλώσσα,  δεν είναι παρά «μάταιες λέξεις, λέξεις βουβές και χάρτινες»!.. Και ίσως στο τέλος «δεν θα απομείνει ούτε ένας στίχος, μια λέξη ελάχιστο ίχνος στην κινούμενη άμμο» της εποχής. Παρόλη όμως αυτή τη διάχυτη θλίψη για τα αποτελέσματα της αέναης προσπάθειας, δεν παύει η Ποίηση να είναι μια Γιορτή, ένα Πανηγύρι, ένα Πρώτο Φως  «μπροστά στην προαιώνια νύχτα». Ο τελικός απολογισμός της μυστικής διαδρομής είναι θετικός: «κάθε βιβλίο μου στην άβυσσο του τίποτα είναι ένα πείσμα, μια περηφάνια, μια χειραψία με τη ματαιότητα και το ανεξιχνίαστο μέλλον» (στη φωτογραφία το εξώφυλλο του βιβλίου που κοσμεί ένας πίνακας του Augusto Giakometti και με ΚΛΙΚ σ’ αυτό το αρχείο με την παρουσίαση του βιβλίου με εσωτερική εστίαση Τάσου Κάρτα]


Καθόλου τυχαίο, λοιπόν, που το 5ο και 6ο ποίημα της συλλογής έχουν στον τίτλο τους τη λέξη ΦΩΣ, που μπορεί να είναι «κάτι μακρινό κι ανέγγιχτο στα τρίσβαθα της μνήμης» αλλά είναι «παρήγορο, λυτρωτικό», γι’ αυτό αισθάνεται την ανάγκη ο ποιητής να συνθέσει τον Ύμνο του, που πηγάζει από μέσα του και δεν έχει άλλη πατρίδα από αυτό:
ΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΦΩΣ
από λέξη σε λέξη
από εικόνα σε εικόνα
στα τραύματα μου επάνω
ακροβατώντας

ως κάτι μακρινό κι ανέγγιχτο
στα τρίσβαθα της μνήμης

ο νους μου έχει μάθει από παλιά
με συνειρμούς και άλματα
ν’ αυτονομείται και να ταξιδεύει
αιφνίδια ν’ ακολουθεί
δικές του μυστικές διαδρομές

σε κάθε επικίνδυνη στροφή
αναζητώντας
σε κάθε σκοτεινή παγίδα ή βάραθρο
παρήγορο
λυτρωτικό
ένα πρώτο φως

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΦΩΣ
υμνώ το φως
για να εξορκίσω το σκοτάδι
γιατί πίσω απ’ το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο
κυλάει ένα ποτάμι θλίψης

υμνώ το φως
σαν χάδι στο παιδί
που ακόμα ελπίζει μέσα μου
σαν κάποια λύτρωση
απ’ τα πολλά μου τραύματα

υμνώ το φως
γιατί είναι πλάσμα του βυθού
που απώλεσε τον ουρανό
και τον αναζητά
και τον επικαλείται απελπισμένα

υμνώ το φως
γιατί το φως πηγάζει μέσα μου
γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα

ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΙ ΜΙΑΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΠΟΥ ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΡΑ ΑΝΑΠΕΜΠΕΙ ΝΟΤΕΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ Σ’ ΕΝΑ ΧΑΜΕΝΟ ΟΥΡΑΝΟ:
Στο ποίημα «Άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου» βρίσκουμε πολλούς χαρακτηρισμούς για τα «παράξενα κι ασυμβίβαστα πλάσματα» που είναι προφανώς οι ποιητές. Είναι τόσο πεισματικά κι αμετανόητα αφοσιωμένοι στην ερωμένη τους, την Ποίηση, που «γράφουν» ακόμα και «με σπασμένα δάχτυλα», «τραγουδούν με κομμένο λαιμό». Οι αντιφάσεις είναι το κυρίαρχο στοιχείο της ζωής και της τέχνης τους: «ταχυδρομικά περιστέρια σε χώρα κυνηγών» ή «μικρά θερμαντικά σώματα στην επικράτεια των πάγων» ή «άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου». Αυτά τα «μικρά δακρυσμένα αδέλφια» μας, οι Ποιητές είναι τελικά πολύ σημαντικοί, γιατί είναι «μαντατοφόροι μιας αθωότητας  που αιώνες τώρα αναπέμπει νότες μουσικής σ’ ένα χαμένο ουρανό». Ο «χαμένος ουρανός» φέρνει στο νου εικόνες από την εμμονή του Σαχτούρη σ’ αυτόν, ο οποίος στο ομότιτλο ποίημα του προειδοποιούσε τα πουλιά «μαύρες σαΐτες της δύσκολης πίκρας»: «δεν είναι εύκολα πράγμα ν’ αγαπήσετε τον ουρανό». Κι ο «Μαντατοφόρος ποιητής» του Τόλη Νικηφόρου συγγενεύει με τον Ελεγκτή από «Τα φάσματα ή τη Χαρά στον άλλο δρόμο» του Σαχτούρη. Εκεί ο ουρανός ήταν πάλι χαμένος καθώς ήταν «ένας μπαξές γεμάτος αίμα» αλλά ο ποιητής «κληρονόμος πουλιών» μαντατοφόρων έχει προορισμό, σ’ αυτή τη δύσκολη πραγματικότητα της εποχής του, να σφίγγει τα σκοινιά του και «έστω με σπασμένα φτερά» να πετάει για να ελέγχει τ’ αστέρια.   Τα αστέρια, από τη φύση τους, συγγενεύουν με το φως, καμιά φορά όμως και «τα τραύματα έχουν στενή συγγένεια με το φως». Γιατί, τα τραύματα, σ’ όλους σχεδόν τους ποιητές, είναι συνυφασμένα με εκείνα τα ανεξίτηλα βιώματα που η καταγραφή τους είναι η πρώτη ύλη της έμπνευσης, και μ’ αυτή την έννοια πηγή φωτός. Συλλέκτης Τραυμάτων είναι ο τίτλος του 9ου ποιήματος της συλλογής και μ’ αυτό μας πληροφορεί ο ποιητής ότι ως ακούσιος συλλέκτης μιας πλούσιας συλλογής τραυμάτων, έμαθε τελικά, να επιβιώνει μ’ αυτά, παρόλο που είναι θανάσιμα. Τη μεταφορά του συλλέκτη για το ρόλο του ποιητή την αξιοποίησε δυναμικά και ο Σαχτούρης στο ποίημα μ’ αυτό τον τίτλο: «μαζεύω πέτρες γραμματόσημα πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά πτώματα απ’ τον ουρανό λουλούδια κι ό,τι καλό σ’ αυτό τον άγριο κόσμο κινδυνεύει». Τελικά, ένα μυστήριο είναι το ποίημα που ξαναγυρίζει:
ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΕΙ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ
ένα φτερούγισμα είναι το ποίημα
μια λάμψη μια στιγμή
που διαφεύγει από τη σκέψη
εξατμίζεται στα μάτια

μάταια πλέον το αναζητάς
στον άνεμο ξαναγυρίζει εκείνο
σε μιαν αχτίδα πρωινή της άνοιξης
ξαναγυρίζει στο μυστήριο του

το στιγμιαίο χαμόγελο
π’ άγγιξε τη ψυχή σου
έχει τώρα χαθεί για πάντα

ΚΑΙ «Η ΦΛΟΓΑ ΑΠ’ ΤΗ ΣΤΑΧΤΗ» ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΑΡΜΑΘΙΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ:
Δεν πρέπει ν’ απέχει πολύ απ’ την πραγματικότητα αν τολμούσαμε να πούμε ότι αρκετά από τα 34 ποιήματα της συλλογής είναι άμεσα ή έμμεσα «ποιήματα ποιητικής» (αν είναι δόκιμος ένας τέτοιος όρος). Δηλαδή, και ο Τόλης Νικηφόρου όπως τόσοι άλλοι πριν απ’ αυτόν, έχοντας πλέον κατασταλαγμένες απόψεις, που απορρέουν μάλιστα μέσα από μια τόσο πλούσια ποιητική παραγωγή (η «Φλόγα από τη στάχτη» είναι η 19η ποιητική συλλογή του στην οποία θα πρέπει να (συν)αθροίσουμε 7 συλλογές διηγημάτων, 4 μυθιστορήματα και 3 παραμύθια για μεγάλους)  ανοίγει έναν διάλογο με τον εαυτό του και την ποίηση για  τη πολύχρονη αυτή αμοιβαία ερωτική σχέση. Είναι βέβαιο ότι όλοι οι αληθινοί ποιητές έχουν συνείδηση του χρέους τους απέναντι στην εποχή τους και την τέχνη τους και γι’ αυτό είναι πάντοτε έντονος ο προβληματισμός τους σχετικά με τη σκοπιμότητα της ενασχόλησής τους με την ποίηση. Αυτός ο προβληματισμός  οξύνεται ακόμα περισσότερο από τις πολλές και βάσιμες αμφιβολίες που έχουν για τα αποτελέσματα της προσπάθειας τους. Είναι πολύ ενδεικτική η σκηνή στη Σονάτα του Σεληνόφωτος όπου και ο Ρίτσος βάζει την ηρωίδα ποιήτρια του να έχει ένα παρόμοιο προβληματισμό. Έχει πλήρη συνείδηση της αξίας της ποιητικής δημιουργίας που ισοδυναμεί με «κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων» καταλαβαίνει καλά ότι η ποίηση και κάθε τέχνη είναι «μια επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας», «κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε, μια ευτυχία, μια μέθη κι ενθουσιασμός ακόμη» αλλά δεν ξέρει, αν όλα αυτά που είναι η ποίηση, που είναι όλη η ζωή της, είναι δωρήματα που μπόρεσε να τα (μετα)δώσει και σε άλλους. Ομολογεί λοιπόν με πίκρα: «μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι τα δίνω, μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω»!..  Από μια παράλληλη αμφιβολία φαίνεται ότι διακατέχεται και ο Τόλης Νικηφόρου. Και γι’ αυτόν η ποίηση είναι «πολύτιμες στιγμές σκόρπιες στα χρόνια και τον κόσμο». Σε δύο ποιήματα, που συγκοινωνούν μεταξύ τους, δίνει μορφή στη δική του αμφιταλάντευση Το «Κάποτε Κάτι» δεν είναι τίποτε περισσότερο από «Σκιές από το Τίποτα» αλλά και «απάντηση στα μάταια ερωτήματά μας». Μπορεί να «πιστέψαμε σε κάτι κάποτε (τουλάχιστον), τώρα πιστεύουμε στο τίποτα (έστω) κι αν αυτό το κάτι κάποτε μας βγήκε τίποτα (λοιπόν;) το τίποτα του τώρα ίσως αποδειχθεί κάποτε κάτι…». Δηλαδή, «ακούσιοι μέτοικοι μιας φωτεινής ψευδαίσθησης σκιές από το τίποτα, αναζητούμε απεγνωσμένα την απαγορευμένη αλήθεια». Στο «ταλάντευμα» αυτό που είναι η ποίηση, ένα διαρκές ανέβασμα και κατέβασμα, υπάρχει η άνοδος όταν «όσο ένα φτερούγισμα… τη λύτρωση αναζητούμε» και η κάθοδος όπου «το τίποτα αναπόδραστα μας περιμένει, καταγωγή μας και προορισμός ανεξιχνίαστος». Οι μεγάλες αυτές αντιφάσεις, οι διαμετρικά αντίθετες καταστάσεις και η περιοδική εναλλαγή τους είναι τελικά η αρμονία, η πεμπτουσία του νοήματος της ζωής. Αυτή την αλήθεια καταγράφει στο ποίημα του με τον αποφθεγματικό τίτλο:         
ΑΡΜΟΝΙΗ ΑΦΑΝΗΣ ΦΑΝΕΡΗΣ ΚΡΕΙΤΤΩΝ
η λάβα που εκσφενδονίζεται
από τα έγκατα της γης στον ουρανό
αλλά και το κρυστάλλινο νερό
μιας μυστικής πηγής

σ’ ανθισμένο λιβάδι
το ρίγος και το άρωμα της άνοιξης
αλλά και η κόκκινη αστραπή
που προμηνύει τον αφανισμό

είναι η πτώση και η λύτρωση
η καθημερινή διαδρομή
απ’ τον παράδεισο στον Άδη

μ’ ακόμα πιο πολύ
είσαι το ηδονικό αφράτο χώμα
σε πέλματα γυμνά
το χάδι που μας γέννησε
και το σκοτάδι που θα μας δεχθεί

είσαι κάτι από μένα
κάτι ολοφάνερο και ανεξιχνίαστο
καταγωγή και μακρινή πατρίδα

ΑΠ’ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΑΧΤΗ: Ποιητής «καιόμενος» που μοιράζεται στα δύο ή γαλήνιος φλέγεται;
είναι μια ράθυμη μέρα
φθινοπωρινή
κι η γειτονιά ησυχάζει
καθώς το δροσερό αεράκι
τα φύλλα ελαφρά ανεμίζει
κι απ’ το ανοιχτό παράθυρο
σκορπίζει στο δωμάτιο
τους ήχους της ζωής

γαλήνιος κάθομαι απέναντι
και φλέγομαι

εγώ φλόγα απ’ τη φωτιά
φλόγα απ’ τη στάχτη
Στο παραπάνω 2ο ποίημα της συλλογής, που προφανώς είναι το ερέθισμα  για τον τίτλο της, το ειδυλλιακό φθινοπωρινό τοπίο, που περιγράφεται στην αρχή, ταυτίζεται βέβαια με τη γαλήνη του ποιητή αλλά δεν μας αφήνει να εννοήσουμε την πηγή της. Πηγή και αιτία αυτής της γαλήνης είναι η φωτιά, γιατί ο γαλήνιος ποιητής που κάθεται απέναντι σ’ αυτό το ήσυχο φθινοπωρινό τοπίο είναι «φλόγα απ’ τη φωτιά, φλόγα από τη στάχτη». Ο αναγνώστης αφήνεται ελεύθερος να εννοήσει τις λεπτομέρειες ή τις καταστάσεις που προηγήθηκαν και οδήγησαν σ’ αυτό το αποτέλεσμα. Ίσως σε αντίστιξη με το αποτέλεσμα και το συμπέρασμα στο οποίο έφτασε ένας άλλος ποιητής όταν ο ήρωας του μπήκε μέσα στη φωτιά. Ο Σινόπουλος, σε μια άλλη εποχή βέβαια, οραματίστηκε έναν ήρωα να ξεχωρίζει από το πλήθος και να μπαίνει μέσα στη φωτιά γιατί «η χώρα του είναι σκοτεινή και δύσκολη». Ο πολύς κόσμος παραμένει έξω απ’ τη φωτιά, απλός θεατής των όποιων γεγονότων. Ο ποιητής όμως στον «Καιόμενο» του Τάκη Σινόπουλου μοιράζεται στα δύο:    από τη μια συμμετέχει στο δράμα «αφού είναι από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται», από την άλλη όμως παραμένει ένας απλός χειροκροτητής του πλήθους αφού «ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις» του είπαν. Η Φωτιά από τη στάχτη όμως του Τόλη Νικηφόρου είναι αποτέλεσμα μιας συμμετοχής που υποδηλώνεται και ομολογείται σ’ όλο σχεδόν το έργο του. Μπορεί, κρίνοντας εκ των υστέρων (ίσως και εκ του αποτελέσματος) αυτή τη συμμετοχή, να την ονομάζει «Ασκήσεις Ματαιότητας», δεν ακυρώνει όμως την ουσία της: έγραφε μια ζωή «για τους απόκληρους, τους καταδικασμένους και την οδύνη τους». Σχεδόν με κάθε ποίημα «έσφιγγε μαζί τους τη γροθιά». Κάθε βιβλίο του είχε «ένα πείσμα και μια περηφάνια» Με κάθε του λέξη «αναζητούσε απεγνωσμένα την απαγορευμένη αλήθεια ή απαντήσεις στα ερωτήματά του». «Μικρές απλές πολύτιμες στιγμές» οι στίχοι του, «φωτεινά ίχνη ενός άγνωστου θεού». «Λάβα που εκσφενδονίζεται» η θέλησή του για έναν καλύτερο κόσμο «αλλά και κρυστάλλινο νερό μιας μυστικής πηγής»! Ένα ακλόνητο και τρανταχτό ΟΧΙ στη ματαιοδοξία η στάση ζωής του κι ένα μεγάλο και αδιαπραγμάτευτο ΝΑΙ «στο μολύβι που επιμένει, ένα μολύβι που πεθαίνει ανυπόταχτο». «Ανυπεράσπιστος μπροστά στην αθωότητα, εκστατικός μπροστά στο θαύμα της» αλλά αιώνιος  εραστής της και πιστός άχρι θανάτου στην ουτοπία της… (οι σε εισαγωγικά διάσπαρτοι στίχοι  από ποιήματα της συλλογής επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές).
Ρητορικό ερώτημα: Ονειροφαντασία θνητού η αισιοδοξία του ή πίστη ακράδαντη ότι «θα αναδυθεί μέσα στο φως μια χώρα ευτυχισμένη»; Ναι!.. Μπορεί κάποτε να εξοριστούν «για πάντα ο πόνος  και ο θάνατος σ’ έρημο γαλαξία μακρινό και δίκαια πια η χώρα αυτή θα ονομάζεται πατρίδα». Τότε, «μετά το ατέλειωτο αυτό ταξίδι στο σκοτάδι» «όλοι μαζί θα γίνουμε εξαίσια ποίηση και μουσική όχι όπως παλιά γραμμένη με αίμα μα με την έκσταση… εκείνων που επιτέλους επιστρέφουν στην πατρίδα»


Επίλογος: Και ξαφνικά η ζωή χρόνος ατέλειωτος χωρίς:
ένα μικρό πουλί φτεροκοπάει στη στέγη
κι ύστερα χάνεται στα βάθη του ουρανού

χρόνια κυοφορείται
η στιγμή
η εκρηκτική στιγμή
σε μυστικά εργαστήρια της ψυχής
μα και μπροστά σε μάτια ανυπόταχτα

και ξαφνικά η ζωή
συντρίβεται
ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί
πάνω στο επίβουλο
οδόστρωμα της καθημερινότητας

και ξαφνικά εισβάλλει το απίστευτο
κίτρινο ρίγος
πικρή
σπαρακτική σιωπή
και δάκρυ


χρόνος ατέλειωτος χωρίς

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΚΟΡΠΙΣΩ ΠΑΝΙΚΟ ΑΛΛΑ ΜΕΤΡΗΣΕ ΚΑΝΕΙΣ ΣΑΣ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΠΟΥ ΜΕΙΝΑΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΥΡΚΑΓΙΑ;

Μέσω της Ποίησης ερμηνεύονται τα πάντα, δηλώνει στο βιογραφικό του ο Ντίνος Σιώτης. Αλλά στο ποίημα του Σιγανή Βροχή (συλλογή Αυτοβιογραφία ενός Στόχου) αυτοαναιρείται: «Ο ποιητής σε μια γωνιά έπλεκε τεράστια όνειρα… Αυτά που γράφεις δεν διαβάζονται ούτε με σφαίρες, μου λέει ο μαγαζάτορας!... Είμαι ο Ντίνος Σιώτης, του λέω χωρίς δισταγμό. Κι εγώ το ίδιο, μου απαντάει δείχνοντάς μου τη σιγανή βροχή που έμπαινε απ’ το τζάμι…». Να πώς χολιάζει αυτή την απρόσμενη τελευταία στροφή ο ίδιος ο ποιητής:   «Έχει πολύ ειρωνεία αυτό το ποίημα, αυτοειρωνεία και αυτοσαρκασμό. Διότι ο μαγαζάτορας στο καφενείο σου λέει «εντάξει, και ποιος είσαι εσύ τώρα που γράφεις ποιήματα, ο καθένας μπορεί να το κάνει αυτό το πράγμα, κι εσύ μου λες ότι είσαι ο Ντίνος Σιώτης, κι εγώ ο Ντίνος Σιώτης είμαι». Και ίσως θέλω να υπαινιχθώ με αυτό το ποίημα ότι ο καθένας μπορεί να γράψει ποιήματα, αρκεί να κοιτάει μέσα στον εαυτό του. Να σκέφτεται, να αναπολεί, να νοσταλγεί, να ρεμβάζει γύρω του όχι την φύση αλλά την έλλειψη της φύσης και να βάζει τις λέξεις τη μια δίπλα στην άλλη… Έτσι αρχίζεις ένα ποίημα, αλλά από την άλλη δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει… Στην αρχή μπορεί να είναι ένα μόρφωμα από μνήμες, από σκέψεις, από νοσταλγίες, από μια πορεία που έχεις χαράξει και έχεις αφήσει πίσω σου και την κοιτάς. Το μυστικό βρίσκεται σ’ εκείνη τη στιγμή που ως δια μαγείας γίνεται η αόρατη επαφή μεταξύ του νοός και της χειρός… Και τελικά  η Ποίηση; Αντίσταση, άμυνα, ανάγκη, τρόπος ζωής, επικοινωνία; Τι απ’ όλα αυτά είναι η Ποίηση;  «Παιχνίδι», απαντάει ο Ντίνος Σιώτης!.. «Παιχνίδι, διότι αυτό μας σώζει. Αλλιώς θα είχαμε τρελαθεί… Μ’ ένα όνειρο ζούμε… Λίγο πριν έρθει η καταιγίδα, λίγο πριν θαμπώσει το γυαλί λίγο πριν πέσουμε στην παγίδα, ας φάμε τα ψάρια με τα λέπι, ας ρίξουμε σωσίβιο στο μέλλον ας στρώσουμε στην πόρτα το χαλί» [ακολουθούν κι άλλα αποσπάσματα από μια συνέντευξη του ποιητή με τον πολύ χαρακτηριστικό τίτλο «Αυτοβιογραφία ενός στόχου» την εποχή που ζούσαμε «στο απόγειο του καταναλωτισμού»: Με ειρωνεία, θλίψη και αυτοσαρκασμό, ο ποιητής από τα φύλλα της μνήμης φτιάχνει στεφάνια για τα πράγματα που χειροτερεύουν, για τα ακραία κοινωνικά φαινόμενα της αρπακτικότητας και για τα περασμένα μεγαλεία της απελπισίας που ανήκουν στο μέλλον. Με στόχο το αύριο, ο ποιητής ρίχνει σωσίβιο στα επιχορηγούμενα από την αισιοδοξία όνειρα όχι για να τα σώσει αλλά για να σωθεί ο ίδιος. Κατακλείδα της ανάρτησης Ο ΚΑΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΧΑΛΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΔΙΑΒΑΣΩ ΚΑΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, μερικά από τα ποιήματα ενός Μαΐου του Ντίνου Σιώτη  - ART by Gerard Rancinan Life Panel



«ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ ΣΤΟΧΟΥ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΖΟΥΣΑΜΕ «ΣΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΥ» (αποσπάσματα από μια συνέντευξη στο Ντίνου Σιώτη):
«Είναι κάτι μέρες που μας ξαναδίνουν ζωή: λένε τα πάντα και μέσα τους ανοίγουμε όπως οι αχηβάδες στο βράχο…»
Έτσι ανοίγει στην «Αυτοβιογραφία ενός στόχου» κι ο ποιητής: σαν «αχηβάδα στο βράχο». Και στη συνέντευξη που ακολουθεί, όπως και στην ποιητική συλλογή με τον παραπάνω τίτλο εξομολογείται τα πάντα: τα τριάντα χρόνια στη Αμερική, την επανάσταση που ποτέ δεν ήρθε, τα δέκα περιοδικά που αποτέλεσαν τα σκαλιά για να γεννηθούνε, τελικά, τα (δε)κατα, τις δεκατέσσερις ποιητικές που προηγήθηκαν για να φτάσει να «αυτοβιογραφηθεί ο στόχος», τα τρία πεζά και τις δυο ανθολογίες που ολοκληρώνουν το ίδιο πρόσωπο του ενός Ντίνου: του Ντίνου της Τήνου, του Ντίνου της Αθήνας και της Αμερικής, το πρόσωπο του Ντίνου Σιώτη. Διότι η Τήνος, όπως χαριτολογώντας παραδέχεται ενώνει, εν τέλει, τους Ντίνους.
- Πώς «Αυτοβιογραφείται ένας Στόχος», κύριε Σιώτη;
- Κοιτάζοντας μέσα. Κοιτάζοντας μέσα στον στόχο, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον εαυτό μας, βέβαια. Και μπορεί το βιβλίο να είναι σε τρία μέρη «Εγώ», «Εμείς» και «Άλλα πρόσωπα» αλλά βασικά πρόκειται πάντα για ένα πρόσωπο, για τον ίδιο μας τον εαυτό. O οποίος γίνεται στόχος μας, στόχος της ζωής και αυτοσκοπός…
 - Κι από το εμείς στο εγώ; Είναι μακρύς, δύσκολος, επώδυνος δρόμος; Και τι είναι αυτό που προηγείται, το εγώ ή το εμείς; Στην ποίηση, ποιο έχει προτεραιότητα;
- Πάντα το εμείς! Είναι βασική μου αρχή ότι ο ρόλος μας είναι να καταγράφουμε αυτά που γίνονται ως μια συλλογική μονάδα, ως μια συλλογική οντότητα. Επομένως το «εμείς» πάντοτε υπερέχει και θα ‘πρεπε να υπερέχει. Το «εγώ» είναι η εξαίρεση… Ζούμε το απόγειο και την λατρεία του καταναλωτισμού, της αυταρέσκειας, του ναρκισσισμού και ο ποιητής έχει χρέος του να μας υπενθυμίζει ότι δεν είναι αυτά τα πράγματα η ζωή. Η ζωή είναι ευαισθησίες, αρμονίες, ισορροπίες. Και αν προέχει το συλλογικό «εμείς», τότε θα μπορέσουμε να υπερκεράσουμε τις προσωπικές μας αδυναμίες.
- «Ξεχνάμε» πολύ εύκολα, η ποίηση έχει να κάνει με τη μνήμη;
- Βασικά δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μνήμη. Η μνήμη είναι η γλώσσα, η γλώσσα είμαστε εμείς. Χωρίς γλώσσα δεν υπάρχουμε, χωρίς μνήμη δεν έχουμε οντότητα. Ναι, κυρίως είναι η μνήμη. Τι να γράψεις αν δεν έχεις μνήμη; Η μνήμη είναι πανταχού παρούσα, σε όλους τους ποιητές.
- «Ζούμε για τις αναμνήσεις;» Και ποια είναι, εν τέλει, τα συστατικά του ποιήματος;
- Βασικό συστατικό είναι η γλώσσα. Η γλώσσα αποτελείται από ρήματα, ουσιαστικά, επιρρήματα, φράσεις που φτιάχνουν τους στίχους… Επομένως τα συστατικά είναι η γλώσσα, η σκέψη, το ένστικτο, η εμπειρία, ο αυτοσχεδιασμός και η φαντασία. Όλα αυτά τα βάζουμε σε ένα μίξερ και βγάζουμε μ’ αυτά λέξεις. Οι οποίες πρέπει να μπαίνουνε σωστά η μια δίπλα στην άλλη. Αν δεν μπαίνουν σωστά, δεν φτιάχνουμε ποιήματα. Το μυστικό είναι να μπούνε στη σωστή τους σειρά…
 - Η ποίηση, τα περιοδικά την κάνουν ευκολότερη αυτή τη ζωή; Και ποιον αφορούν, τον… αποστολέα ή τον παραλήπτη; Γιατί τα κάνουμε, κύριε Σιώτη, για μας ή για τους άλλους;
- Για μας τα κάνουμε, αλλά έχουμε στο νου τους άλλους. Διότι ο ποιητής όταν γράφει είναι και αναγνώστης. Όχι αναγνώστης των ποιημάτων του, είναι αναγνώστης διότι έχει διαβάσει. Και εδώ θα έλεγα ότι ένας που δεν διαβάζει πολύ, δεν γίνεται καλός ποιητής. Επομένως κάνουν ευκολότερη τη ζωή, διότι η διαδικασία της γραφής σου παίρνει ένα βάρος από πάνω. Αλαφραίνεις λίγο, ξεφορτώνεσαι ακόμα και το άγχος της μέρας. Εγώ κάθομαι το βράδυ να γράψω, πολύ αργά, συνήθως πριν κοιμηθώ γράφω όταν είμαι πολύ κουρασμένος. Η γραφή δε χρειάζεται ενέργεια, χρειάζεται μόνον μια ψυχική εγρήγορση. Κι εκείνη τη στιγμή βλέπεις ότι η ζωή σου ανοίγεται με τρυφερότητα, καταλαβαίνεις τα πράγματα πολύ πιο καλά…
- «Ήταν επόμενο να προβλέπουμε το παρελθόν», το παρελθόν, κύριε Σιώτη είναι τετελεσμένος χρόνος; Και εν τέλει ποιητικός χρόνος ποιος είναι; το παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον;
- Ο ποιητικός χρόνος δεν περιγράφεται, είναι νομίζω μέσα μας, είναι και παρελθόν και παρόν και μέλλον. Ο πραγματικός χρόνος είναι όπως τον είπες: πριν, τώρα και μετά. Αλλά ο ποιητικός χρόνος είναι υπεράνω περιγραφής, ακριβώς επειδή ενέχει το μυστήριο της ενόρασης του ποιητικού κόσμου. Επομένως αυτή η ειρωνεία που έκανα το ποίημά μου ότι αποκτήσαμε την ικανότητα να προβλέπουμε το παρελθόν είναι ένας αυτοσαρκασμός που αφορά τον χρόνο αποκλειστικά, τον πραγματικό χρόνο, όχι τον ποιητικό. Γιατί ο ποιητικός χρόνος είναι κάτι πολύ σεβαστό, είναι σαν ένας χωροχρόνος όπου περικλείεται μέσα ο ποιητής.
- «Δεν αντέχει τόση μοναξιά μέσα σε τόσο πλήθος» (Ο Σίσυφος στην Ομόνοια), κι η ποίηση «το καταφύγιο που φθονούμε;» Γιατί είναι αφύσικη η διαδικασία της γραφής, έτσι δεν είναι;
- Εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά, διότι ο ποιητής μπορεί να γράψει όπου βρεθεί. Η πεζογραφία είναι μια πειθαρχία, είναι κάτι άλλο. Εγώ δεν είμαι αυτού του είδους ο συγγραφέας, στο λεωφορείο μπορεί να γράψω ένα ποίημα, στο καράβι, στο ταξί, όπου μου έρχεται μια εικόνα και την γράφω στο κινητό να μην την χάσω… Διότι οι ιδέες έρχονται μπαμ και κάτω, σου την δίνουνε λέξεις, φράσεις, κάτι που άκουσες, κάτι που είδες, κάτι που σου είπανε… Ξεκινάνε πολλά ποιήματα από φράσεις…
- Ο ποιητής είναι ένα ευτυχισμένος, ένας δυστυχισμένος, ένας ιδιαίτερος, ένα ταλαντούχος, ένας προβληματικός άνθρωπος, τι είναι;
-  Όλα αυτά μαζί. Είναι ένας κοινός άνθρωπος. Θα μπορούσε να είναι ένας μπακάλης, ένας οδηγός λεωφορείου, ένας ιδιωτικός υπάλληλος, ένας πιλότος… Ένας προσγειωμένος άνθρωπος είναι ο οποίος έχει συνεχώς τις κεραίες του σηκωμένες, αλλά από απόψεως ευτυχίας και δυστυχίας θα έλεγα ότι κλείνει προς το δεύτερο. Ένας δυστυχισμένος άνθρωπος είναι διότι οι κεραίες του πιάνουν συνήθως τα αρνητικά πράγματα. Δεν υπάρχουν πολύ ευτυχισμένοι ποιητές. Βασικά, δηλαδή, είναι δυστυχισμένος ο ποιητής… 
- Αλλά το «Ξένος» είναι… όλα τα λεφτά. Ποιητική… ταυτότητα, να πούμε; «παρ’ όλο που επέστρεψα πάλι λείπω». Πού βρίσκεται ο ποιητής όταν δεν βρίσκεται στο ποίημα;
- Στο ποίημα βρίσκεται οπωσδήποτε. Στο «παρ’ όλο που επέστρεψα πάλι λείπω» είναι η διττότητα, η σχιζοφρενής κατάσταση στην οποία ζούμε όλοι μας, που είμαστε εδώ και θέλουμε να είμαστε εκεί. Αυτό το σύνδρομο το οποίο δεν σε αφήνει ποτέ να ηρεμίσεις. Διότι είτε δεν σ’ αρέσει πουθενά, είτε δεν σου αρέσει τίποτα, είτε σου αρέσουν όλα, τα πάντα είναι το ίδιο, δεν βρίσκεις άκρη, η ζωή σου προσφέρει τόσες πολλές επιλογές αν μπορείς και τις βλέπεις. Επομένως όταν λέω ότι «παρ’ όλο που επέστρεψα λείπω», το εννοώ 100%, διότι ονειρεύομαι άλλα πράγματα και όχι αυτά που είναι δίπλα μου… 
 [ΠΗΓΗ: «Ντίνος Σιώτης: «Η Αυτοβιογραφία ενός Στόχου» την εποχή που ζούσαμε «στο απόγειο του καταναλωτισμού» αποσπάσματα από συνέντευξη του ποιητή στην Ελένη Γκίκα – αναρτήθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal Η Γεωμετρία των ιδεών]

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΧΑΛΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΔΙΑΒΑΣΩ ΚΑΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (Μερικά από τα ποιήματα ενός Μαΐου του Ντίνου Σιώτη):

AΠΛΗΣΤΙΑ
 Ξαφνιαστήκαμε όλοι από τα χρέη
που είχαν συσωρευτεί τόσα χρόνια
τόσοι ξεροί καημοί τόσα δάκρυα-

κλαδιά κι ούτε μια μέλισσα τόσες
οδύνες τοκετού τόσο υψηλός τόκος
κι ούτε μια γέννα πέρασε κι από ’δω

η καλοσύνη αλλά δεν είδε τίποτα γιατί
κοιμόταν ύπνο βαθύ γιατί η πίκρα δεν
μεσολάβησε στον πανδαμάτορα καιρό

τώρα το παρελθόν πλησιάζει πάνοπλο
και πανούργο κρατώντας γραμμάτια
βουτυγμένα στο σάλιο της απληστίας

ΔΩΣΑΜΕ
 Δώσαμε χείρα βοηθείας στη σκέψη κι
έγινε φαντασία δώσαμε λίγο ύπνο στους
ανθρώπους και τους πήρε ο ύπνος με κα-

χυποψία κι επιφυλάξεις είδαμε τα δώρα
που έφερναν κατά καιρούς οι λωποδύτες
ψηφοφόροι διστακτικά αντικρίσαμε τη

θάλασσα πριν γίνει ωκεανός δεν λάβαμε
μέρος στα παιχνίδια των κερδοσκόπων
πρωταθλητών υπερχρεώσεων η σκακιέρα

έπινε γουλιά-γουλιά τους πύργους κι άφηνε
τη βασίλισσα με την ψευδαίσθηση της νίκης
αλλά η ήττα ήρθε από αλλού ήρθε από δυο

σπασμένα δάχτυλα: κρατούσαν ένα στυλό
διαρκείας: έγραφε ποιήματα χωρίς λέξεις
έφτιαχνε εικόνες και τοπία δίχως χρώματα

 ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑ
 Τραβάμε το χαλί κάτω απ’ τα πόδια
μας αλλά δεν πέφτουμε βουτάμε στην
ταραγμένη θάλασσα δίχως σωσίβιο

αλλά δεν πνιγόμαστε είμαστε οι λίγοι
πια που απόμειναν χωρίς να χασμου-
ριόνται όταν ακούγεται το ρολόι

της μητρόπολης να χτυπά εσπερινό
την ώρα του λυκόφωτος φεύγουμε
ξαναμπαίνουμε στα μαύρα κοστούμια

μας βγαίνουμε στη δημοσιά και κα-
τευοδώνουμε το μέλλον, μετράμε
τ’ αντικριστά σταυροδρόμια

ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
 Τι έγιναν οι καλοί άνθρωποι, ρωτώ
αλλά κανένας δεν μου απαντά, μήπως
είναι χαμένοι στο νόμο της βαρύτητας

και περπατάνε στις άκρες των ποδιών
τους ευγνωμονώντας τη φαντασία τους
που τους αφήνει κι είναι ακόμα καλοί

άνθρωποι; πού πήγαν πού κρύβονται;
σίγουρα δε θα τους βρούμε πια στην
αγορά στα φτερωτά παραπήγματα της

πλεονεξίας στα κάδρα με την αναμμένη
αυτοπροβολή των ποιητών ούτε στον
μεγάλο ύπνο των σωτήρων μας ούτε

στα καλοπληρωμένα χειροκροτήματα
των οπαδών της αγρανάπαυσης, της
επανάπαυσης, της ανάπαυσης

ΥΠΟΔΕΧΟΜΑΙ
 Υποδέχομαι το σύννεφο υποδέχομαι
τη βροχή υποδέχομαι το νερό το ψωμί
στο τραπέζι το μολύβι με το χαρτί στο

γραφείο υποδέχομαι τους νεκρούς στα
όνειρά μου που με κάνουν ανύπαρχτο
εμένα τον ζωντανό υποδέχομαι τη

μάλλινη κουβέρτα το απαλό κύμα της
θάλασσας την πνοή του νότιου ανέμου
το πέταγμα της πεταλούδας το σύρσιμο

της σαύρας υποδέχομαι το κόκαλο που
θα το φάει ο σκύλος τον σκύλο που θα
γαυγίσει μακριά τις σκοτεινές μέρες

ΕΙΚΟΝΕΣ
 Μοναχικά ρυάκια χαμένα σε δάσος
σκοτεινό τυφλή περιέργεια ελαφιού
ξάφνιασμα νυφίτσας απειρία αυγού

που δεν βρίσκει τρύπα πάγοι που
λιώνουν λίμνες που αδειάζουν το
σάπιο σύστημα διαχείρισης της

θλίψης της χώρας το έθνος με τον
κρατικό του μηχανισμό στήριξης
φοροφυγάδων και κερδοσκόπων

ΕΥΤΥΧΩΣ
 Ευτυχώς κάθε μέρα και χειρότερα
ευτυχώς κάθε μέρα και πιο κοντά
στην άβυσσο κάθε μέρα και πιο

πολλή αδικία δυστυχώς δεν έχομε
χρόνο ν’ αντιμετωπίσουμε κι άλλη
παράλυση κι άλλη απελπισία

Δεν έχω ήρωες που να θυσιάζουν
κάτι για το καλό μας δεν έχω μο-
νοπάτια που να αποκαλύπτουν το

σύμπαν αποχωρισμών αποδεκατισμών
αποχαιρετισμών εκτυφλωτικού φωτός
δεν έχω ύψος να το χάσω να βρεθώ

χαμηλά εκεί που ήμουν εκεί που είμαι
εκεί που δεν φτάνουν αλεξιπτωτιστές
ναυαγοσώστες δεν έχω νυσταγμένες

ερωτήσεις ούτε έτοιμες απαντήσεις
για τα λαϊκά όνειρα των νεκρών τρα-
γουδοποιών λαχειοπωλών ταριχευτών

έχω μόνο μία σάλπιγγα βουβή ένα
μάτι κοντόφθαλμο ένα βάθος έσχατο
που ανθοβολεί στη σκιά συγκινήσεων

O χρόνος υπό μετακόμιση ο χρόνος
σ’ ένα διαμέρισμα υπό μετακόμιση
σε πολυσύχναστο δρόμο ο χρόνος

κερδίζει χρόνο αποσυνθέτοντας τη
νοσταλγία εις τα εξ ων συνετέθη για
ένα τίποτα περιτυλίγματος για ένα

τίποτα ανοίγματος τυφλού αινίγματος
σε βλέμματα χαμένα στο θόρυβο μιας
(μάταιης) στεφανωμένης επιστροφής

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
 Όπως ισχυρίζονται οι ειδικοί το
μέλλον προβλέπεται δυσοίωνο
τα βήματά του ακούγονται από

πολύ μακριά φοβάται να έρθει
κοντά μας φοβάται να πλησιάσει
φοβάται να συμφιλιωθεί με το

παρόν μάς βλέπει αλλά δεν ξέρει
ποιο δρόμο να πάρει κρατά λάμπα
πετρελαίου και βαδίζει στα τυφλά

ΚΑΠΟΙΟΣ
 Κάποιος χτίζει τη φωλιά του μέσα
στις στιγμές κάποιος άλλος μέσα
στην αιωνιότητα κάποιος παίρνει

ένα μαχαίρι για να κόψει ψωμί
κάποιος άλλος για να σκοτώσει
κάποιος ξαφνιάζεται με το παρα-

μικρό κάποιος άλλος ξαφνιάζει
τη μικρότητα με τη μεγαλομανία
του κάποιος κλείνει την πόρτα και

πάει για ύπνο νωρίς κάποιος άλλος
ξυπνά λίγο μετά τα μεσάνυχτα και
ανακαλύπτει την ανυπαρξία του

ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ
 Μην ανησυχείς θα περάσει κι αυτό
όπως όλα θα ’ρθουν άλλα χειρότερα
να σου χτυπήσουν δειλά την πόρτα

μη φοβηθείς να τους ανοίξεις να στη-
ριχτείς πάνω τους να γυρέψεις κάτι να
ζητήσεις μια στάλα φιλία μια σταγόνα

αγάπη δυο πόντους ειλικρίνεια πριν
φύγουν κι αυτά κι έρθουν κάτι άλλα
πιο σκοτεινά και ακόμη χειρότερα

 ΜΑΡΘΑ, ΜΑΡΘΑ (ποίημα από την τελευταία συλλογή του Ντίνου Σιώτη που έχει τον ίδιο τίτλο)
Η Μάρθα υποδύεται
τη Μάρθα κι εγώ κάθομαι σε σκοτεινό
διαμέρισμα και την κοιτάω το φόρεμα
της είναι στενό ανυπομονεί να το βγάλει
είναι πάνω στη σκηνή κάνοντας πρόβα
μακιγιάζ ενός έργου που δεν το ’χω δει
ο σκηνοθέτης την καθοδηγεί με φαντασία
φαντάζομαι ότι κι εγώ σε κάποιο άλλο
θέατρο
υποδύομαι τον Ντίνο Σιώτη…

Μάρθα βρίσκεσαι
σε συνεχή υπνοβασία το βλέμμα σου δεν
αντιστέκεται σε τίποτα…
όσοι δεν κάνουν
έρωτα απλώς προετοιμάζονται οι βομ-
βαρδισμοί που ακούς ανήκουν στον

περασμένο αιώνα…