ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΖΑΚΗ Ανθολογία

ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΝΑΤΕΛΛΟΥΝ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ ΟΙ ΓΩΝΙΕΣ ΕΚΕΙΝΕΣ ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΟΠΟΥ ΕΚΡΥΦΤΗΚΑΝ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ:  
Είδα τον έρωτα τον είδα φύλλα να βγάζει και άνθη εξωτικά λουλούδια του χαμένου παραδείσου. Ξερό κλαράκι λες σε πέτρα ριζωμένο πώς εβλάστησε κι ευθύς εχύθηκε η αύρα των σωμάτων σαν κύμα παλιρροϊκό υψώθηκε τον τρόμο ότι έσπειρε την απειλή εφάνη
μα όχι. Φως απλώθηκε σαν βιβλικό εκεί εκείνη την στιγμή που τέντωσε το πρόσωπο και τόπος αναδύθηκε ωσάν νησί πολλούς αιώνες χαραγμένο χάρτης παλιός και μυστικά συντεταγμένος όπου εβρήκαν φυλακή και καταφύγια εκείνες οι πυκνές ριζούλες των αισθήσεων οι σκοτεινές — ωσάν τραγούδι εσυνόδευε ο λυγμός τους τον καιρό ωσάν φωνή μελωδική μακρόσυρτη ιαχή χώρας Βοσνίας και Ερζεγοβίνης κλάμα βουβό και στέρεο των μαύρων δέντρων της φωτιάς. Για να γλιτώσουν τον αφανισμό εκρύφτηκαν και τα αισθήματα σκαλίζοντας σαν εικονίσματα θαυματουργά που αναβλύζουν δάκρυ το νερό της Παναγιάς έτσι εζούσαν. Έως εκεί, εκείνη την στιγμή Που απλώθηκε πανσέληνο το φως και τέντωσε το πρόσωπο τινάχτηκε σαν να καλωσορίζει  καθώς αφουγκραζόταν το βουητό της γης που αναταράζεται στα σπλάχνα της. Και τα αισθήματα κοιτάχτηκαν όπως εξεκολλούσαν χέρια τα χέρια ψαύοντας δάχτυλα καθρεφτίστηκαν στα δάχτυλα πόρον τον πόρο τα κορμιά αναγνωρίστηκαν και βρήκαν επιτέλους λέξεις και συλλάβισαν την ακοή του κόσμου στης Μαύρης Θάλασσας τα σκοτεινά δωμάτια που και Εύξεινο τα είπαν Πόντο ότι εδώ ψυχή μου η φωνή του σ' αγαπώ ακούγεται κραυγή και βλέμμα ιερό σωμάτων που αγίασε ο θάνατος.  [ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΔΩΜΑΤΙΑ,
από τη συλλογή της Μαρίας Κυρτζάκη ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, 2000 ART by DRAMATINOU Katerina]

Φέρνω στο νου μου το πρόσωπο της Μαρίας, αλλά κυρίως το βλέμμα της, βαθύ, πυρετώδες. Την διακριτική, στοχαστική της παρουσία, την γλυκύτητά της. Την φωνή της, σ’ εκείνη την πολύχρονη εβδομαδιαία ραδιοφωνική της εκπομπή στο Τρίτο Πρόγραμμα πάνω στα όνειρα και την ιστορία τους, με τίτλο που σήμερα, εποχή καχυποψίας, αδιαφορίας και χλεύης σε ό, τι υπερβαίνει την κοινοτοπία της καθημερινότητας, δεν θα χωρούσε πια σε κανένα ραδιόφωνο:«Επί την άπειρον θάλασσαν των ονείρων, τα ανοιχτά εγκαύματα και σκάμματα του προσώπου, όπου μαζεύεται ο έλεος των εικονισμάτων». Και πάνω απ’ όλα τις σελίδες της, σελίδες δονούμενες από έναν ανεσταλμένο, δαμασμένο λυρισμό, τον οποίο η Μαρία μεταμορφώνει σε υπόκωφο λυγμό μπροστά στην απώλεια∙ την σπάνια οικονομία των στίχων της, τον μουσικό ρυθμό τους, τη γλώσσα της, γλώσσα που αντλούσε από όλα τα κοιτάσματα της ελληνικής, αυτά που ανέσκαπτε αδιάκοπα η Μαρία, πάντα για ν’ ανασύρει την πιο καρποφόρα λέξη∙ την ακάματη τελειοθηρία της [Η Κατερίνα Σχινά για τη Μαρία Κυρτζάκη]

Μαρία Κυρτζάκη, Ανθολογία Ποιημάτων (απ’ όλες τις ποιητικές συλλογές της)


ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ
Όσο ακούγεται μουσική
Μπήγεις πιο βαθιά το μαχαίρι
Αποφεύγεις να κοιτάξεις το πρόσωπο
Το κεφάλι στραμμένο στην ανατολή
Τα μάτια σου γυρεύοντας και τη φωνή σου.
Στη σιωπή ακούς τον ήχο από το αίμα σου
Τα χάνεις.
Δεν ξέρεις πού έβαλες το μαχαίρι
Ποια ήταν η τελευταία πληγή.
Στη σιωπή ανιχνεύεις τα μάτια
Στο σώμα του άλλου γυρεύοντας
Τη φωνή σου


[Από τη συλλογή Οι λέξεις, 1973]

ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ
Όπως και να 'χει το πράγμα
Όπως και να 'χει
Περικυκλώνει ο φόβος
Όπως και να 'χει
Η επικοινωνία εκτελείται.
Αστικά λεωφορεία εντός πόλεως
Υπεραστικά εκτός
Και οφείλεις να 'χεις στο χέρι το αντίτιμο
Της διαδρομής
Της εγκαρδιότητας
Της οικειότητας
Της συνουσίας

Αυτόματος μετρητής
Αυτόματος πωλητής

Για να μην υποπτεύεσαι
Για να μη σε υποπτεύονται
Να μη σε φοβίζουν οι σκιές
Ο φόβος
Ο φόβος
Τίμιος στη συναλλαγή
Για να μη γίνονται σύμβολα οι ασπασμοί
Να μη μπερδεύεσαι
Να μη μπερδεύεσαι
Να μη μπερδεύονται
[Από τη συλλογή Οι λέξεις, 1973]

ΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ
Ψάχνοντας για οποιοδήποτε τόξο
«Το κυνήγι δεν τέλειωσε» είπες
Και τα μάτια χάθηκαν
Το μαύρο ανιχνεύοντας.
«Το ουράνιο τόξο» είπες και γαλήνεψα.
Περνούν οι μέρες
«Τα γεγονότα», είπες, «αναμφισβήτητα».
Κι όμως, σε άφησαν πίσω τα γεγονότα
Σε λησμόνησαν
Οι μέρες έγιναν χρόνια
Και τώρα πια είναι ζήτημα επιβίωσης
Τώρα μετράς στα πέντε σου δάχτυλα
Μετράς κι απορείς
Πώς έγινε, είπες, και σκούριασαν οι κλειδώσεις
Πώς έγινε
Και δεν φύσηξε άνεμος στην πλευρά μας
Δεν το παίξαμε το παιχνίδι μας
Δεν το παίξαμε
Δε γινόταν αλλιώς

Τα κιβώτια βαριά στη μεταφορά
Εύφλεκτα
Κι απορώ κι απορείς κι απορούμε
Στις οικογενειακές συγκεντρώσεις τα βράδια
Πώς η τόση αγάπη εξατμίστηκε
Πώς οι χαρταετοί έπαψαν –τρυπημένοι στο μέρος
της καρδιάς– το παιχνίδι
[Από τη συλλογή Οι λέξεις, 1973]

ΕΘΙΣΜΟΣ
Τσουβαλιάζεις την τύψη σου
Να τη ρίξεις στη θάλασσα
Να την πάρει το κύμα.
Τακτοποιείς τα χαρτιά στους φακέλους
Το γραφείο     Το δωμάτιο
Στον σκουπιδοτενεκέ τ’ αποτσίγαρα
Ησυχάζεις.
Στη γωνία δεν σε ενοχλούν τώρα οι τύποι
Τους συνήθισες
Ανταλλάζεις την καλημέρα τους
Ίσως και κανένα τσιγάρο.

Μόνο που δεν έζησαν όλοι καλά
Και μεις δεν ζήσαμε καλύτερα


[Από τη συλλογή Οι λέξεις, 1973]

ΣΑΝ ΕΡΗΜΟΣ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΜΟΥ ΠΕΡΝΩ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
[ Α' ]
Είδα τον άντρα σαν αρχάγγελο
               –- με τη ρομφαία
Σαν θάνατος μ' αγκάλιασε

[ Β' ]
Εσύριξε στο σώμα μου τον φόνο
Μου έκλεψε την ενοχή

[ Γ' ]
Με περιμένει απών.
Σαν κίνηση μελετημένη
σαν βήμα που ηδονίζεται αργόσυρτα
σαν χέρι
            που όλο τείνει να μ' αγγίξει

[ Δ' ]
Τα μάτια του στα μάτια μου φορά
Τα μάτια μου απασχολεί στα δάχτυλά του
Απεποιήθη όλα τ' άλλα του χρυσαφικά.

[ Ε' ]
Η καλοσύνη του σαν νύχτα με χωράει
Ο έρωτάς του σαν σώμα αφίλητο.
Από το βάθος της ημέρας με πλησίασε
άντρας σαν φύσημα ανέμου
τους κόκκους μου σαν στρόβιλος εμπέρδεψε
σύννεφο απλώθηκα να τον χωρέσω.

(Σαν έρημος το θαύμα μου περνώ στην ιστορία)


[ ΣΤ' ]
Τον θάνατο ζητά στο σώμα μου
Και απαλά τα χείλη μου κλειδώνει
Μην του ξεφύγω

[ Ζ' ]
Πάνω μου απλώνεται. Σαν ουρανός.
Ύστερα γέρνει δήθεν ταπεινά
στην πλάτη στην κοιλιά
σαν μέταλλο χυτό στους ώμους μου.
Με ντύνει.

[ Η' ]
Έχει διαλέξει τρόπο βάρβαρο.
Εκ της σαρκός μου σαρξ και εκ του αίματός μου
ούτος εστί.
Αρχίζει απ' τις πατούσες.
Ανάποδα.
Σαν αίμα.
            (Αιμορραγεί ολόκληρος και με φοβάται
             Ευλαβικά μου αντιστέκεται σαν σε ναό)

Τα πόδια μου ορθώνονται         Τεντώνουν
Αργά κυλά         Δεν βιάζεται
Ανεβαίνει.
Κάπου στη μέση χύνεται ωκεανός.
Πριν φτάσει στο λαιμό
έχει ντυθεί στο κόκκινο
Και με βελούδο φθόγγο
[ Θ' ]

Έρχεται προς εμένα
                          - και υποχωρώ
Με τα τεράστια φτερά του κάνει ουρανό.
Βυθίζομαι στην κόλασή του
Σαν θέρμες να τον πιάνουνε
σαν να 'μαι στο καζάνι του η φωτιά.
Δροσίζεται επάνω μου
Με γεύεται σαν παγωτό χωνάκι
σαν κάτι ξένο.
Δεν με τολμά ολόκληρος να με τυλίξει
απ' τα βυζιά μου το αίμα να γευτεί.
Θέλει μαχαίρι να μου μπήξει στην κοιλιά
μέσα μου να χωθεί
                          με πρόσωπο και σώμα  

[ Ι' ]
Το σάλιο του ρουφώ        Το αίμα του
Τον λόγο του σαν έρωτα στοιχειώνω
          
Με τριγυρνάς κι αέναα υποσκάπτεις με
             Σαράκι μου Πολύχρωμο πουλί μου
             κυλάνε τα νερά μες στα ποτάμια τους
             το δέρμα μου σαν νύχτα αλωνίζεις
Ρυτίδα λυγμική        Με σφράγισε

[ ΙΑ' ]
Οι φθόγγοι περισσεύουνε
Οι λέξεις μου ασούμπαλες
Κι εγώ σαν έφηβη
              σε ρούχο αμερικάνικο
 [Από τη συλλογή Ημέρια νύχτα, 1989]

ΜΟΥΣΙΚΗ
Μόλις ασφάλιζε το όνειρο και λόγους ιερούς
γύρω μου έσπειρε
γκρεμός για να φυτρώσει∙ και σαν
ασπίδα του θεού στο μένος των ανθρώπων –
Εκεί μου είπε ν' αναπαύεσαι
δροσιά από φύλλα και νερά
θα σου παρασταθούν
βράχοι γωνίες και στιλπνή – η επιφάνεια.

Εβγήκε για κυνήγι.

Λέαινας όψη στην γυναίκα
επόθησε να την κατασπαράξει
και την ανάγκη του εκομμάτιαζε
την έσπασε και τσαλαβούτησε
στις λάσπες και στα θρύψαλα εμάτωσε
και λερωμένος ρίχτηκε πίσω από το βουνό
να βρει την ηδονή 
πώς ετσακίστηκε
και την ψυχή του που εξενιτεύτηκε το σώμα
κι αφέθηκε αυτό και βούλιαξε
πώς έγινε
κι απ' την ανάγκη του εχωρίστηκε
Να καταλάβει.

Εδοκιμάστηκε σε όλους τους Αγώνες
και τον καιρό τον κράτησε
Μέχρι τα πέντε δάχτυλα.
Στα έξι είπε στα εφτά γίνομαι βασιλέας
κι αρνούμαι την τιμή.
Θέλω να είμαι ας είμαι μουσική.

Έσπασε εκύλησε στο αίμα∙
την ηδονή εγγράφοντας της νύχτας
τον τρόμο της πατώντας.
Ήταν με παύσεις. Με σιωπές
Η μουσική – μπαγλαμαδάκι αόρατο
και μες στο δέρμα επέρασε
μόνο για μένα ν' ακουστεί
ν' ακούγεται συνέχεια
πιο πριν και πριν απ' τον καιρό Άσμα
απ' την πρώτη την κραυγή
και σαν από όρος εντολή.

Πώς να υπάρξει η ζωή χωρίς
την άλλη όψη της, τον θάνατο;

Ο έρωτας που με κατοικεί
ανθίζει μυστικά. 
[Από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα, 2000]

Η ΓΛΩΣΣΑ Η ΑΜΙΛΗΤΗ
Δεν γίνεται ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα
σαν ψάρι έξω από τα νερά του
και σαν να βγήκε απ’ ό,τι τον προστάτευε
– την γλώσσα του.
Χτίζει τους κήπους τις αυλές
όχι το σπίτι
Κι η μοναξιά – δεν φτάνει δεν αρκεί
να φτιάξει μιας πατρίδας γη.

Η μοναξιά τον κατοικεί τον έρωτα, μη
την τρομάζεις, χαμογέλασες,
και εφευρίσκει γλώσσα αμίλητη
και γλώσσα τιμημένη.
Τη σέβονται όλοι και υποκλίνονται
και προσπερνούν
Να μη θυμούνται
τον έρωτα που κάποτε
τους άνοιξε πανιά
– κι αυτήν την μόνη και μοναδική
γλώσσα για να μιλήσουν
Που ελησμόνησαν.
Εσύ κι εγώ είμαστε ασφαλείς και
μη φοβάσαι – σαν μοναξιά
κατοίκησέ με μη φοβηθείς.
Και άσε με
τις πόρτες σου ν’ ανοίξω
τα παράθυρα, σαν φως και φυλλαράκι
ίσκιος να εισχωρήσω κι εκεί σε τοίχους
και πατώματα και σε περβάζια παραθύρων
δες, να, εκεί αφήνεται ριζώνει κλαδάκια
βγάζει και καρπούς μυρωδικούς
η αντανάκλαση τού έρωτα κι αντιφεγγίσματα
σωμάτων που επάλεψαν κουράστηκαν τον πόλεμο
και ενοστάλγησαν την μυρωδιά βασιλικού και
μόσχου. Μη φοβηθείς.
Σ’ αυτήν την μαύρη χώρα του φωτός
σαν γη και πώς απλώνεται η όψη σου και συνεχώς
θυμάται και πάντα νοσταλγεί
το φως
το φως
το άλλο φως
Του έρωτα.
Εσύ
ποιαν άλλη χώρα να ζητήσεις
Εγώ
ποιαν άλλη γη.
[Από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα, 2000]


ΝΥΧΤΑ ΣΤΑ ΔΩΜΑΤΙΑ
Πεινάω σαν λύκος.

Όταν ο έρωτας γρατζουνάει τα σπλάχνα του
και μόνος του χτυπιέται νύχτα στα δωμάτια
κι από βουνό σ' άλλο βουνό της απουσίας μπαινοβγαίνει
μουγκός και άλαλος και πώς οσφραίνεται
πως πέρα εκεί, μακριά απ' το πέλαγος
και πίσω από τον ωκεανό
στα όρια του κόσμου
εκεί ότι είδε την φωνή
εκεί το σώμα άκουσε
εκεί εκεί πατρίδα γη
— αν σαν κάθε πλάσμα του Θεού
έχει κι αυτός πατρίδα.

Φωτιές σηκώνουν το κορμί
τα σωθικά μου σίδερα καμένα
και η φωνή αντηχεί πελώρια
στο συμπαγές της σώμα.

Γιατί τα μάτια άκουσαν
Αφού το σώμα είδε την κόχη
την γωνιά, το απαστράπτον χείλι
στην κόρη του ματιού και της αφής
το σαρκοβόρο σμήνος
κι ότι σ' αυτό
μ' αυτό πως έσμιξε το σώμα
στη γούβα εκείνη την κλειστή
εχώρεσε ο λαιμός και άγρια
τα δόντια πώς μπηχτήκαν
σκαρφάλωσαν τα νύχια εκεί
— σκαλοπάτια που ελάξευσε η ψυχή
μόλις αντίκρισε
                     πώς χώθηκαν στην δίνη των αιμάτων
         ο κόσμος πώς εγύρισε αλλιώς
         και ζέστανε ο Βορέας και ησύχασε
         κι ένας λυγμός ακούστηκε
         ένα μικρούλι αχ
         σαν από κει να βγήκε
         αύρα και μυρωδιά μυρτιάς
         κι ο κόσμος επληρώθη
         όταν σκαρφάλωσαν τα νύχια στις ισκιερές
         του σώματος πλαγιές
         σκαλοπατάκια που ελάξευσε η ψυχή
         μόλις αντίκρισε
                              εκείνη την πληγή
στο βάθος βάθος και κορυφή
ωσάν βασίλισσα που χώρεσε
στο σκήπτρο της όλους τους μύθους

Εκείνη τη χαίνουσα και ματωμένη
την αιμάσσουσα
πνοή του γένους και του είδους.

Σαν άνεμος που θύμωσε
και στροβιλίζει την κραυγή και μέχρι μέσα
το βλέμμα παρασέρνει και τίποτ' άλλο
πια δεν είδες και δεν μπορείς να δεις
Τίποτα. Μόνο εκείνη την πληγή
στο βάθος βάθος και κορυφή
— σαν δύση ρόδινη και ματωμένη ανατολή
την θλίψη των ανθρώπων που συλλέγει,
σαν ήλιος εκτυφλωτικός
που καίει τα χόρτα τα σπαρτά
τα σώματα
που καίει το σώμα
μόλις το βλέμμα της ψυχής
την αντικρίσει,
λύπη που γίνεται και στεναγμός
δάκρυ που ξέρει πως κυλάει μάταιο
σώμα — που ορμάει με πόθο ακάθεκτο
με ηδονή
στον δήμιό του.
[Από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα, 2000]

ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΣΤΟ ΚΟΡΜΙ ΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΤΙΣ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΠΟΥ ΑΛΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ
Ο έρωτας είναι νυκτώος ξέρει.
Παιδί της νύχτας που ερωτεύτηκε το έρεβος.
Μαζί του επλάγιασε
και μες στη λάβα των αισθήσεων
βασίλισσα σαν Δύση ανατέλλει η Τυφώ
πλημμυρισμένη ευωδιές του έρωτα
μανίες αρσενικό και θηλυκό
η γνώση όλη υψώνεται στο σώμα
εκεί στα χέρια και στα δάχτυλα της ακοής
και τον μικρούλη τον τριγμό πώς τον ακούει
και την οσφραίνεται την απειλή
και γεύεται την ηδονή ως το μεδούλι

Έσκυψε το φιλί γονάτισε

Σαν Ενδυμίων το φιλί
και υπέκυψε
στην φαντασίωση του έρωτα
[Από την ενότητα ΣΚΟΤΑΔΙ ΣΩΜΑ της συλλογής Λιγοστό και να χάνεται, 2002]

ΞΑΦΝΙΚΑ ΣΙΩΠΗ
Άλλου όνειρο ή δικό μου δεν ξέρω
 
Σε παγκάκι καθόταν. Στην άκρη
πολύβοου δρόμου. Τα παλιά σχισμένα
ρούχα φορούσε. Με τα μάτια
καρφωμένα τώρα μπροστά
- σαν να έβλεπε, κάποιον ή κάτι. 
Προσευχόταν, το ήξερα, αλλά αλλιώς. 
 
Τσακισμένο το σώμα ακουμπούσε
στο ίδιο το σώμα. Και τα λόγια
και αυτά ακουμπούσαν στους γυάλινους
τοίχους των κτιρίων που υψώνονταν γύρω
 
Αντανάκλαση λόγου σκέφτηκα και τον ένιωσα 
να τραντάζεται και λυγμοί να τον παίρνουν
γείρε και πάλι γείρε ότι έλεγε
- σε χώρα ή πρόσωπο πατρίδα μιλούσε; -
και με το βλέμμα της αφής
σε ρήγματα ερείπια στης γλώσσας
τα ραγίσματα στερέωσέ μας
σημαία λάβαρο σε χώρα ηδονής

[Από την ενότητα ΟΝΕΙΡΟ της συλλογής Λιγοστό και να χάνεται, 2002]

ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΑ, ΣΤΟΝ ΙΔΙΟΤΡΟΠΟ ΒΥΘΟ ΜΙΑΣ «ΜΑΥΡΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ» (όπου ενώ δεν έχει οξυγόνο, κάθε σώμα σφύζει από Ζωή και τις σημασίες του ανταλλάσσει)
  [Σκέψεις της Κικής Δημουλά για τα ποιήματα της Μαρίας Κυρτζάκη όπως δημοσιεύτηκαν στο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, τεύχος 72 Ιανουάριος-Μάρτιος 2006 ART DESERT Urban by gilad]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου