ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ (Ανθολογία)

Κι ας κλείστηκαν στα σπίτια τους τα όνειρα απόψε κι ας σκέπασαν με σεντόνια λευκά όλους τους καθρέφτες, κανείς δεν πέθανε… Στο πιάνο μια μικρή αράχνη ακόμη πηγαινοέρχεται κι απ’ έξω το  χαλάκι της εξώπορτας αυτή η σκύλα η αναμονή γλείφει το ρόπτρο… Όταν δεν μπορείς άλλο πια να περιμένεις, τότε μόνο πενθείς το χρόνο που χάθηκε, το χρόνο που δεν ήρθε… Κανείς δεν πέθανε, κι ας μοιρολογούν οι λέξεις, μικρές κι ανεπαίσθητες οι κηδείες των μεγάλων ελπίδων σαν βεγγαλικά που αστράφτουν για λίγο στην απόλυτη κυριαρχία της νύχτας, σαν το πολύ που χάνεται στην αμετάκλητη επιβολή του ελάχιστου [ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΕ]

Ακολούθησα κατά γράμμα τη συνταγή: πώς γράφει κανείς ένα ποίημα, πώς ξανοίγεται με απλωτές στα άπατα, σε ποιους βυθούς ξεχνιέται και τι ανάσες παίρνει ν’ αναδυθεί. Πώς βαδίζει με γυμνά πόδια στα χαμόκλαδα, πώς αφαιρεί τ’ αγκάθια ύστερα από τις λέξεις που αντιδρούν –ρέουσες πάντα- να γίνουν αίμα πηχτό. Πώς το φαρμάκι γίνεται φάρμακο, πώς η ζωή μας καθαρίζει, πώς το δηλητήριο εξουδετερώνεται. Με ποιο φυσικό αντίδοτο; [ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ]


Με χαρτί και με μολύβι
προσωρινές μοιάζουν οι λέξεις
καμαρώνουν στα παράθυρα
κούκλες σε βιτρίνες αγοράς
ποιήματα χωρίς ορίζοντα
χωρίς αφή και μνήμη
γεννιούνται και πεθαίνουν
στα πλήκτρα μιας στιγμής
εμφανίζονται
και πάλι χάνονται
στα πίξελ της οθόνης

νοσταλγώ εκείνο τον καιρό
επάνω σε χαρτοπετσέτες
να γράφονται τα ποιήματα
ή σε βαρκούλες κόκκινες

οι λέξεις να επιστρέφουν
με τσακισμένα ακρόπρωρα
από του κόσμου τον διάπλου
παντοτινά δικές μας
με το άρωμα του ταξιδιού
σε παλιά μπικ
ή κοινά μολύβια



in medias res
όχι δεν γράφω ποιήματα
απλώς αρχίζω μια ιστορία από τη μέση
γιατί κάθε αρχή έχει το τέλος της
η μέση όμως πάντα διαφεύγει
ξεχνιέται στην πορεία

γίνεται κύκνος
που αρνείται να τραγουδήσει

γίνεται λυγμός
και κρύβεται στα νούφαρα

πόνος βουβός
κι εξατμίζεται απ’ την επιφάνεια

σύννεφο που βρέχει
ασταμάτητα εντός μου

Καθρέφτης
ήρθε η ώρα να σπάσω τούτον τον καθρέφτη
να βάλω το χέρι μου ανάμεσα στα θραύσματα
ν’ αγγίξω το αίμα στα ματωμένα παπούτσια
να πατήσω τη σκανδάλη της ανυπαρξίας
τον ιδρώτα στο μέτωπο, τη σκόνη από τα ερείπια
επιτέλους στα χείλη μου να φέρω

γιατί πάντα αυτός ο καθρέφτης
μ’ εμπόδιζε να δω όλη την αλήθεια
κι αυτό που ανάμεσα στις παραμορφώσεις
στίλβον κι απρόσιτο χαμογελούσε
με ψευδεπίγραφη ασφάλεια
ήταν απλώς η αντανάκλασή μου

ήρθε η ώρα να σπάσω τούτο τον καθρέφτη
να βάλω το χέρι μου γενναία
ανάμεσα στα είδωλα
το παγιδευμένο φως να ελευθερώσω

και να γράψω

παιδική ηλικία
πάντα εκεί γυρίζω
κλειδωμένη στην υγρή αποθήκη
με μια επίκληση πολυσύλλαβη
να ανοίγω ρωγμές  στο σκοτάδι
γράφοντας ποιήματα

πάντα εκεί γυρίζω
παγιδευμένη στο άβατο μιας ενοχής
συλλέκτρια στιγμών
σε γκρίζα αναμονή
να προκαλώ πλημμυρίδα λέξεων
άμπωτη αποσιωπητικών

πάντα εκεί γυρίζω
με μια αρμαθιά δισταγμών
να στέκομαι δακρυσμένη
στη σκουριασμένη πόρτα της μνήμης

αναζητώ ένα στίχο
ένα φως
-ένα μονόξυλο-
να με ταξιδέψει
πέρα απ’ την άνυδρη σιωπή
στα ανθισμένα λιβάδια του μέλλοντος

το πέρα δωμάτιο
εκείνο το δωμάτιο δεν είχε τοίχους
μόνο ένα τυφλό παράθυρο
μια μυστική καταπακτή που άνοιγε
τις νύχτες για να τρυπώνουν τα όνειρα

εκείνο το δωμάτιο δεν είχε πάτωμα
το μωσαϊκό του γινόταν θάλασσα
και κολυμπούσαν τα δελφίνια μου

κι όταν από το διπλανό οικόπεδο
με την οργιώδη βλάστηση
ακουγόταν η κουκουβάγια
άνοιγε το ταβάνι στα δύο
έμπαινε μέσα η άρκτος
η μοναδική μου φιλενάδα

και το φεγγάρι πίσω από το κυπαρίσσι
ξεχνούσε για λίγο την υπεροψία του
αποκτούσε μάτια και χείλη
και ξάπλωνε δίπλα μου

ένα σιδερένιο ψηλό κρεβάτι
και μια τεράστια ντουλάπα
εντοιχισμένη στο πουθενά
στα συρτάρια της κοιμόταν
οι σαύρες του δάσους
τα φίδια που έδιωχναν
οι γειτόνισσες με τη σκούπα
και όλα τα παιδικά μου δάκρυα

κάθε πρωί με ξυπνούσε
ένας κόκορας από το βραδινό μου παραμύθι
αλλά τον έσφαζε η γιαγιά μου
τον έκανε σούπα
κι έτσι ποτέ δεν έμαθα το τέλος
το πέρα δωμάτιο
ανήκε στο μικρό μου θείο
το σιδηροδρομικό
που ερχόταν μόνο τα Χριστούγεννα

τις άλλες μέρες
εκεί κατοικούσα εγώ
και οι φίλοι μου

η μητέρα μου
γερτή λαμπάδα
φλόγα που τρέμει
πίσω από σπασμένες γρίλιες
ανάσα που θολώνει
τα τζάμια του αδύνατου
η μητέρα μου

να δίνει πάντα
όσα ποτέ δεν πήρε
να δίνει πάντα
όσα ποτέ μου δεν ζητώ

ένα ποίημα κάπου ας βρεθεί
ένα στάχυ άγουρο στο στέρφο χώμα
μια γέφυρα από λέξεις και εικόνες
μικρή αλέα να περπατήσουμε μαζί
ένα παγκάκι μες στις ανεμώνες

για να μιλώ ακατάπαυστα μαζί της
με λόγια που ποτέ δεν είπα
την άγρια δίνη των ματιών της
να νιώθω πίσω στον καιρό

πώς τότε ξαφνικά μεγάλωσε
πώς τώρα πάλι γίνομαι παιδί
μωρό στην αγκαλιά της

κάποτε
κάποτε θα ταξιδέψουμε μαζί
θα δούμε τα ίδια τοπία στο παράθυρο
τους μικρούς πέτρινους σταθμούς
και τους βιαστικούς κλειδούχους

κάποτε θα κρυφτούμε μαζί
στο ίδιο σκοτάδι
εγώ θα κρατάω μια λάμπα θυέλλης
κι εσύ ένα τιμόνι από παιχνίδι παιδικό

κάποτε θα καθίσεις δίπλα μου
να μοιραστούμε το κελί
και μιαν αχτίδα φως
που θα ξεφεύγει από τα κάγκελα

έτσι
θα δούμε κάποτε μαζί
μια δύση και μια ανατολή

πέρα απ’ το χρόνο
το βλέμμα σου
και το δικό μου βλέμμα
θα γίνουν ορίζοντας

ίσως συναντηθήκαμε
σε πέρασμα αλεπούδων
στη ρίζα μιας βελανιδιάς
τη νύχτα που ξωθιές το ρίγος σκόρπιζαν
στο στοιχειωμένο δάσος

ίσως συναντηθήκαμε
στων αστεριών τις μακρινές συνομιλίες
την ώρα που μετάγγιζε η άρκτος
με τη φαρμακερή ουρά της
τα απρόσιτα, τ’ ανέσπερα

ίσως συναντηθήκαμε
στα μυστικά του βυθού
σ’ ένα ναυάγιο ή θαλασσοσπηλιά
την ώρα που η ψυχή μας μάθαινε
το απέραντο ή το ελάχιστο

ίσως πάλι συναντηθήκαμε
σε πολιτεία έρημη
σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό
σ’ ένα διπλό κρεβάτι
σ’ ένα σταθμό
στο χάος
στη θάλασσα
στον ουρανό

ίσως συναντηθήκαμε για πάντα

μυστικός δείπνος
κάθομαι απέναντι όπως παλιά
ανάμεσά μας τα μαχαιροπίρουνα ασημένια
καλά σκονισμένα στη μνήμη
ανάμεσά μας τα κρυστάλλινα ποτήρια
με τα αιλουροειδή
να ξεπηδούν ένα ένα από τα βάθη τους

καθίσαμε απέναντι
με ξαναμμένα χείλη
θηράματα μιας χίμαιρας
που έχει παγιδεύσει ο χρόνος
και είναι πια αδύναμα να εμποδίσουν
τη σαρκοφαγία του τέλους

καθίσαμε απέναντι
και ούτε τη σκανδάλη των ματιών  μου
ξέχασα βέβαια ν’ ασφαλίσω
νεκρές τώρα οι στιγμές
κείτονται γύρω από το βάζο
τα ηλιοτρόπια σκυφτά
και το όνειρο ένας κίτρινος λεκές
ανάμεσά μας

μια πασχαλίτσα μόνο περιφέρει αμήχανα
την κόκκινη υποψία της
επάνω στο λευκό τραπεζομάντηλο

θαλασσογραφία («τόσο ταιριαστοί σαν τελείως άγνωστοι» T.S. Eliot)
Το πλάνο μακρινό
Τραπεζάκι δίπλα στο κύμα
Εκείνος συμπαγής
Εκείνη διάφανη
Απέναντι έτσι όπως κάθονται
«τόσο ταιριαστοί σαν τελείως άγνωστοι»
Ορίζουν τη θαλασσογραφία

Ανάμεσά τους στρογγυλό
-που με φεγγάρι μοιάζει-

Το κενό
Που απαιτεί μια έκρηξη

η κιβωτός του ονείρου
λάμνεις μοναδικός μες στα πλωτά μου μάτια
μισός άλμπουρο μισός βουή του ανέμου

είσαι μια ρίζα μέσα στην καρδιά μου
που απλώνεται σ’ όλο το κορμί
στέλεχος, φύλλο από κυκλάμινο
μονοπάτι υγρό πάνω στο δέρμα
μικρός δρυοκολάπτης κρυμμένος
στη φτέρη των ονείρων μου
δένδρο αιωνόβιας αφής στα απαλά μου βρύα
φυλλορροείς αινίγματα στ’ ανήσυχα χέρια μου
δάσος που στοίχειωσε με μεθυσμένους ψίθυρους
σμάρι φιλιών που πέταξαν απ’ τα κλαδιά
στην αιφνίδια τουφεκιά της μνήμης
μια πυρκαγιά που ανάβει στην ψυχή
και λόγια που πετάγονται στα χείλη
σαν διψασμένα ελάφια

δένδρο ή πουλί
άνεμος ή όστρακο
κισμέτ
σε μυστικά κιτάπια από παλιά γραμμένο

λάμνεις μοναδικός μες στα πλωτά μου μάτια
μισός άλμπουρο μισός βουή του ανέμου
το ένα σου η κιβωτός του ονείρου

παγκόσμιος χάρτης
αρπαχτικό της στέπας πάνω απ’ τους τροπικούς μου
εισβάλλεις
μαύρος πάνθηρας στο ολόλευκο τοπίο μου
συστρέφεσαι
ηδονικά γύρω από τον ισημερινό μου
μου χαρίζεις εντελβάις από τις Άλπεις
κι ενθύμια μακρινά από τα φιορδ της Νορβηγίας

αν και μιλάς με βρυχηθμούς
σε ερμηνεύω
από τη μυρωδιά της πυρκαγιάς στο δέρμα σου
βυθίζεις τα νύχια σου στη σάρκα μου

μπαίνεις μέσα μου κι αλλάζω γλώσσα

νύχτα
σ’ αγγίζω και γλιστράει το χρυσάφι στο σατέν
απομένει το μαύρο της
πηχτό ανάμεσα στα δάχτυλα

σκοτάδι και εσύ το μόνο φως

τρεμοσβήνεις
μα σαν σε κοιτώ
ακόμα λάμπεις
μέσα στο βελούδο της

νύχτα
τα πιο μακρινά της αστέρια
είναι τα μάτια σου

φετίχ
μ’ ένα δαντελένιο κομπινεζόν
ή με μαγιό δεκαετίας του ’80
σε πολυτελές ανάκλιντρο
στο ημίφως κάποιου δωματίου
ή σε παραλία ερημική
κάτω στην άμμο
ντάλα μεσημέρι
νωχελικά σε περιμένω
έρχεσαι πάντα ξαφνικά
μπαίνεις από την πόρτα
ή βγαίνεις απ’ τη θάλασσα
με τα μαλλιά σου ανακατωμένα
γεμάτα φύκια κι υποσχέσεις
ή με τα μαλλιά καλοχτενισμένα
γεμάτα ξαφνικές αναχωρήσεις
δίπλα μου στο κομοδίνο
το ακριβό σου ρολόι και ο καπνός
ένα αντρικό γιλέκο στην καρέκλα
πούδρα και κραγιόν στο μπάνιο
άμμος πάντα στα μάτια μου
μια τσάντα πλαστική θαλάσσης
ένα ψάθινο καπέλο με κορδέλα
κι ένα βρεγμένο καπέλο του Καμύ
δεν ήμουν εγώ τελικά
δεν ήσουν ούτε εσύ
αυτός ή αυτή
που έτσι σπαρακτικά επιθυμούσαμε
στην άμμο ντάλα μεσημέρι
ή στο φέγγος εκείνο το γλυκό
του δωματίου
εκείνο που ριγούσε
ήταν η δαντέλα
η ψάθα
το βελούδο στο ανάκλιντρο
το αλάτι που μένει στο κορμί
σαν στεγνώνουν τα καλοκαίρια
η μνήμη του νερού
όταν τελειώνουν οι έρωτες
το πιο πολύτιμο φετίχ
του χρόνου το θολό περίγραμμα

τις Κυριακές το απόγευμα
Και ξαφνικά το απόγευμα της Κυριακής
Με πιάνει μια αδέσποτη λύπη
Γιατί τι άλλο είναι
Αυτό το παρδαλό σκυλί
Που γλείφεται από το πρωί στα πόδια μου
Και που δεν νοιάζεται για τα ψέματα
Για τις μεγάλες υποσχέσεις
Για τις κραυγές των ειδήσεων
Αλλά γαυγίζει αλλόκοτα
Μες στην αργίας την αβάσταχτη νωθρότητα
Καθώς μουδιάζω ολόκληρη

Γιατί είναι αλήθεια καθολική
Μες στα ψέματα που σε χλωμιάζουν
Απρόβλεπτη λύπη
Σαν της Κυριακής το απόγευμα
Απαστράπτον δέος
Που σιχτιρίζει το βέβαιο
Κι ας αιωρείται το σύνηθες
Κι ας αντιδρούν τα λόγια
Κι ας ξεβολεύονται οι σκέψεις
Ολόκληρη την εβδομάδα

Εγώ για σένα πάντα έτσι θ’ αλυχτώ
Τις Κυριακές το απόγευμα

Ανάμεσά τους στρογγυλό –που με φεγγάρι μοιάζει- το κενό που απαιτεί μιαν έκρηξη
Ποτέ κανένα ποίημα δεν θα χωρέσει την αγάπη για σένα κανένα ποίημα, δεν θα έχει τα δάχτυλά μου όταν σ’ αγγίζω, το ρίγος στη φωνή μου όταν σου μιλώ, τα γόνατα που τρέμουν σα σε συναντώ, κανένα ποίημα δεν θα σε σώσει αν χαθώ… Είμαι για σένα το πιο μεγάλο ποίημα, το πιο ερωτικό, με τη φωνή μου σου μιλώ κι αν δεν ακούς μες στης ψυχής σου το θολό βυθό θα μένω πάντα και θα σ’ αγαπώ  [ΠΟΤΕ]


de profundis
δεν είναι δύσκολο αυτό το πρόβλημα
είναι πάντα ανέφικτες οι λύσεις
να βρω μια φωτεινή στιγμή
το κάτι εκείνο που γυαλίζει
μέσα στο μάτι του κυκλώνα
ή της τρέλας την κραυγή μέσα στη νύχτα

δεν είναι αποτρόπαιο αυτό το έγκλημα
είναι που αναβάλλω συνεχώς το φόνο
αναζητώντας ένα κοφτερό μαχαίρι
βλέμμα της τίγρης
όταν ορμάει επάνω μου
ή της αλλοτινής σου λάμψης το ατσάλι

δεν είναι αλλόκοτη αυτή η πολιτεία
είναι που πάντα χάνω το βηματισμό μου
επιχειρώντας μα πιο σταθερή ισορροπία
σαν ακροβάτης που παραπατά
στο χειροκρότημα
ή σαν μικρό παιδί που χάθηκε στο δάσος

προληπτικά
Πέμπτη σήμερα
Νοτιάς. Θα βρέξει
να καθαρίσω όλα τα λούκια
από τις υδρορροές να μαζέψω
τα φύλλα των δένδρων
τα φύλλα της συκής
τα φύλλα του ελέγχου
τα φύλλα των παραθύρων
τα φύλλα πορείας
τα φύλλα των εφημερίδων
κι εκείνα της καρδιάς

αειθαλής να μένει η ζωή
γιατί ό,τι φυλλορροεί
εύκολα σήπεται

στιγμή
καμιά στιγμή
δεν είναι κανενός

κι ας διαλέγουμε με έκσταση
το χρώμα και το φόντο

κανείς δεν ορίζει
τη διάρκεια
και την ένταση

κανένα μοιρογνωμόνιο δεν μετράει
τη γωνία πρόσπτωσής της
στο χρόνο

τη διάκεντρο της αλήθεια της
αν κύκλος είναι

κι αν είναι ευθεία
γονάτισε μπροστά της
με δέος
στο άπειρό της

επικινδύνως
ζούμε σ’ ένα παράξενο ενυδρείο
γεμάτο λέξεις και χρυσόψαρα
που πηγαινοέρχονται
μας μιλούν και μας χαιρετούν
λες και γνωριζόμαστε από παλιά
από ναυάγια άλλα

σ’ ένα υποβρύχιο ζούμε
έξω από το φινιστρίνι μας
ενεδρεύουν τα μεγάλα κήτη

τίποτα δεν ανιχνεύει τις προθέσεις τους
τις άναρθρες κραυγές τους δεν ακούμε
εμείς κι αυτά συγκατοικούμε παράλληλα

ώσπου να σπάσει η γυάλα
κι ό,τι είναι έξω
εντός μας να βρεθεί

κι όλες οι λέξεις
και τα τιμαλφή μας
στο στόμα του κήτους

αυτόματη φωτογραφία
κάθε ποίημα
είναι μια φωτογραφία
σ’ ένα τοπίο λυπημένο
κάπου στην εξοχή
ή δίπλα στη θάλασσα

ένα τραπέζι της γιορτής
όπου όλα έχουν τελειώσει
όλοι έχουν φύγει
μετά από μια ξαφνική γιορτή

μένουν τα σημάδια του κραγιόν
στις δαντελένιες πετσέτες
και στα κρυστάλλινα ποτήρια

και οι λέξεις
που σπάζουν σε στιγμές
το φόντο της ανυπαρξίας

κάθε ποίημα είναι μια φωτογραφία
μια φύση νεκρή
προοπτικές και φωτισμός του δειλινού
μ’ ένα μόνο κλικ
στο σκοτεινό θάλαμο της μνήμης

κι εσύ ήλιος φωτεινός
μπαίνεις αυθαίρετα
στο πλάνο της ζωής μου

ουράνιο τόξο
καταλύεις όλα τα βροχερά τοπία
χαμογελάς
και να…
αυτόματη φωτογραφία

δεν ξέρω πια
αν αυτές οι απολήξεις στους ώμους μου
είναι φτερούγες ή σκοινιά
την τελευταία φορά που αιωρήθηκα
ένιωσα ένα τράνταγμα παράξενο
σα μαριονέτα που ξαφνικά
δραπέτευσε από το ρόλο της

θυμάμαι όμως καλά πως κάποτε υπήρξα
μικρός κορυδαλλός
σύχναζα σε οργωμένα χωράφια
έπαιζα με τα σκιάχτρα
συνομιλούσα με τα χελιδόνια
πάνω στα τηλεγραφόξυλα

δεν ξέρω πια
αν η αλήθεια θρυμματίζεται
σε χιλιάδες ψέματα

αν φτερωτό υπήρξα όνειρο
ή καράβι παροπλισμένο σε λιμάνι

κανείς δεν πέθανε
κι ας κλείστηκαν στα σπίτια τους
τα όνειρα απόψε
κι ας σκέπασαν με σεντόνια λευκά
όλους τους καθρέφτες

κανείς δεν πέθανε
στο πιάνο μια μικρή αράχνη
ακόμη πηγαινοέρχεται
κι απ’ έξω στο χαλάκι της εξώπορτας
αυτή η σκύλα η αναμονή
γλείφει το ρόπτρο

όταν δεν μπορείς άλλο πια
να περιμένεις
τότε μόνο πενθείς
το χρόνο που χάθηκε
το χρόνο που δεν ήρθε

κανείς δεν πέθανε
κι ας μοιρολογούν οι λέξεις
μικρές και ανεπαίσθητες οι κηδείες
των μεγάλων ελπίδων

σαν βεγγαλικά που αστράφτουν για λίγο
στην απόλυτη κυριαρχία της νύχτας

σαν το πολύ που χάνεται στην
αμετάκλητη επιβολή του ελάχιστου

The end
εκείνη τη νύχτα έπρεπε
να σκεπάσω τους καθρέφτες με λευκά σεντόνια
να σκουπίσω τα ίχνη μου στο πόμολο της πόρτας
να σφαλίσω τα παράθυρα
απ’ έξω να μείνει η θαλασσινή αύρα
να εκτρέψω τον καταρράκτη που έβγαινε απ’ το κάδρο
να μην σχηματιστεί αυτή η λιμνούλα με τα νούφαρα στο σαλόνι μας
ν’ αφήσω τον κύκνο να δραπετεύσει απ’ το φωταγωγό

εκείνη τη νύχτα έπρεπε
να καθίσω δίπλα σου στον καναπέ
στο ξέφωτο του δάσους μας
με κείνη τη χελώνα να σέρνεται στα πόδια μας
την ώρα που έβλεπες στις ειδήσεις
τ’ όνομά μου και τη φωτογραφία μου στους εκλιπόντες
να σου δώσω ένα φιλί στο μάγουλο και να σου πω
«μη φοβάσαι
δεν είναι νεκρή
απλώς σε προετοιμάζω για το χαμό μου»

δεν πρόλαβα
πάντα έρχεται πιο γρήγορα
πάντα πιο αιφνίδιο
το τέλος
ποτέ δεν προλάβαινα τα ληξιπρόθεσμα χρέη τα dead lines τις ημερομηνίες όμως πήγαινα πάντα νωρίτερα στα ραντεβού μου και περίμενα σαν να σκηνοθετούσα μια άφιξη ή έναν πρόωρο αποχωρισμό πάντα υπήρξα βιαστική και ανυπόμονη στο επάγγελμα στον έρωτα δεν ήμουν έτοιμη ποτέ δεν είμαι [ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ]
t
Αναγνώσεις αγαπημένων Ποιητικών Συλλογών με πολλαπλή εσωτερική εστίαση
ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ  (με κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο): http://deepunctum.blogspot.gr/2014/11/blog-post_16.html 

Κι άλλα ποιήματα της Τζούλιας Φορτούνη στις
ΜΟΒ ΣΤΙΓΜΕΣ  (προσωπικό ιστολόγιο της ποιήτριας)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου