Παπαδοπούλου Ελένη ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ποιημάτων

ΑΓΕΡΙ, ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΟΥ ΚΑΝΩ ΝΑ ’ΡΘΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΝΑ ΜΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΕΙΣ ΚΑΗΜΟΥΣ… ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ
Έχοντας μνήμη του εαυτού της που προϋπήρχε, τρόμαξε σαν αντίκρισε τον καθρέφτη. Μόνο στο μέσα των ματιών της βρήκε μια σπίθα του οικείου. Κι αφού ο χρόνος δεν είχε περάσει ακόμη από πάνω της, τι ήταν αυτό που την είχε αλλοιώσει; Έσβησε το φως. Τώρα μπορούσε να βλέπει καλύτερα.  [ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ. από τη συλλογή ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ της Ελένης Παπαδοπούλου, UNIVERSITY STUDIO PRESS εκδόσεις Επιστημονικών Βιβλίων και Περιοδικών  2000 – ART by Nikitaki Margarita memories]



Α. ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ από τη συλλογή της Ελένης Παπαδοπούλου ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ (εκδόσεις University Studio Press 2000)
ΥΠΕΡΒΑΣΗ
Πληγή.
Μια ορατή. Στο γόνατό μου.
Την σκαλίζω.
Δεν με πονάει
Κι άλλη μια.  Αόρατη.
Ούτε που την αγγίζω.
Κι όμως συνέχεια ματώνει.

Το αίμα;

Όχι,
δεν το βλέπω.
Το νιώθω όμως να ρέει.
Καυτό.
Με καίει.
Μου βάφει τα όνειρα.
Κόκκινα.
Ξυπνώ.

Όχι,
δεν είναι εφιάλτης.

Η πληγή στο γόνατο είναι ακόμα  εκεί.
Και το αίμα χυμένο παντού.

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ
Παλμομετρώντας την Ελπίδα
την βρήκανε νεκρή.

Το άσπρο χρώμα της
την έκανε διάφανη.
Το αέρινο πέταγμά της
της στερούσε τον πολύτιμο ήχο
του κλεινανοίγματος
των φτερών της.

Την βρήκαν νεκρή,
αλλά ακέραιη.

Απείραχτη από ανθρώπινο χέρι.
Όχι, δεν την είχαν σκοτώσει.
Δεν θα το μπορούσαν,
γιατί ποτέ δεν την αντελήφθηκαν.

Μέσα στην αφάνεια της
της ήταν δύσκολο να υπάρξει.

Πώς την αναγνώρισαν;
Από το αίμα της,
το χυμένο στο γκρίζο τοίχο.

ΛΙΘΟΒΟΛΙΣΜΟΣ
Φτιάξανε ένα βάθρο
κι έστησαν επάνω το
Διαφορετικό.
Έτσι τους ήταν πιο εύκολο
να το σημαδέψουν.

Οι πέτρες;

Απλά, το διαπερνούσαν.
Ευτυχώς γι’ αυτό,
δεν ήταν καμωμένο από
ύλη.

ΒΙΑΣΜΟΣ
Το πνιγμένο στη φορμόλη
χαμόγελο.
Απομεινάρι μιας άλλης εποχής.
Ενθύμιο της κλεμμένης
Αθωότητας.
Τα άκαμπτα δόντια;
Προάγγελοι
του τι έμελλε να ακολουθήσει.

ΑΠΟΥΣΙΑ
Πίσω απ’ τα δάχτυλα κοιτώντας
σε είδα να χορεύεις.
Νόμιζα πως ήσουνα γυμνός.
Μετά κατάλαβα
πως ήταν η σκιά  σου.

Το σώμα σου δεν μ’ είχε ακόμη διαπεράσει.

Το πρωί σε βρήκε να κάθεσαι
στο πάτωμα
και ν αγναντεύεις
το κενό

Ένιωσα μόνη.

Ήταν η σκιά  σου που είχε φύγει.

ΑΝΥΠΟΤΑΧΤΟ
Κλαίουσα ιτιά με βρήκε
και με σκέπασε.
Σκύλος που αλυχτούσε
από το δρόμο του μ’ έχασε.
Φεγγάρι ανυπεράσπιστο
τον εφιάλτη μου έδιωξε.
Την ψυχή μου, όμως, τίποτε
δεν μπόρεσε να την κρατήσει.

Ο ίσκιος σου την παραπλάνησε
και στο φως της ημέρας
τη δολοφόνησε.

Το σώμα απέμεινε νεκρό
στην αγκαλιά του δένδρου.

Κανείς δεν το κατάλαβε από εκεί.

Κάποιοι περαστικοί
το νόμισαν οφθαλμαπάτη.

ΑΝΕΙΠΩΤΟ
Ολόκληρη η αιωνιότητα
πέρασε από μέσα μου.
Όχι.
Σημάδια δεν μου άφησε.

Με αίμα πώς να γράψεις
στον αέρα;

Οι αναπνοές θολώσανε.
Το στόμα μου ένα γκρεμός.
Έψαξα πολύ να βρω τη λέξη.
Δεν ήτανε εκεί.
Είχε σφηνωθεί στο βλέμμα σου.
Ξέρεις, εκεί που το γαλάζιο
χωνεύει την αλήθεια.

Εσύ, δε τη διάβασες ποτέ!

Τόση η οδύνη σου
και πώς να χωρέσει τη δική μου;

Κι έτσι ανάλαφρη από τον καημό μου
μου ήταν πιο εύκολα να πηδήξω
στον γκρεμό.

Το μόνο μου λάθος;

Η εκτίμηση του βάθους του.
Ακόμη πέφτω.

ΕΝ ΑΓΝΟΙΑ («και ήσουν Θεέ μου δική μου», Αρσενι Ταρκόφσκι)
Ναι.
Ήσουν δικός μου
Όπως ο ήλιος που με ξυπνά το πρωί
διεισδύοντας πιο μέσα
στο μέσα μου
Όπως το αστέρι εκείνο
που μένει πάντα σταθερό,
πάντα πιστό
στην κάθε μου αναζήτηση.

Ήσουν δικός μου.
Πιο δικός μου απ’ όσα
με διαπιστευτήρια κατείχα.

Ήσουν δικός μου!

Τόσο αποκλειστικά δικός μου
που δεν χρειάστηκε ποτέ
να μάθεις
πως κάποτε – μου ανήκες.

ΟΠΤΑΣΙΕΣ («πλάσματα της μέρας. Τι είναι κανείς; Τι δεν είναι κανείς; Ο άνθρωπος είναι το όραμα της σκιάς του» ΠΙΝΔΑΡΟΣ)
Με ένα σώμα –ίσα που να νικά
το φόβο της ψευδαίσθησης-
μ’ έντυσαν και μ’ άφησαν να υπάρχω.

Στους σκοτεινούς διαδρόμους της ζωής
πορεύτηκα χρόνια και χρόνια  έτσι
μου σήμαινε το υλικό μου ντύμα.

Μα το ρολόι του σύμπαντος έμενε ακίνητο.
Ποτέ μου δεν άκουσα ενα του «τικ».

Ο ανεπαίσθητος χρόνος.
Ο έξω από μένα.

Ή μήπως η δική μου
ανεπαίσθητη παρουσία;

Τόσα καταδικασμένα στο έρεβος
ερωτήματα!

Είναι τόσο σκληρή η τυχαιότητα…

Κι αυτό το εναργές σκοτάδι
ούτε πια είναι η σκιά μου
μ’ αφήνει να διακρίνω.

Κι αφού κανείς δεν στέκεται
πλάι μου.
τις τόσες σκιές,
πώς να τις εξηγήσω;

ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ…
Με ρωτάς αν φοβάμαι το θάνατο.
Δεν σου απαντώ.
Σου  θυμίζω απλά τον έρωτά μου,
εκείνον τον στους αιώνες
τον ανικανοποίητο.

Κι όμως επιβίωσα.

Τώρα πια, πώς μπορεί
ο φόβος
ν’ αγγίξει το άτρωτό μου;

ΚΑΤ’  ΕΙΚΟΝΑ
Σύμπλεγμα αέρα και φωτιάς
σκόνη στα πέταλα των ματιών
χνούδι ντυμένα τα νερά
και τα συντρίμμια των ονείρων
αφρός στα κύματα του αύριο.
Ασύνθετη ύλη, φαιά ουσία
αίματος
δάκρυ στημένο από την πέτρα
τη χαμένη στη χοάνη του χρόνου
τη δεμένη με  άμμο στην άκρη
-όχι του πλακούντα-
των αποξεχασμένων δαχτύλων.
Μουχλιασμένη η έλευση
των υδάτων
χασματική η όψη του Ήλιου
άτεχνα σμιλευμένη
στο σκηνωμένο κεγάλι του όντος
αυτού που εναγώνια εξοβελίζει
τον ορμέφυτο πόθο της ύπαρξης.
Η αχτίδα που φυλακίζει
στα προκατασκευασμένα μάτια του
το τελευταίο κατάλοιπο της μνήμης.
Διασωθείσα του πνιγμού η Έγνοια
-όχι αυτών που αγάπησε-
αυτών που δεν πρόλαβε
ν’ αγαπήσει.

Και πίσω της φωτόχτιστη σκιά
-η Πίστη- ακόμη αποζητά
το μυριοκερματισμένο Όλο
εις έκαστα τα κομμάτια της αποσύνθεσής του

Α-ΤΟΜΟ
Αδιάφθορη αδιαφορία
χαραγμένη στο μέτωπο
του μίζερα επαναλαμβανόμενου
χρόνου.
Σχηματική καρέκλα στηριγμένη
σε πόδια τρεμάμενα,
βουτηγμένα
στη σαθρή απονεύρωση του εκλειπόμενου «θέλω»
Νήματα κομμένα,
όνειρα αλυσοδεμένα
στο υπόγειο του κόσμου
του αναδυόμενου
από την κακέκτυπη ψυχή
του  παραιτημένου ατόμου.

«Επείγει ο εξανθρωπισμός του!
Επείγει ο εξανθρωπισμός του»!

Παραπλάνηση η ακεραιότητά του
ψευδής ικανοποίηση
της ανάγκης του άλλου.

Ο άλλος χάθηκε στο δρόμο,
σωριάστηκε στο σκαλοπάτι
της καθόδου του.

Κι έμεινε εκεί.
Τα αιματοβαμμένα του φτερά
τα άσπρισε η σκόνη.

Τραυματισμένοι οι καθρέφτες
κοσμήματα του σκοτεινού
κλουβιού,
πιστές αντανακλάσεις
του ά-τομου της ύπαρξης.

Ή των εκπτώτων ονείρων;

ΣΤΑΣΙΜΟ ΒΗΜΑ
Σε κάθε μου βήμα
βλέπω τον θάνατο
και είμαι κιόλας νεκρή.
Η σκέψη μου θα καθρεφτίζει
τίποτε.
Η ανάσα μου ψεύτικη αντανάκλαση.
Ενθύμιο αυτού που υπήρξε
και είναι κιόλας μακριά.
Θρόισμα η σκιά
ψίθυρος σεβόμενος τον ύπνο
ακροπατά στον κόσμο
των ονείρων
ατάραχα διαβαίνοντας τη θύρα
της μήτρας που τη γέννησε.
Αλογάριαστη η απόσταση.
Μάταιος ο χρόνος
-αποκαλυπτικός της ανικανότητας-
αποκαρδιωτικά γρήγορος
εκτινάσσει το αύριο στο χθες.
Το βήμα σταθερό – ή μήπως
είναι στάσιμο;
Στιγμιότυπο της αέναης κίνησης
και γι’ αυτό φυλακής της.
Ο θάνατος υπήρξε πάντα.
Στο αέναο της κίνησης
Η ζωή;
Απλά ένα στιγμιότυπο.

ΡΟΗ
Ανεξάντλητος πόθος
ρέοντας ήχος στο διάκενο
της σιωπής
εγκάρσια τομή
κραυγή
και μετά ένα δάκρυ
ρέουσα θλίψη στο άφρακτο
της μορφής
ρέουσα ροή αίματος
από τις φλέβες του «είναι»
μετάγγιση
στην ενόραση του «γίγνεσθαι»
αμετάβλητη η ουσία
ροή πόθος ανεξάντλητος

B. ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ από τη συλλογή της Ελένης Παπαδοπούλου ΕΠΤΑ ΑΝΑΤΟΛΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΔΥΣΗ (εκδόσεις University Studio Press 2000)
Ανατολής ανατέλλουσας ανάτειλε ο Ήλιος, σκίρτησε η Θάλασσα, θέριεψε το Κλήμα, φύτρωσε τα Αγκάθι, αντήχησε η Κραυγή, ξύπνησε ο Άνθρωπος, χαρίστηκε το Όνειρο…
ΑΝΑΤΟΛΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Ανατολής ανατέλλουσας σκίρτησε
η Θάλασσα λώρος των απανταχού ορίων, της σιωπής προσπελάσιμος
ο βυθός
γειώνει τον Ήλιο κατά την υδάτωσή του

Ευρύχωρη η μήτρα Της στου κόσμου χωσμένη
τα έγκατα
άσπαρτη πάλλεται και δίχως πόνους τα γεννά τα κύματα
φτεραπίσματα ορμών που σβήστηκαν στην πλάση

Κάτοπτρο απέραντο του ανείδωτου εξατμίζει τα όνειρα
δείχνοντας το χρυσό δρόμο προς των απαντοχών τους
την εξάντληση
χύνεται εντός Της η Θάλασσα το δάκρυ να στερεύσει

Στους λαξεμένους κόλπους της κυλούν ανύποπτα τα ρεύματα
αιματοφόρα αγγεία της θέρμης ή του ψύχους ονοματίζουν τα πάθη
και μ’ ένα κερί βαπτίζουν στην πυρά τη λήθη
Τεντώθηκε ως τα πέρατα το αλμυρόλουστο τραγούδι των σειρήνων
εκβάλλοντας από τα αυτιά του Οδυσσέα και του ανυπέρβλητου την κατάργηση
στη μνήμη της πιο αφιλόξενης ακτής, ο χρόνος

Παρέλυσε ο θυμός στων κραδασμών της το ρυθμικό νανούρισμα
απορροφήθηκε όχι από το μέγεθος, αλλά από των ειρμών Της την ένταση
στην τελευτή της η Ανατολή, στο γέμα, τείνει η Θάλασσα

ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΡΙΤΗ
Ανατολής ανατέλλουσας θέριεψε
το Κλήμα
νοσταλγώντας τον ώριμο από τα πριν καιρό της συγκομιδής Του.
Η ρόγα
άγουρο λαχάνιασμα στον στεγνό ανασασμό του μεσημεριού

Σαλεύουν τα φύλλα στου χρόνου το πράσινο
άγγιγμα
παλάμες τρίκλωνες σκεπάζουν τρυφερά τον κρεμάμενο
καρπό
καθώς στις ίνες τους ρέει άφθονος Ήλιος

Ποτίζει χωρίς στο χώμα να χύνεται ο καρπερός
ιδρώτας
μέσα από τα αυλάκια του χθες τον εκχυόμενο στο αύριο μόχθο
στο γρήγορο σκούπισμα του μετώπου ξαπόστασε το σήμερα

Πλεκτά-πλεκτά κι αντικριστά τον σέρνει το αμπέλι
τον χορό
στον ρυθμό του οίνου που βράζει στις φλέβες του.
Η μέθη
η πρώτη είναι της προσμονής, η δεύτερη του πότη
Σταλάζει η δροσιά που σπάει στων ορίων της το φόρτο
μουσκεύει φιλώντας τα αχνά τα χείλη για να μεταλάβουν το αίμα
στην αργή μετουσίωση του ελπίζει ακέραιο το σώμα

Ζυμώθηκε στο χρόνο του Διονύσου το σταφύλι
το χριστό
αγιάζοντας τον ουρανίσκο που αφέθηκε στην τσουχτερή
ροή του
στην τελευτή της η Ανατολή, στην απόσταξή του φτάνει το Κλήμα

ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Ανατολής ανατέλλουσας θέριεψε
το Αγκάθι
αιχμή που πάνω της ισορροπεί του κόσμου όλου ο πόνος
κεντρίζει τον ύπνο μπολιάζοντάς τον όνειρα

Ακτίνα αποσπασμένη από τον ήλιο στην αγκαλιά της γης
κρύφτηκε για λίγο εγκαρτερώντας το βέβαιο καιρό της επιστροφής
μέσα  από την ανάμνηση των σημαδιών που χάραξε η πτώση

Άνυδρη η φύση Του στεγνό το δάκρυ Του το πλήρες
ενάντια σ’ όλους τους ανήλιαγους καιρούς παλεύει ν’ αντέχει
στο όνομα της άκαρπης ακόμη μοναξιάς Του

Γεννιέται μες τα’ Αγκάθι το ρόδο κι όμορφος ανθός
μα πώς να τον αγγίξουν σπάνια είναι που γνωρίζουν τα δάχτυλα
όχι χωρίς να πληγωθούν, χωρίς να τον πληγώσουν

Τ’ αγκαθωτά στεφάνια δεν τα  φορά πια κανείς
στενέψανε από τότε απότομα της οικουμένης τα μέτωπα
γκρεμός το διάβα του λογισμού που χώρεσε τις τύψεις

Τεντώθηκαν οι φλέβες έξω από το σώμα
ακροβατούμε
ψάχνοντας για το χάδι που θα δέσει τις αδιάνυστες αποστάσεις
στην τελευτή της η Ανατολή, στο δρόμο του πορεύεται το Αγκάθι.

ΑΝΑΤΟΛΗ ΕΒΔΟΜΗ
Ανατολής ανατέλλουσας χαρίστηκε
το Όνειρο
της νύχτας στην ημέρα, κλεισμένα σφιχτά
τα μάτια
που ατένισαν φωτερά στον ύπνο τους σκοτάδια

Λυγάει τις ρίζες της να φτάσει τις θαμμένες η ψυχή
μυρίζοντας αναθυμιάσεις ονείρων σμιγμένων με νερό
στη λάσπη κρυμμένο το καθάριο της πρόσωπο

Δεν την είδε ποτέ κανείς του Ήλιου τη σκιά
μα περπατούσε εδώ χάμω ολόρθη γυρεύοντας
καθημερινά
ποιο από τα σώματά μας απέμεινε ως τα τώρα δικό της

Ανδρικό το πρόσωπο ή άραγε ήτανε γυναικείο
που φόρεσε στολίδι ένα γέλιο; ονειρεύονταν
το φιλί
τα δυο για να σμίξουνε στο ένα τον εαυτό τους

Τις σιωπές του ένα παιδί στον ουρανό μετρούσε
βότσαλα επτά στο στόμα του μασούσε πικραμένα
δαγκώνοντας
τον Ήλιο με τα κοντά του νύχια, το όγδοο το κατάπιε

Στο φως λουσμένα υπήρξαν μια φορά τα Πάντα
ευρύπορος της μνήμης ο χρόνος ανακυκλώσιμος
στα όνειρα
τελεύτησε η Ανατολή, την αρχή του βρήκε το Όνειρο

ΔΥΣΗ
Δύει
το ασύλληπτο προσκυνώντας μυστήριο
ο Ήλιος
με την ελπίδα της επόμενης μέρας τον παρηγορεί
η Θάλασσα

Δροσίζεται
η καψερή η πέτρα που πάνω της ξαπόστασαν
πολλοί
στο ωραίο άκουσμα της σερνάμενης με θόρυβο
ησυχίας

Ανείπωτα
φυλάχτηκαν τα λόγια του ανοιξιάτικου πρωινού
ρόδια
σπασμένα στο κατώφλι του νέου χρόνου που έμεινε
αδιάβατο

Ρέει
μα δεν πίνεται το νερό της ζωής το τρεχάμενο
στέρνα
η μήτρα που το κράτησε την Ανατολή να αναβλύσει
δροσερή

Συμφιλιώθηκε
με τη φύση του το Αγκάθι στη μοβ τη θέα
του άνθους
που έσκασε στη μύτη του κορμού του ίδια η Ζωή

Δύουν
και τα Όνειρα για να ανατείλουν άλλα
δύουν
και οι Ανατολές μα εδώ δεν έρχεται ποτέ
η Νύχτα.

Γ. ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ από τη συλλογή της Ελένης Παπαδοπούλου ΔΙΑΒΑΣΗ ΨΥΧΗΣ (εκδόσεις University Studio Press 2003)
ΠΛΑΚΑ II «Ήθελε τους ανθρώπους τόσο πολύ ωραίους που τους ανάγκαζε να είναι»
Σ’ αυτούς που με πιστεύουν
Δυο άγγελοι στο σπίτι μου
ήρθαν απόψε
τους κέρασα γλυκό κρασί
και μέθυσαν με τους πόνους μου

σαν αίμα έρεαν τα δάκρυα
όχι καυτά –ζωντανά

ελαφροπάτητοι έφυγαν
όπως ήρθαν
τυλιγμένοι σα γαλάζια τους μαντήλια
με τις ασημένιες ονειρογραμμές
κουμπωμένοι στα παλτά τους
για να προφυλαχτούν
-όχι από το κρύο-
από τα αδιάκριτα βλεμματα.

απόμερη η στιγμή στο δύσβατο ποτάμι
χάρτινο το καράβι που μούσκεψε η βροχή
υδάτινες οι πέτρες
φράξουν το όνειρο
γρυλίζει ετοιμοθάνατα το κουρδισμένο ρολόι

Στενεύει η ζωή δαγκάνα
για να γυρίσει ο τροχός
να μπει στ’ αυλάκι το νερό
στ’ αμάξι η βενζίνη
τέσσερις οι ρόδες και κυλούν
κανένας στο τιμόνι
γκρίζα η άσφαλτος κι η υγρή
άσπρη η γραμμή
συνέχεια ξεμακραίνει
τρέχει ξοπίσω της ο νους
την ώρα που στην Εθνική οδό
αιφνίδια η στιγμή πεθαίνει

η ζώνη με τη μοίρα της
την είχε –είπανε-δεμένη

Ψυχή ενσωματωμένη
περιοδεύει τον κόσμο
συλλέγει ρωγμές
τον πόνο να στριμώξει
όπως-όπως
και μέσα εκεί
το αλλότριο εγώ της
θε να πνίξει

Να σταθώ
όχι να τρέξω
όχι να πέσω
απλά
για λίγο
μέσα μου να μοω

δε χωρώ

Σμίλευσα, σμίλευσα, σμίλευσα
και εν ήξερα πια
αν φτιάχνω ή καταστρέφω

Τόσο πολύ γιγαντώθηκε
το δάχτυλό μου
που με χώρεσε ολόκληρη
από πίσω

ΠΛΑΚΑ III «έρωτας κι άμυνα: έννοιες ασυμβίβαστες»
Κλειστό κι απόψε το ρημάδι
«μας φέρνει πιο κοντά»
ύστερα σου λένε

κομμένα καλώδια οι δρόμοι
κι οι πόθοι απενεργοποιημένοι
προσμένουν σιωπηρά
δυο χάδια
δυο λόγια γλυκά
για να φορτίσει ξανά
του έρωτα η μπαταρία

ποιος είπε πως είναι εύκολη πια
υπόθεση η τηλεπικοινωνία

Ναυαγισμένες οι λέξεις
όχι στα χείλη σου
μα στην ψυχή μου

έτσι φτάνουν

κι εγώ δεν ξέρω
αν είμαι πια ο ναυαγός
ή το λιμάνι της απαντοχής

Αλλοιωμένα τα πρόσωπα
κοιτούν το ένα το άλλο
δίχως μάτια δίχως λέξεις
μιλούν το ένα στο άλλο
και πνίγουν στο λυγμό
που κυλά απ’ τα χείλη τους
-παράταιρο δάκρυ-
το όνειρο
που διέσωσε το άλλο τους πρόσωπο
το ανεπίστρεπτα χαμένο.

«Στον έρωτα δινόμαστε γυμνοί»
έτσι μας λένε οι ποιητάδες.
Κι εγώ έτσι του δόθηκα
μόνο που οι ποιητάδες
ξέχασαν να πουν
τι όρνια αρπαχτικά γίνονται οι άνθρωποι
σαν σε δουν ανυπεράσπιστο
βορά στα λυσσασμένα μάτια τους.

Α! οι ποιητάδες να πήγαν
άραγε ποτέ
πέρα από το στίχο
να βρουν εκεί
-στης ρίμας το κενό-
το ξεσκισμένο τους κορμί
τρόπαιο αβάσταχτο και περιττό
του έρωτα;


ΤΟ ΣΗΜΑΙΝΟΝ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΣΗΜΑΙΝΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ ΤΗΣ (παρουσίαση συλλογών Ελένης Παπαδοπούλου με ΚΛΙΚ εδώ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου