ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ Ανθολογία

ΦΥΣΟΥΣΕ Ο ΝΟΤΙΑΣ ΑΠ’ ΤΗ ΜΕΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ… ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΔΕΝ ΜΟΥ ΜΕΝΕΙ ΕΧΤΟΣ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΛΕΞΕΙΣ:  
Τίποτε άλλο δεν μου μένει εχτός από τρεις λέξεις που κι αυτές δεν είναι ονόματα ούτε ιδιότητες και προπαντός δεν είναι ιερές συνουσίες κάτω από αστροφεγγιά. Είναι ένα προαιώνιο λεξιλόγιο που το εξοστράκισε η απειλή. Είναι το «θα» της πράξης, το «θα» του καθημερινού οργασμού που σαν πουλί μαζί με το σκουλήκι του βρίσκει τη διασταύρωσή του με ό,τι συμβαίνει εντός του και στο βάθος μας. Είναι ουρανός αυτά… Απέχω λίγο απ’ το να γίνω τόξο! Το «που» και το «τι» ομοιώματά μου πεταμένα στους δρόμους ούτε τ’ αναγνωρίζω και ουδέ μ' αναγνωρίζουν επειδή μόνο σαν φυτό λιγνό εξηγώ τις δυσκολίες να δω τον κόσμο απλά ν' ακούσω και μες στο θάνατό μου ακόμα τη συγχορδία του το σκίρτημα της αρχής του… η τρυφερότης όμως είναι τρυφερότης κι απ' τα λόγια σου θερίζω χορτάρι κι όπως με κοιτάς λέω να μην ξαναπώ τίποτα να μην ξαναπώ ποτέ πια ότι είμαι ένας θνητός που άρχισε απ' τα χαμομήλια κι όπου κοιτάξει  φυτρώνει μια λύρα [Δημήτρης Παπαδίτσας- ART by Marianna Katsoulidi  Black and White...Lovely  - Τwo fiends, 2013, oil based paint on canvas]



Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ (αποσπάσματα)
-ΙΙΙ-
Είχα μέσα μου στρώσει – δεν πρόκειται μόνο για τον εαυτό μου
Με στοργή το κρεβάτι, άναψα τη λάμπα ταχτοποίησα τα βιβλία
Τις οπτασίες του ταβανιού και περίμενα στις οχτώ το Μεσολόγγι
Και στις εννιά τον έρωτά μου
Την άλλη μέρα με βρήκαν σε υπόσταση θρησκευτική
Αναπολούσα τις ομιλίες
Το ρόλο της προσευχής τον έπαιζα στα δάχτυλα
Ήξερα πότε πρέπει να σιωπώ
Και πότε τέλος πάντων ν’ ανοίγω στα σπλάχνα μου δυο δωμάτια
Κι εκεί να μαζεύω τους φίλους τα βράδια
Στο ένα δωμάτιο να μην υπάρχουν εικονίσματα στο άλλο να υπάρχουν
Ώστε να παρασταίνω το Σωτήρα και την εκστατική αναπόληση
Ή και το άγαλμα με τεντωμένο χέρι
Προς την υφή του νευρικού συστήματος
…………………………………………………………….
Σκέφτηκα τότε να προσέξω τα χέρια μου
Με νεύριασαν, τ’ άρπαξα κι εγώ στα γόνατά μου
Και μ’ ένα σφυρί βάλθηκα να τα τσακίσω
Στο τέλος δεν το κατόρθωσα κι από τότε πιστεύω στα χέρια
Κάθε βράδυ τα χαϊδεύω
Και δεν αφήνω ποτέ τους πρόστυχους να τα πλησιάσουν.
-ΙV-
Και τώρα μαζεύοντας κάθε απόγευμα ασβέστες έρημων σπιτιών
Σκιές πλατανιών νευρικά τηλεφωνήματα άσκοπους πυροβολισμούς
Και ιδρώτες εφημεριδοπωλών αποτελώ προσεχτικά και με τέχνη
Αλλά και με περίσκεψη το σώμα μου
Το ονομάζω Ευαγγελιστή
Κάθομαι σε αχανείς αμμουδιές
Και φτιάχνω από τη σκέψη μου μυστήρια κιούπια.
Μ’ αρπάχνει στα μπράτσα του ο λαός
Με ανακηρύσσει ελευθερωτή και χαλκουργό μα εγώ τίποτα
Είμαι πείσμων και προτιμώ να πουλώ γραβάτες
Και να τις σφίγγω πολύ στους πελάτες
Να βλέπω τον ξανθό Απρίλη και τον έρωτα
Να στήνουν χορό στους λαιμούς
Αχ όλα αυτά με φόντο σε πελώριους κήπους
Αχ μια χαριτωμένη κηπούπολις η Νικομήδεια
Και μέσα εκεί καυγάδες Εσπερίδων
Και ηλεκτρικά φανάρια διαρρηκτών.
                   -VI-
Αν επιστρέψουν κείνα που μέχρι χτες ακόμα μας βασάνιζαν
Τα διαβατάρικα πουλιά οι απογευματινές επιθυμίες αυτά τα ξερόκλωνα
Να πέσουν στη φωτιά μας που τη φυσάει ο νοτιάς απ’ τη μεριά της αγάπης
Αν μας αγγίσουν την ώρα που κοιμόμαστε χείλια πολυθρύλητα
Χείλια που δεν τους άφησε κρέας ο χρόνος κι όμως ιστορούν τα μεσάνυχτα το βιος τους
Και ταιριάζουν πιο πάνω τους  τα μάτια και μέτωπο ρυτιδωμένο
Κι εμείς αγαπάμε να σκοτώνουμε κάθε μέρα κι ένα πουλί της ψυχής μας
Ώσπου να μείνουμε άδειοι
Χωρίς να ’χουν σημασία τα χρυσά χόρτα γύρω μας
Κι οι χλωροί θάμνοι
Που δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν άλμπουρα ούτε κρυψώνες ερωτικοί
Ούτε άνθρωποι πρόθυμοι να μας ακούσουν

Κάποιοι που παρομοίασαν τη σκέψη με αυγό που η σιγανή φωτιά το σμίγει με τον ουρανό
Και ιδού η σταλαματιά της ζωής
Ω εκείνοι που μ’ αγάπησαν αν επιστρέψουν

Αν επιστρέψει το στόμα έτσι όπως ήταν γεμάτο σιγανή φωτιά
Αν επιστρέψουν τα χέρια με τους ύπνους των
Τα μαλλιά τα πλεγμένα γύρω από το καλοκαίρι
Να μας εύρουν εδώ την ώρα τούτη που ο καθένας έχει μέσα του την απάντηση
Έτοιμη γυμνή σα γυναίκα που έμεινε πιστή τρία ή τέσσερα χρόνια
Διψασμένη σα μια παλάμη ξερής γης

Όλα ήταν έτοιμα οι δρόμοι γιομάτοι βήματα η θάλασσα παιχνίδιζε με το φεγγάρι

Οι γυναίκες πέφταν μες τον εαυτό τους σαν τ’ άστρα μες τη θάλασσα
Μερικοί μιλούσαν σαν έρημα σπίτια, άλλοι χειρονομούσαν όπως κάνουν
τα κρόσσια του νερού μες στα όστρακα
Κανείς δεν ζητούσε τίποτα κι όλοι μαζί θέλαν τον πόλεμο
Κανείς δεν θυμόταν ημέρες ευτυχίας μα όλων σταματήσαν της καρδιάς οι χτύποι
Πολλές φορές μοιάζαν τα καρδιοχτύπια με κομμένα πλαγιασμένα στάχυα

Θε μου τι θάνατος παραμορφωμένος
Κάθεται μαζί μας στο τραπέζι και καταβροχθίζει τα καλοκαίρια
Κι εμείς τρώμε τα απορρίμματά του

Όλα ήταν έτοιμα το χορτάρι ψήλωνε
Φυσούσε ο νοτιάς απ’ τη μεριά της αγάπης.

VII Στον Μανόλη Αναγνωστάκη
Το ν’ ακούει κανείς το πρωί τη βιασύνη των πουλιών
Το να ψάχνει στα μάτια των άλλων να βρει λίγα τοπία
Το να αισθάνεσαι αλλιώτικος μετά από γλέντι όταν μένεις μόνος
Και παίζεις με την έχτρα και τη φιλία του εαυτού σου
Αυτό σημαίνει κίνδυνο
Σημαίνει αναγωγή της λύπης στη μονάδα
Έτσι λοιπόν ξανά σε θυμήθηκα
Ταίριαξα τη γραμμή του ώμου σου με την πιο χαρούμενη μέρα μου
Τα μάτια σου δε μ’ άφηναν να ησυχάσω
Κι από πού δε μου έρχονταν
Απ’ τη βροχή
Απ’ τ’ αμπέλια
Από τα κουρασμένα χέρια της χωριάτισσας
Κι από μένα τον ίδιο
Σε θυμόμουν και σε είχα στη μνήμη μου
Όπως ένα κομμάτι ζάχαρη στο νερό.
-VIIΙ-
Αύριο πηγαίνω στην Κόρινθο, σκέφτομαι το λεωφορείο που θα φτάσει βαρύ
Από σήμερα βουίζει στην καρδιά μου η Κόρινθος
Έτοιμες κιόλας οι χαραμάδες
Κι ένα γαλάζιο φως καταμεσής βυζαντινού μπορντέλου
Πέντε πόρνες μαλώνουν ή χορεύουν
Μη μ’ αγγίσουν στο σώμα, καλά θα ’μαι κει γεμάτος ασπρίλα και μια μόνη σκέψη μου
Κυνηγημένη χανούμ στη βιά της να σπάει τα πιθάρια (ποιος φανταζόταν
Τόσα πουλιά στα πιθάρια) σκαρφαλωμένη στις οροφές των μουσείων
Αν αύριο δεν πάω στην Κόρινθο
Θε μου πώς θα ιδώ σακατεμένα τα χέρια μου
Πώς θα υποφέρω σ’ όλη μου τη ζωή τα γοτθικά καμπαναριά
Αύριο να φύγει τούτο το ταξίδι απ’ το πετσί μου
Να λυτρώσω το κορμί μου απ’ αυτό το ταξίδι
Να το τρίψω πάνω στον αγέρα όπως θαμπό μαργαριτάρι σε μάλλινο ύφασμα
Έτσι να φτάσω στην Κόρινθο μισός άνθρωπος μισός διαδρομή
Και στη μέση άγριο μελίσσι θυμωμένο.

ΕΜΒΡΥΟ ΦΩΣ
Εσένα την άπιαστη κερήθρα που βαθιά της σάπισαν οι αισθήσεις
Και βαθιά της άπλωσαν οι ορίζοντες ανάποδα δένδρα σ’ εποχές καρπού
Σε πήρα από τα ψιθυρίσματα του χορτασμού
Με μαγικά φυσήματα σε σκόρπισα πάχνη και ψάμα σ’ ό,τι κρατάμε κι ό,τι απομένει
Αυτό το πρωί που καταργεί το αλλοτινό κι αυριανό του όνειρο με αστραφτερούς κόμπους
ιλίγγων

Λίγο-λίγο κερδίζεις από πάνω κι από μέσα τη φωτιά του κορμιού
Και τις σπίθες που μετατρέπει σε μυαλό η αφή
Και βγαίνει ένας Αύγουστος απ' τη φωλιά του ακρογιάλι
Ό,τι κέρδισες το πρωτοβλέπεις σ' ένα κομμένο φύκι που ξεσκεπάζει το χρυσό απ' τη νύχτα ψάρι
Και το ακροούρανο που πολλαπλασιάζει και μηδενίζει με τρόπους θύμησης
Εκείνο το έμβρυο φως που σ' ανεβάζει στην ανάστασή του  απ' το φονιά της καρδιάς σου
Χαρά του χεριού να το πλάθει
Χαρά του ματιού που το αντιφεγγίζει με όλα τα σύννεφα και τις πενίες
Κουφή σκαλισμένη πέτρα που άχνισε λόγια και στόμα που το βροντοφώνησε
Η χάρις έρχεται απ' το πούπουλο κι όχι απ' το φτέρωμα του παγονιού
Κι από μια συλλαβή σ' ένα δάσος κατεβαίνει κανείς στο τίποτα της ρίζας του.

ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ
Αυτό το δέντρο είναι τα μαλλιά σου νομίζω
Που από καιρό μέσα μου
Έγιναν φωλιές
Με αυγά πουλιών
Ερπετών
Νυχτών
Είναι το χέρι μου
Που χρόνια μπαινοβγαίνει εντός σου
Ή και σε σφίγγει και σου βγάζει το κουκούτσι
Είναι η ματιά μου που σαν κλωστή
Μαύρη κίτρινη πράσινη κόκκινη – όχι γαλάζια
Κεντάει στα πόδια σου
Σκηνές ιστορικών μαχών
Οι ρίζες του είναι
Αυτοκτονίες νέων
Όχι γι αστείες υποθέσεις
Αλλά γιατί
Κάποτε οι Σουλτάνοι αποκοιμήθηκαν πλάι τους
Και μόνο τα φύλλα αυτού του δέντρου
Είναι όπως τα ξέρουν όλοι
Και πιο πολύ οι βοτανολόγοι
Που ξέρουν τη χημεία της χλωροφύλλης.

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Δε σκέφτηκες ότι μια νύχτα κρυφά
Στις μύτες των ποδιών μου
Πήρα όλα τα οστά μας
Και τα βούτηξα – ας μην το μάθουν σε παρακαλώ
Στο φεγγάρι
Τώρα ας τραγουδήσουμε το φεγγάρι
Κανείς δεν θα μας πει ότι το περιέχουμε σαν έμβρυο
Η γνωστή ιστορία ότι τα έμβρυα μεγαλώνουν
Και στο τέλος αποχωρίζονται απ’ τις μητέρες τους
Θα επαναληφθεί κι εδώ
Και τότε μ’ έκπληξη οι συγγενείς οι φίλοι κι εμείς οι ίδιοι ακόμα
Θα πηγαίνουμε το φεγγάρι περίπατο
Θα το τραγουδάμε και θα μας τραγουδάει
Θα το ‘χουμε στα χέρια μας
Στο μυαλό μας στη συνήθεια να ξυπνάμε πρωί
Δεν γίνεται λόγος για τη σκέψη
Αυτή ανέκαθεν είναι το φεγγάρι
Και κάτι άλλο
Αν σε ρωτήσουν να τους πεις το μυστικό
Πες τους ένα ψέμα:
Υπάρχει ένα και μοναδικό φεγγάρι
Αυτό που είναι στον ουρανό.

ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΩΣ
Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ’ το φεγγίτη
έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κατόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είναι μια μέρα ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Κόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα τους φαγώθηκε από τα παράσιτα
Κι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δάχτυλά μου όπως περνάει ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι και κοιμάσαι
Και ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και θυμάσαι
Διότι θυμάσαι
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμαστε μαζί
Κι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν’ ανεβοκατεβαίνει τα δένδρα… πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Βάρκιζας
Κι ένα γύρα οι χρωματιστές πέτρες μας ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια του νερού και λέω: να το ριζικό
κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες απ’ το κόκκινο –σαν τα μάτια του μπεκρή- λυκόφως
Κι είπαμε να το ριζικό να οι αγάπες βγήκαν στους δρόμους για τον επιούσιο
Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Να ’ρχονται και να χάνονται
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ
Κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Είσαι εκείνο που γλίτωσε απ’ τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Είναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ!

ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ
της Magali, της Τατιάνας
Ι
Ν’ ακούς πάντα
Ν’ ακούς το μεγάλωμα της νύχτας
Ν’ ακούς των χεριών τον ψαλμό το ξεκόλλημα της πέτρας απ’ τον τοίχο
Ν’ ακούς το φυτό που τρίζει το πρωί, το μεγάλωμα της νύχτας στο δέρμα
Ν’ ακούς τον αγέρα στων πουλιών τα κόκαλα
Ν’ ακούς του πουλιού το δρόμο την αγάπη του σπιτιού του νερού το φως
Ν’ ακούς των ματιών τη δόνηση καθώς απ’ τον ορίζοντα γυρίζουν
Και ακινητούν σ’ άλλων ματιών την αιώρα
Ν’ ακούς της φωτιάς τον πανικό, του ζώου το θρήνο
Το άχυρο που καίγεται στον ήλιο
Τον ήλιο ν’ ακούς που δέρνεται απ’ το φέγγος της σταγόνας
Ν’ ακούς του άστρου το χρώμα
Ν’ ακούς του άστρου την ευωδιά που ο κόσμος την ανάσανε κι έγινε περιβόλι
Ν’ ακούς στην ερημιά το χοροπηδητό της ρίζας
Ν’ ακούς μες στους θορύβους το ψιθύρισμα του νου που τον καρφώνουμε στον τοίχο
Ν’ ακούς τα μαλλιά τα φρύδια το μέτωπο και τη θλίψη τους
Όπως όταν ακούμε στο μυαλό μαχαίρια ν’ ακονίζονται
Ν’ ακούς τα χέρια ή τις παρειές που είναι μες στα χέρια ζεστές και τρέμουν
Ν’ ακούς την τουφεκιά που αστοχεί όμως που κόβει στα δυο τα πάντα
Κι ύστερα ο ύπνος πάλι τα ενώνει
Ν’ ακούς της χαραμάδας την οδύνη που ευρύνεται να πεταχτεί ο Θεός
Ν’ ακούς το Θεό μες στο φόνο σαν το φλουρί στη νύχτα
Σαν την αστραπή πάνω στο φλουρί
Την καρδιά ν’ ακούς
Ν’ ακούς τον ουρανό που σαλεύει στου εμβρύου τον ύπνο
Την καρδιά ν’ ακούς που γεμίζει τον κόσμο παιδιά κι άλλα φεγγάρια
Ν’ ακούς στο χώμα το άλογο, στο χώμα το σκάψιμο, την πληγή του νερού
Το τρίψιμο του αλόγου στον αέρα
Ν’ ακούς πάντα.
IV
Από πού έρχεται η νύχτα; πως μπορεί και μπαίνει μες στα δέντρα
Σαν τη βροχή στο χώμα; Εσύ που είσαι δίπλα μου
Και δεν μπορώ να σ’ αφήσω και να φύγω διότι
Η ψυχή μου είναι σκελετός πουλιού που βρέθηκε εντός σου
Κοίτα με. Μήπως δεν μπορείς βλέποντας με να με στεγνώσεις
Σαν να ‘μαι ένα βρεμένο ρούχο κι εσύ το μεσημέρι;
Πώς να φύγεις; η βροχή σε καρφώνει πάνω μου με χιλιάδες καρφιά
Έγινα εκείνο που θυμάσαι σ’ όλη σου τη ζωή
Είμαι κι ο αγέρας όταν είσαι φωτιά.
VI
Αν διψάσεις εγώ θα σου γίνω νερό
Σε μένα θα σκύψει το στόμα σου εμένα θα ευχαριστήσεις
Σε μένα θα δώσεις τη γδύμνια σου
Εσύ η ρίζα από μένα το υγρό χώμα θα περιβληθείς
Κι ο κόσμος θ’ ακούσει τη χαρούμενη κραυγή σου
Εσύ θ’ απλώσεις αποφυάδες στο κορμί μου
Που από μέσα θα με πονούν διασχίζοντας με
Κι ας με πονούν, η χαρούμενη κραυγή σου με φέρνει στη θάλασσα
Με πάει πιο μακριά με ξυπνάει πάνω σε χορτάρια
Οδηγεί τα χέρια μου, τα θρυμματίζει σε άπειρες μικρές φωτιές
Που η φεγγοβολή τους μεγαλύνει την ψυχή του πλησίον
Αν νυστάξεις εγώ θα σου γίνω μαλακό κρεβάτι να κοιμηθείς
Κι από κάθε της καρδιά μου χτύπο θα πετιέται
Κι ένα όνειρο. Το πρωί εγώ θα ‘μαι τα παιδιά
Που θα τους λες τα όνειρα
Εγώ θα ‘μαι η χαρά τους να σ’ ακούν και να σε βλέπουν
Να σ’ αγγίζουν με των ματιών τους το μυστήριο
Και να σ’ αφήνουν ύστερα μ’ έναν τρόπο σαν τα πουλιά
Αν κρυώνεις εγώ θα σου γίνω το ένδυμα
Κι αν ήμουν ως τώρα κρύος αγέρας θα το ξεχάσω
Θα γίνω η γλυκιά φωτιά σ’ όσους κρυώνουν
Αχ τα κρύα χέρια των ανθρώπων κι η φωτιά
Αν πεινάσεις εγώ θα ‘μαι το ψωμί
Το ξεχασμένο στη σκοτεινιά του ντουλαπιού
Θέ μου η ψυχή του πεινασμένου
Φωτίζει πάντα ένα ψωμί.

Εν Πάτμω
ΙΙΙ
Πού να 'ναι η επένδυσις
Η κρύα του πνεύματος
Και πού τα σμήνη των πουλιών
Που μόλις εκκολάπτονταν
 
Τα εστερείτο η άνοιξις
Που είναι οι φωνές που τρύπαγαν
Τα πλευρά, το φεγγάρι
Που περνούσε απ' τα τραύματα
Κι απόθετε μέσα
 
Τα χρυσά του εκμαγεία
Και πού το ευώδες όνειρο
Που άνοιγε χλόης παράθυρα
Για να περάσει η ασύγκριτη
Σκόνη στα κοιμητήρια
Οταν τα μεσημέρια
Μαύρα στο σώμα χύμαγαν
Να το σπαράξουν
Στα κοιμητήρια οι αύρες
Και η μυρωδάτη αίσθηση του «απόλλυμι»
Και στον ορίζοντα μόνο
Του άλγους η γραμμή και των ονείρων
Οι αιώρες
Στα κοιμητήρια οι άνθρωποι
VI
Φτάναν οι αναμενόμενες 
Φωτιές στο κάθε χέρι
Της επαιτείας, που άδειο
Στο σκότος του περίμενε
Της φωτιάς το μερίδιο
Οι κασετίνες των οστών
Και των θριάμβων άνοιξαν
Και τότε η νύχτα που άδειασε
Στα πόδια των δικαίων
Τη μυροθήκη της
Δρόσιζε των μαρτύρων
Τους λαμπερούς κροτάφους
Μα όλα ένα σκότος τα έπινε
Κι έφτυνε στάχτη, κύματα
Δώστε τη στ' ακρογιάλια
Που ξέρουν με τις στάχτες
Να ζωγραφίζουν το αχανές
Πάνω σε ουράνια βότσαλα

Μέσα σ' ένα όνειρο μπόρεσα κι έγινα γίγαντας μιας ενάρετης
   θέας
Το χέρι μου έμαθε τη σαγήνη του βάρους και το ξάγναντο της
   ελαφράδας
Ηρθαν μυστικά όλων των χρωμάτων κι όλων των φωνών
   που μετά βίας τα συγκράτησα
Διότι γύρευαν να με θανατώσουν σε στάση παρηγορίας
Και διότι ακόμη τα δοξαστικά τους αρώματα με ήθελαν γύρη
   τους κι εγώ δεν ξέρω πότε κι από ποιόν άνεμο σκορπι-
   σμένη πάνω στις άλλες γύρινες προετοιμασίες 
Ημουν συντετριμμένος και σκουλήκι μπρος στην αγάπη,
    που σε στιγμές ηρεμίας προφήτευε βίους ενάρετους και
    νύχτες έναστρες εντός μου να με απολυτρώνουν από το
    βάρος της ταπεινής πράξης που σφραγίζει το στόμα κάθε
    μεγαλείου
Πολλές φορές χωρίς να το περιμένω η ματιά του Ιωάννη
    σαν αξίνα μ' έσκαβε κι ύστερα το αδύνατο χέρι του που
    θέριζε αστραπές
Μου 'ριχνε μερικούς ταπεινούς σπόρους
Ετσι από μέσα μου ξεπετάχτηκαν τόσα δάση και τόσα θηρία
    που ταιριάζουν στα δάση
Κι όλα τα μυστικά του θεού που τα γέννησαν δάση
Τώρα μπορώ να σας ρίξω μια ματιά σαν κεραυνός που καίει
     ένα βοσκό
Και να δείτε μια στιγμή την όψη μου
Να με δείτε στον ύπνο σας εαυτό σας γεμάτο συντριβή
για το κακό που έκαμε στον πλησίον και σήμερα απελπιστικά
    μετανιώνει
Τώρα μπορώ να σας προσκαλέσω γιατί κι εγώ όσο ήμουν
    τιποτένιος έκρυβα το πρόσωπο μου

 «Ένας ποιητής, ό,τι έχει να πει το λέει με την ποίησή του. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν το λέει αλλά το δείχνει. Η ποιητική γλώσσα είναι συγχρόνως νόηση, εικόνα, ψυχικός αναπαλμός, αυτόματη αντίληψη, αισθητηριακή ή αισθητική ανάπλαση του γεγονότος, παρών χρόνος διαστελλόμενος ή συστελλόμενος μέσα σε μια διάρκεια χωρίς πέρατα.»… «Η ποίηση είναι η αυθεντικότερη γλώσσα, δηλαδή νηπιακή γλώσσα, όπου το πράγμα, η έκφρασή του, η ονομασία του, η περιγραφή του, ο ήχος του, η μνημιακή του ανάκληση, όλα μαζί είναι ένα. (Μνημιακή ανάκληση: μια ολόκληρη διαδικασία για να ξαναμπούμε στον εαυτό μας που γνωρίζει). Κάθε ποιητής μιλάει σαν νήπιο, δηλαδή ακατανόητα για κείνους που έχουν ξεχάσει την πρώτη τους, την πιο αληθινή γλώσσα» [Στοχασμοί του Δημήτρη Παπαδίτσα από το Δοκίμιο του ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ και τη ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ]

Αναγνώσεις αγαπημένων Ποιητικών Συλλογών με πολλαπλή εσωτερική εστίαση: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ: εύφλεκτος, ένθεος, ερωτικός, μια νησίδα ρομαντικού ιδεαλισμού (παρουσίαση ποιημάτων με εσωτερική εστίαση Τάσου Κάρτα με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο):

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου