ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ ΚΟΥΛΑ Ανθολογία

ΤΙ ΘΑ ’ΚΑΝΕ Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΧΩΡΙΣ ΓΡΑΨΙΜΟ:
Γράφω ημερολόγιο γράφω μηνύματα γράφω. Τι θα ’κανε η Πηνελόπη χωρίς γράψιμο; Μ’ αυτό παλεύει τη φθορά, το χρόνο, τη λαγνεία, τον φόβο, την απόγνωση. Τα υφαντά τελειώνουν κάποτε, το γράψιμο κρατάει όσο κι η ζωή μας. Πρόσεξε πώς διαβάζεις τα μηνύματά μου… Να ξέρεις ότι συζητήθηκε δυσμενώς η απουσία σου από τη λέξη της γιορτής κρασιού, -μου ’ρθε να σηκωθώ και να διαβάσω κάποια από τα μηνύματά μου, άλλα σου στέλνω, άλλα σβήνω, άλλα φυλάγω στο προσωπικό μου αρχείο, τόσο ελλειπτικά ενίοτε, είχε συνδράμει και το κόκκινο κρασάκι που μ’ αρέσει. Λείπεις. Αλλά τι Οδυσσέας θα ’σουν αν δεν έλειπες; Γίνεται Οδυσσέας σπιτικός;  (ΓΡΑΦΩ κι άλλα Μηνύματα στον Οδυσσέα από τη συλλογή της Κούλας Αδαλόγλου ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2013 – ART BY Michal Mozolewski)



ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΦΗ
Αγαπημένε μου Οδυσσέα,
έφυγαν όλοι οι μνηστήρες,
άλλους τους τέλεψες και κάποιοι λάκισαν.
Ούτε ένας, να κολακευόμουν έστω.

Δώδεκα χρόνια έγλειφες τις γόβες της –
κοντή κι αλογομούρα.
Στο μεταξύ μεγάλωσα,
σαν μεταλλάχθηκα,
κάθισε η περιφέρεια,
γιάγμα η κορμοστασιά μου.

Γυρνάς και θέλεις γούστα.
Κι εγώ η μεταλλαγμένη υποχωρώ,
σχεδόν χρωστώ και χάρη.
Να ’χα έναν αληθοφανή μνηστήρα, να σε τιμωρήσω.

Επιλογή: Delete

ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΦΗ
Αγαπημένε μου Οδυσσέα,
γράφω στο λάπτοπ που μου πήρες.
Ξεγλιστράς, δεν χάνεις ευκαιρία.
Όμως
ήσουν εδώ σαν ξέσπασε η μπόρα.
Το τεθλασμένο σώμα μου το λάτρεψες
τη σουρεαλιστική μορφή μου ασπάστηκες
αξιέπαινα συντήρησες τον πόθο.

Γι’ αυτό σε συγχωρώ.
Βαθιά χρωστώ ευγνωμοσύνη.

(Έγινε άβολος αυτός ο χώρος
Δεν ξέρω αν θα στείλω το e-mail)

Καινούριο χαμόγελο
παλιό θλιμμένο βλέμμα
γιατί βαθμολογείς τόσο αυστηρά;
Έκανες το τοπίο ερημικό
εκεί που πριν πετούσαν μέλισσες ελπιδοφόρες.

Κι εγώ ονειρεύομαι το σπίτι πλάι στο ρέμα.
Να ’ναι μαλακό το βράδυ
χωρίς παρέα
να είσαι δίπλα μου κι ας μη μιλάς
μόνο, σαν προχωρήσει η νύχτα,
να σηκωθείς και να χαϊδέψεις τη δροσιά
να στρώσεις τα μαλλιά μου και να με φιλήσεις.

Αντιστύλι μου,
λείπεις πάλι.
Πανσέληνος ήδη,
μ’ ένα μικρό κομμάτι φαγωμένο πρώτη νύχτα.

Βρομάει εδώ.
Βρομούν οι λέξεις, τα χνώτα βρομούν, η μοναξιά βρομάει.
Τρελαίνομαι, βγαίνω στους δρόμους.

Σαθρή ισορροπία. Μια λέξη ν’ αφαιρέσεις
καταρρέει πλήρως. Μια λέξη είναι πράξη, λένε.
Αντιστύλι μου, εσύ κρατάς τις φοβερές μου λέξεις.
Λείπεις, κι η ανασφάλειά μου προκλητικά παλατζέρνει.

Το ταξί σταμάτησε απότομα.
Ο άνδρας πετάχτηκε έξω βιαστικά.
Χάζευα από το μπαλκόνι αμήχανα.
Να ’σουν εσύ; Γύρισες μήπως με προλάβεις;
πριν φύγω στο συνέδριο Γυναικών;
Πετάρισε η καρδιά.
Μπα, έφερνε ο ξένος στο σουλούπι σου.
Anyway, θα τα πούμε όταν γυρίσω.
Γι’ αυτό σου αφήνω αυτό το μήνυμα.
Σου ’χω μαγειρέψει –ψυγείο και κατάψυξη.
Ζέστανε, όπως ξέρεις, στο φούρνο μικροκυμάτων.
Μ’ ένα φιλί σε αναμονή,
Πηνελόπη.

Οδυσσέα dear,
ελπίζω να περνά καλά με την ανδροπαρέα σου.
Και να σου πω ότι παρά την άρνησή σου για βοήθεια,
βρήκα τους αριθμητικούς συσχετισμούς που με βασάνιζαν.
Ευελπιστώ, λοιπόν, να ολοκληρώσω το υφαντό που σχεδιάζω.
Με άλλα λόγια τα καταφέρνω και χωρίς εσένα.

Όλο το σπίτι μοσχοβολάει μαστίχα-
μου την έφεραν από τη Χίο.
Μια φούντωση.
Έβαλα μια σταγόνα μαστιχέλαιο στο στέρνο μου.
Έλεγα πως θα επιστρέψεις σήμερα.
Κρίμα που πρέπει να μείνεις κι άλλο στην Ιλλυρία,
γιατί θα κάνεις νέες διαμεσολαβητικές προσπάθειες.

Άκου τι μου είπαν:
σε τούτο το ποτήρι με νερό
κρύβονται μόρια νερού απ’ τους προγόνους μας!
Γι’ αυτό λες βάζουμε γαβάθες με νερό,
να μαζευτούνε οι ψυχές;
Συντηρούν τα μόρια του νερού την ύλη μας;
Αχ, Οδυσσέα, dear,
μου φαίνεται παραλογίζομαι.
Αφήνω το ζεστό νερό να τρέξει πάνω μου,
οι πόροι μου ζητάνε το παρόν
κι όχι το παρελθόν σου.

Re: «Τι δουλειά…»
Τι μήνυμα ήταν αυτό που μου ’στειλες
«Τι δουλειά έχει εκεί ο Τηλέγονος,
να τσακιστεί να φύγει»!
Δικός σου συγγενής είναι στο κάτω-κάτω.
Εγώ σου το ’γραψα πως έρχεται,
φθάνει για καμιά δυο βδομάδες, είπε, δεν με ρώτησε.
Ας φρόντιζες να ήσουν εδώ.

Σιγά μην ξεκούτιανε.
Σε μένα να τα πει αυτά.
Είχε πλευρίσει τη θεραπαινίδα
και να πώς σέρνει το πόδι που πιάνεται η μέση του
και πώς θα πάει στο ταξίδι που τον στέλνουμε,
εκείνη ντεκολτέ ανοιχτό και με κατάλληλο στηθόδεσμο
ολοστρόγγυλο το στήθος,
άπλωσε το χεράκι της, του χάιδεψε παρηγορητικά το μάγουλο
γλάρωσε ο Εύμαιος, φώτισαν τα ψαρίσια μάτια του.
Να ’ρθεις να δεις τι γίνεται.
Του είπα να πάει στο γιατρό και δεν τον άφησα να φύγει.
Πειράχθηκε και μουρμουρίζει.
Έλα και βάλε τάξη.

ΤΩΡΑ ΞΕΡΩ. ΚΙ ΑΝ ΞΑΝΑΦΥΓΕΙΣ, ΘΑ ’ΧΩ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΤΟ ΜΕΣΟΔΙΑΣΤΗΜΑ:
Γερνάς, αγάπη μου.
Γέρνεις, κουρνιάζεις.
Το ταξίδι ξεχνάς.

Την ανημπόρια σου νοιάζομαι

Πώς έζησα τόσον καιρό
μ’ αυτό το πικρό ποίημα στα χείλη
και τα μάτια στραμμένα στο τίποτα.

Έλα πιο κοντά, τα μάτια σου βυθοσκοπούν
την προδοσία μου.

Πώς έζησα τόσον καιρό
δάχτυλα πλήκτρα μηνύματα
ειρωνευόμενη απόγνωση.

Κάθεσαι δίπλα μου
Αγγίζω το απαλό σου T-shirt
τραβώ το δάχτυλό μου
σαν να ’κανα αταξία.

Η βελούδινη κουρτίνα στα βλέφαρά σου.

Γυρνάς αγάπη μου.
Χλιαρή ραστώνη.
Βάζω σημάδια,

μη χάσω τις στιγμές.

Κάθεσαι δίπλα μου
όμως νηστεύεις το ταξίδι.
Φιλιά σαν κλάμα.

Καιρός χωρίς μηνύματα.
Η φωνή σου στ’ αυτιά μου
σαν ψίθυρος σαν καταιγίδα.

Τη φουρτουνιασμένη ακινησία μου
θραύεις επάνω μου.

Τα μηνύματά μου δεν είναι, επιτέλους, ηλεκτρονικά.
Σου τα στέλνει το ωριμασμένο μου πρόσωπο
το νεαρό μου χαμόγελο
τα κυματιστά μου μαλλιά

που ξέρουν
να γεμίζουν τη νύχτα.

Σκοτεινιάζεις, αγάπη μου.
Σούρουπο σκούρο το βελούδο.

Συνεχής ροή τρυφερότητας από τα μάτια σου.
Χαμογελάει το κλαμένο μου σώμα.

Το φως σαν προβολέας πάνω σου.
Σκιές γίνονται  γύρω τα άλλα πρόσωπα.
Σαν σε κάψα κλεισμένοι

στο δρόμο του φωτός χορός οι λέξεις μας

Μπαίνεις στο οπτικό μου πεδίο και
σαν ηλιοτρόπιο
σ’ ακολουθώ

μαγνητισμένη.

Ετοιμάζεσαι να φύγεις
και πονώ.

Και η μικρότερη απομάκρυνσή σου δυσβάσταχτη.

Τόσο δήθεν τυχαία είχα διαλέξει
την πολυθρόνα που σε περίμενα
τη μουσική και το ρούχο

τόσο τυχαία
η συγκυρία του δευτερόλεπτου
τα ακύρωσε όλα.

Πόσο άπιαστα πράγματα κυνηγήσαμε;
Πόσο λίγο φορές-φορές το άγγιγμά σου…
Πεταρίζει το μάτι σου στο αλλού

σφίγγεται η καρδιά μου.

Ποιος είναι αυτός ο Άλλος
που επιμένει να εγκατασταθεί στη σκέψη μου;

Πολυμήχανο σε είπαν, διεκδίκησέ με.

Χρονίσαν τα χιόνια
και μούλιασαν τα καλώδια των αισθήσεων μου

Βρες τρόπο να με ξαναβάλεις στην πρίζα.

Επιβράδυνση: η αλάνθαστη τέχνη της επιθυμίας.

Βελονιά βελονιά
από τα μάτια μου στα μάτια σου
ο έρωτας μας έραψε απόψε.

… Να μου τραγανίσεις ένα ρ στο αυτί

Κράτα με απόψε που χιονίζει
φοβάμαι αυτό το αίμα στην άκρη του ματιού.

Μ’ αφήνεις απόψε που χιονίζει
ως το τέλος του Μάρτη
παγώνει η αγάπη αίμα στην άκρη του ματιού

Εισχωρεί στις ρωγμές που άφησε η μοναξιά μου,
γίνεται υποδόριος ιστός και αίμα ο Άλλος.
Σου το ’χα πει, θυμάσαι;

Έρχεται ο Άλλος
επέλαση ασυγκράτητη.

Γεύομαι στάχτη.

Δίψα. Το φιλί σου τυλιγμένο στο μαντίλι
δεν με ξεδιψάει.

Να με φιλάς
με φόντο μια  δαμασκηνιά
στη στεριά μου ξάπλωσε
ν’ αργήσει το ταξίδι.

Τρέμεις στα χέρια μου απόψε.
Φτερό μέλισσας ο Άλλος,
ένα τσίμπημα στην άκρη των χειλιών μου.

Μπαίνει στην είσοδο
με μάτια φουσκωμένα σύννεφα
για μπόρα
ή για  λυγμό
ο Άλλος.

Είναι πίσω
Κρατάει λεπίδι.
Κόβει τους αρμούς μας
ο Άλλος.

Τον κοιτώ και χάνει τα λόγια του,
ο Άλλος.

Εγκλωβισμένη. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Εσύ κοντά μου αλλά απ’ έξω, ανήσυχος.

Με στήθος που καίγεται ο Άλλος.

Διάτρητη
Ξυπνώ κάθιδρη.
Έρχεται στον ύπνο μου σαν κίνδυνος
ή σαν μεγάλος καημός
ο Άλλος.

Ανοίγω την εξώπορτα, μόνη.
Μπροστά γκρεμός.

Βρέχει, φουσκώνει το ρέμα.
Τα πόδια ου ήδη στο νερό.

Εσύ πού είσαι;

Οριακά φθινόπωρο.
Μια υποψία βροχής.
Γυρνώ μαζί σου σε χώρους που όριζε ο Άλλος.

Απομάγευση.

Σαν να κόπηκε το σχοινί.
Σαν να ’σβησε ένα κεράκι.
Σαν να γύρισε ο διακόπτης.

Ελευθερία.

Ξύπνημα πρωινού.
Δεν πονώ δε φοβάμαι.
Βαθιά, πολύ βαθιά ψηλαφώ την πληγή.

Τώρα ξέρω.
Κι αν ξαναφύγεις, θα ’χω κερδίσει το μεσοδιάστημα
Κι αν πάλι φύγω,
θα ’χω ένα λόγο να επιστρέψω

αν περιμένεις με μάτια πρησμένα.

ΠΙΣΩ ΠΑΛΙ
Όλα τα υπάρχοντά μου μια αποσκευή.
Σαλίγκαρος ή χελώνα.
Γυμνοσάλιαγκος χωρίς αυτά, ευάλωτος.
Μπορεί η βερολινέζικη μπύρα να μην είναι τόσο διαυγής,
αλλά δεν έχω άλλη επιλογή.
Μια στάση, λοιπόν, και βλέπω ύστερα τι δείχνει η πυξίδα.

Άνοιξη μισή, σπίτια  μισά
άνθρωποι με  τετράγωνα κεφάλια και
μετασχηματιζόμενα μέλη
Κι η Wonderland κι ηWonderland;
Το θαύμα είναι κοντά σ’ ότι αγαπήσαμε
σε όσους αγαπήσαμε.
Βουτάω στο σκοτεινό λαγούμι.

Όλα απαιτούν αντίτιμο.
Ένα καλό κομμάτι μυαλού
για ηχηρό πτυχίο.
Μια ισχυρά παυσίλυπη ματαιοδοξία
για ένα διάστημα ναρκωμένης μνήμης.

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΑΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΟΤΑΝ ΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΝ – Ματαιωμένη Υπόσχεση
Της υποσχέθηκα να πάω
του χρόνου το φθινόπωρο δεν θα ’ναι εκεί.
Της υποσχέθηκα.
Μαζεύει τα μαλλιά της
γελάει και περιμένει.
Δεν είναι μόνη. Χιλιάδες
ώρες εργαστηριακές
πετρώματα ορυκτά ακτές βραχώδεις βροχή αιώνια.

Και να η Princes Street και Murrayfield Avenue
τριάντα χρόνια μετά ακριβώς
ίδιες όχι διαφορετικές ούτε γερασμένες
Μα τι λέτε, γερνούν οι δρόμοι;
Και βέβαια γερνούν, παιδί μου,
τι ξέρετε απ’ αυτά εσείς οι νέοι…

Οπότε, παρουσιάζονται ο Νίκος ο Αβραάμ
κι ο  Χαράλαμπος-
σοβαροί καθόλου, με ύφος σκωπτικό των γέρων,
πειράζονται άγρια μεταξύ τους-
τι γυρεύουν στη σκοτσέζικη ομίχλη οι Καϊσερλήδες;-
πώς, θα συνδράμουνε στην αυτονόμηση,
καγχάζω, πάω να μπήξω τις φωνές
μα με κρατάει δέσμια η McFarland
πόση McFarland ν’ αντέξει μια κυρία
για ποια κυρία μιλάτε, αυτό το πλάσμα που παραμιλά
σ’ ένα κλειστό δωμάτιο τίγκα στα μπουκάλια και τα αποτσίγαρα.

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΑΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΟΤΑΝ ΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΝ
Σου πρότεινα ν’ ανταμώσουμε στο Bleibtreu Café,
γέλασες ξινά, ανέφικτο το βρήκες και ειρωνεία.
Κι ύστερα, μέρες Χριστουγέννων,
έλα, σου είπα, στην Αριστοτέλους
στου λούνα παρκ τη ρόδα ν’ ανεβούμε,
μήπως και πιάσουμε κανένα όνειρο αποδημητικό…
Μου είπε να σοβαρευτώ επιτέλους.

Ξέρεις, τα όνειρα αφανίζονται
μόνον όταν τα απορρίπτουν.

ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΩ Η ΜΠΛΑΝΣ ή TASTE OF BROWN SUGAR
Δεν θα γίνω Μπλανς Ντυμπουά του φώναξε
κι έκλεισε πίσω της την πόρτα του καφε.
Τα μαλλιά της κόκκινα ανέμιζαν
οι ρυτίδες βάθυναν
έβρεχε και φυσούσε.
Μένοντας μόνος
έβαλε ακόμα λίγο γαλλικό στο φλιτζάνι του, ζάχαρη σκούρα,
και τράβηξε γερή ρουφηξιά.
Το βλέμμα απορημένο,
ποια να ’ταν αυτή η Μπλανς που του ξεφούρνισε
κι εκείνος ο Κοβάλσκι που του πέταξε νωρίτερα…

Κατέβαινα την κεντρική πλατεία και την ξανάδα,
σύμπτωση,
θα ’χαν περάσει δύο ώρες, οπωσδήποτε,
χιονόνερο κι αέρας,
τα μαλλιά της βαριά απ’ το νερό,
μα όπως ανέβαινε αυτή και με πλησίαζε,
κάπως αργά σαν σλόου μόσιον,
το δέρμα της  πιο νέο έδειχνε η υγρασία
η ανάσα της με διαπέρασε
τα μάτια της εισχώρησαν στα δικά μου

ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΕΙΣ
Ψυχρή νύχτα Γενάρη,
αδέσποτα σκυλιά,
νυχτερινές παρέες αλλοδαπών,
η πλατεία Ρωμαϊκής αγοράς να γίνεται
πλατεία Δικαστηρίων και τούμπαλιν,
κι εγώ το πολύ είκοσι,
να πίνω το φεγγάρι στα μάτια σου.

Ξεροσταλιάζεις γωνία ταβέρνας και καφέ,
έρχομαι και θέτεις θέμα ημερήσιας διάταξης,
επέτειος, κρουασανάκια σοκολάτας
έγκλειστοι μετανάστες στη Νομική
ένας ξενώνας παρακμή στη γειτονιά μου
σέρνεται αθόρυβα η απεργία πείνας.

Μέσα σε λίγα σύννεφα λοξά μηνύματα μου στέλενεις,
προδότρα σελήνη,
όλο μισά και θαμπά, των υπαινιγμών σελήνη.

ΣΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ ΤΗΣ
Τη λένε Αρετούσα.
Παντρεύεται. Παιδί δεν έρχεται.
Εγκεφαλικό.

Κωμόπολη Δ. Φθίνοντα αρχοντικά.
Φθίνουσα Αρετούσα,
με εγκλωβισμένο δια παντός χέρι και πόδι

ΣΤΗΝ ΞΕΡΑ
Ματαιωμένες διαδρομές
ακυρωμένη προσέγγιση
αφανισμένη η γεύση του φιλιού.

Κι εγώ μόριο χαλαζία θαλασσόβρεχτου
ξεβρασμένο στην ξέρα
ενός  πάρκινγκ της Εθνικής

Η ΡΙΤΑ ΑΠ’  ΤΑ ΦΑΝΑΡΙΑ
Η Ρίτα απ’ τα φανάρια.
Χοντρή πλεξούδα ως τα μισά της πλάτης,
ποδήλατο και ροζ μπουφάν.
Τ’ αγόρια γύρω της μαυριδερά και βρόμικα.
Αλλιώτικη αυτή, ξεχωριστή.
Την είδε η Μαρία, λίγο πριν πέσει πάνω της το φορτηγό.

Την είχε δει η Μαρία, και στοίχειωσε τον ύπνο της.
Αν είναι να μείνει κάτι από τη Ρίτα,
ας μείνει σε δυο στίχους, μου είπε.

ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΦΥΓΗ
Ξύπνησα με τούτο το μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια
κι ούτε που ξέρω να το ζωντανέψω.

Τσακισμένοι πάγκοι
θρυμματισμένη πραμάτεια
σκόρπια γυαλιά
λεπτοδείχτες που δείχνουν έναν άλλο χρόνο…

Με την πλάτη στημένη στον τοίχο, χωρίς διαφυγή,
επιμένω να κρατώ τη δυσβάστακτη αγάπη

… πρόσωπα σκούρα
βλέμμα πανικού
φωνή σιωπής
μια μαύρη σκιά πετρώνει στα μάτια…

Σφίγγω στο χέρι μου  μια μοβ χάντρα,
που βρήκα ζωντανή σε μια γωνιά

Στο συλλογικό υποσυνείδητο, ο μεταμφιεσμένος σε φτωχό πρίγκιπα είναι η απόδειξη ότι ο κάθε φτωχός είναι στην πραγματικότητα ένας υπό σφετερισμό πρίγκιπας που πρέπει να ξανακερδίσει το χαμένο βασίλειο του. Ο Οδυσσέας ή ο Γκουερίν Μεσκίνο ή ο Ρόμπιν Χουντ, βασιλιάδες ή γιοι βασιλιάδων ή ξεπεσμένοι ευγενείς ιππότες, όταν θα θριαμβεύσουν εναντίον των εχθρών τους, θα παλινορθώσουν μια κοινωνία δικαίου στην οποία θα αναγνωριστεί η αληθινή τους ταυτότητα. Πρόκειται όμως για την ίδια την προηγούμενη ταυτότητα; Ο Οδυσσέας που φτάνει στην Ιθάκη με τη μορφή ενός γέρου ζητιάνου τον οποίον κανείς δεν αναγνωρίζει, ίσως να μην είναι πλέον το ίδιο άτομο με τον Οδυσσέα που έφυγε από την Τροία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σώθηκε αλλάζοντας το όνομά του σε Κανένας. Η μοναδική άμεση και αυθόρμητη αναγνώριση έρχεται από το σκύλο του Άργο, λες και η συνέχεια του ατόμου εκδηλώνεται μόνο μέσα από σημάδια που τα αντιλαμβάνεται μόνο το μάτι ενός ζώου… Αποδείξεις της ταυτότητάς του για την τροφό είναι τα ίχνη μιας πηγής από χαυλιόδοντα αγριόχοιρου, για τη σύζυγό του το μυστικό της κατασκευής του νυφικού κρεβατιού από μια ρίζα ελιάς, για τον πατέρα του ένας κατάλογος οπωροφόρων δένδρων, όλα σημάδια που δεν έχουν να κάνουν με τη βασιλική καταγωγή του και τον εξομοιώνουν με λαθροθήρα, με ξυλουργό, με κηπουρό… Με τη σειρά του ο Οδυσσέας, ξυπνώντας στην Ιθάκη, δεν αναγνωρίζει την πατρίδα του. Θα χρειαστεί να επέμβει η Αθηνά και να του εγγυηθεί ότι η Ιθάκη είναι πράγματι η Ιθάκη. Η κρίση ταυτότητας είναι γενική στο δεύτερο ήμισυ της Οδύσσειας. Μόνο η αφήγηση εγγυάται ότι τα πρόσωπα και οι τόποι είναι τα ίδια πρόσωπα και οι ίδιοι τόποι. Αλλά και η αφήγηση αλλάζει. Αυτά που αφηγείται ο μη αναγνωρίσιμος Οδυσσέας στο βοσκό Εύμαιο, ύστερα στον αντίπαλό του Αντίνοο και στην ίδια την Πηνελόπη είναι μια άλλη Οδύσσεια, εντελώς διαφορετική: οι περιπλανήσεις που έφεραν μέχρι εκεί από την Κρήτη το πλασματικό πρόσωπο που ο ίδιος ισχυρίζεται πως είναι, η πολύ πιο αληθοφανής ιστορία ναυαγίων και πειρατών από αυτή που ο ίδιος είχε αφηγηθεί στο βασιλιά των Φαιάκων. Ποιος όμως μας βεβαιώνει πως δεν είναι αυτή η «αληθινή» Οδύσσεια; Αλλά η νέα αυτή Οδύσσεια παραπέμπει με τη σειρά της σε μια άλλη Οδύσσεια: ο «Κρητικός» στα ταξίδια του είχε συναντήσει τον Οδυσσέα: ιδού λοιπόν που ο Οδυσσέας διηγείται για έναν Οδυσσέα που ταξιδεύει σε χώρες στις οποίες η Οδύσσεια που μας παρουσιάζει ως «αληθινη» δεν τον είχε ταξιδέψει…[Ίταλο Καλβίνο, Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς] 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου