ΛΟΥΚΙΔΟΥ ΕΥΤΥΧΙΑ (Ανθολογία)

Λουκίδου Ευτυχία-Αλεξάνδρα, Ένας απλός αβάσιμος χρησμός την ώρα που τελειώνουν τα προσχήματα

Μαργαρίτες ταγμένες στη νύχτα των κλειστών βιβλίων και υπνοβασίες παιδικές που βγαίνουν να τις μαζέψουν.  Μ' ένα ασημένιο μαχαιράκι απειλούνε τις λέξεις που αποξήραναν τα πέταλα. Να παραδοθούν τις εξαναγκάζουν  μνήμη, Ιούνιος, φυρονεριά, ενιαυτός   μικρό μου, λιποτάκτες Κι εκείνες ν' αντιστέκονται. Τι δύναμη, τι πείσμα! Γαντζωμένες από μια φράση θεατρικού στο τέλος της σελίδας:   ... άλλοτε ήμουν η φλόγα σου, τώρα έγινα στάχτη... Ξορκίζουν τη μετοικεσία και απειλούν με πυρκαγιές Ποιες πυρκαγιές; Ξέρουν καλά τα όνειρα να υπερασπίζονται τους νεκρούς τους, τους κρύβουν μες στις φλέβες μας, τους φυγαδεύουνε στις λέξεις, σε τέφρα που λαμπυρίζει τους μεταμορφώνουν. Ίσως γι' αυτό και η Ποίηση στα πέρατα όλων των καιρών φλεγόμενους εξαπολύει μονομάχους [ΙΣΩΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟ Η ΠΟΙΗΣΗ Από τη συλλογή Εν τη ρύμη του νόστου (1999)]

Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου καθηλώνει με την αλήθεια της, καθώς στις λέξεις της –ιδιαιτέρως βασανισμένες και ευστόχως τοποθετημένες– μεταγγίζεται η μακραίωνη αλήθεια της θνητότητας των όντων. Λάφυρο επίπονης προσπάθειας προφανώς, απόσταγμα μάχης προσωπικής, αποτύπωμα βιωματικών ενθυμήσεων, η βαθιά αρχέγονη απορία της ανθρωπότητας γίνεται βεβαιότητα στη γραφίδα της, μια βεβαιότητα που αφορά στην περιορισμένη διάρκεια της ανθρώπινης φύσης και στην αδυναμία της να επέμβει στη μοίρα της. «Σκοτείνιασε μέσα μου ξαφνικά η λεμονιά, αναίρεση διεκδικούν τα ειπωμένα και τα μελλούμενα δε μου ζητούν καμιά συμμετοχή…» Δεν είναι μοιρολατρική η θέση της ποιήτριας, τουναντίον, είναι βαθιά πεπεισμένη πως τα ψήγματα της θεότητας, αρχέγονα σπέρματα ευσπλαχνίας και πρόνοιας, ενυπάρχουν στο διφυές του ανθρώπου και έλκονται από τη μαγνητική δυναμική της ομορφιάς. Ο άνθρωπος, αν και φθαρτός, έχει ευλογηθεί με την υπερβατική ικανότητα να ευφραίνεται σε λιγοστές πτυχές ευτυχίας και να αναπαύεται σε χαραμάδες παραμυθίας.

Η ΕΞΑΓΟΡΑ [από την ποιητική συλλογή ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008]
Τόσο πολύ μας τρόμαξε εκείνη η ξενιτειά
που ειλικρινά δεν ξέρουμε
αν οι χειρονομίες κι οι φωνές
κι ο αποκλεισμένος τόπος
όριζαν την απόσταση
ή μήπως οι άθλιοι εμείς
υπονομεύαμε το παρελθόν
ξεπροβοδίζοντας σκιές
σαν ήρωες θεατρικού
στην τελευταία πράξη

Φεύγαν οι μέρες
μας έδιωχνε και η ζωή
κι όμως κοιτούσαμε αλλού
βέβαιοι πως για το θάνατο
τα δάκρυα θα μας είχαν προγυμνάσει.
Ωστόσο
όλες αυτές οι αναίμαχτες πληγές
στένευαν –όσο να πεις – το αγνάντεμα
κι η εξαγορά των τύψεων
ούτε που μας γαλήνευε

Όσο για τις φήμες ότι κάποιος
αποταμίευε τις προθέσεις μας
αβάσιμο ακουγότανε
κι αδύνατο να μας καθησυχάσει.



ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ [από την ποιητική συλλογή ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ, Κέδρος 2012]
Ας μιλήσουμε, επιτέλους, για τα ασήμαντα
Για τα κρυμμένα πίσω από μια πράξη
όπως τα ντροπαλά παιδιά
πίσω από μια φούστα

για τις ρουφήχτρες και τα ηλεκτρόδια

την άνιση πάλη
και τη μάταιη ανταμοιβή

για την απόσταση

Πώς μπλέξαμε νυχτιάτικα
σ’ αυτή τη διαδήλωση;
Και να πεις ότι είχαμε άφθονο καιρό!

Μονάχα χέρια είχαμε
που απλωμένα έτρεμαν
αναζητώντας χειροπέδες
κι ίσως κι ένα προαίσθημα
πως το χρεόγραφο
εξάπαντος θα πληρωθεί
και τα κλειδιά
-το πιθανότερο-
δε θα ταιριάξουνε στην πόρτα

ΜΟΝΑΧΟΣ ΞΕΠΑΓΙΑΖΕΙ [από την ποιητική συλλογή ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 1999]
Κι αν σου μιλάω με χρησμούς
Και ραγισμένες λέξεις
Κι αν στις τεφρές τους συλλαβές
Κοιμίζω έναν Απρίλη
Ή ένα γυάλινο πουλί
Που αρδεύει λάμψεις απ’ τα νέφη

Είναι γιατί ένας άγγελος
Παραμονεύει πάντα
Χτυπώντας τις φτερούγες του
Στο θαμπωμένο τζάμι

Κι άλλοτε κάποιο θρόισμα
Απ’ του μαθητικού παλτού μου
Τα κουρέλια
Τις νύχτες με ακολουθεί
Στ’ αυτί μου ψιθυρίζοντας
Πως στην αυλή της Εκκλησιάς
Στο πέτρινο παγκάκι

Ένας Χριστός που ανέστη
Μονάχος ξεπαγιάζει

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ [από την ομότιτλη ποιητική συλλογή]
Ο θάνατος αποβραδίς μας έφραξε το δρόμο
κι εγώ που από μικρό παιδί
τα έτρεμα τα καλοκαίρια
θα μου έφτανε, έλεγα, μία χειρονομία
ένα ανέλπιστο κλείσιμο λογαριασμών
όπως
όταν γυρίζεις το φλιτζάνι του καφέ
κι όλα τα φίδια, οι εχθροί και οι κλεισμένοι δρόμοι
λειωμένες απειλές κατρακυλούν
μέσα στο νεροχύτη.

Όμως σιδηρουργείο η ζωή
και βάρος αμετάθετο η τελευταία λέξη
όταν σε αίθουσες αναμονής ηλεκτρικές
αδύναμα κορμιά κρέμονται στους καλόγερους
και πανωφόρια αδειανά
μπαίνουν ν’ ακτινοβοληθούν.

Τους μήνες  που κοιμάται ο κάβουρας
κοντεύω να πιστέψω
πως ίσως και να μ’ ακούς
πως κάπως Σε συγκίνησα κι εγώ.
Ύστερα, λέω, θα φταίει που δε γνωρίζω
τη διάλεκτο των περιστεριών
μπορεί το ασταθές του χαρακτήρα μου
ίσως κι εκείνη η καθ’ έξιν υπνηλία μου
τις Κυριακές στον όρθρο.

Όμως κακά τα ψέματα
ήρθε ο καιρός
τον πετροπόλεμο να συνηθίσουμε
τώρα που χτύπησαν μεσάνυχτα
κι η χρυσαφένια άμαξα
ξανάγινε κολοκύθα

ΕΝΑ ΒΑΛΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟ [από την ποιητική συλλογή ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ, Κέδρος 2012]
Όλα ήταν αλλόκοτα
σ’ εκείνο το εγχείρημα
θαρρείς και έπρεπε οπωσδήποτε
να ζευγαρώσουνε για το χορό
η ακροβάτισσα κι ο εγγαστρίμυθος

Η συμφωνία εξαρχής ήταν σαφής:

όσο το κενό θα επέμενε να διαστέλλεται
έγκλειστοι εμείς έξω απ’ τις παγίδες
θα ελεούσαμε μ’ ένα παράφωνο ψαλμό
ό,τι εγκαταλείψαμε
θα στρέφαμε τ’ αναφιλητά
προς άλλες τρικυμίες
κι από φιλότιμο και μόνο
σύμφωνα και φωνήεντα θα κατεβάζαμε
-αντί για κλάμα – από τα μάτια.

Όμως τελείως ξαφνικά
και δίχως μιαν αναγγελία
ένας σκαντζόχοιρος
πήρε τη θέση του εγγαστρίμυθου.

Γύριζε! Γύριζε! της έλεγε

και σε μια ξέφρενη φιγούρα
τρύπησε με τα’ αγκάθια του
της ακροβάτισσας το τούλινο κορμί.

Κι όσο γι’ αυτά που βλέπετε
σε τούτο το χαρτί γραμμένα
δεν είναι παρά –όπως συμφωνήθηκε-
το κλάμα από τα μάτια της.

ΕΙΣ ΜΑΤΗΝ [από την ποιητική συλλογή ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 1999]
Το νυστέρι του χρόνου πάντα κρυμμένο
Στο πέτο των αποχωρισμών
Κι όλοι εκείνοι στην άκρη της μέρας
Που κλαίνε κρυφά
Τυλιγμένοι στην αγρύπνια της μνήμης
Περιφέροντας την εφημερότητά τους
Να εναποθέτουν σε μελλούμενους καιρούς
Ένα μπουκέτο Ιούληδες
Να ψαχουλεύουν στην τσέπη τους
Μ’ ένα κομμένο χέρι
Για εκείνο το χρυσό κλειδί
Που ανοίγει όλα τα χείλη
Και ρέουν φωσφορίζοντας
Τα έγχρωμα φιλιά

ΕΒΑΦΕ ΜΕ ΣΚΟΥΡΙΑ [από την ποιητική συλλογή ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008]
Κάθε πρωί ένα αναιδές φθινόπωρο
μπήγει θαρρείς στο στέρνο μου
ξύλα αγριοτριανταφυλλιάς και πρωτοβρόχια.
Νοτισμένη απ’ το άδειο
κατοπτεύω την κάμαρη
-κάπου εδώ
μπορεί και να ξεχάστηκαν τα γόνατά σου-
τους τοίχους
με καρφωμένο πρόχειρα
τον ίλιγγο των διλημμάτων
να ρίχνουνε τα κάδρα τους
να ταξιδέψουν τα παστέλ
στα έπιπλα και στα χαλιά
κι ελπίδες γενναιόδωρες
πίσω απ’ την τυραννία του χιονιού
το Πάσχα των σωμάτων να μαντεύουν.

Όμως τις νύχτες
σε ξάστερη λήθη αποσύρομαι
τριγυρισμένη μάσκες παγερές
αλλόκοτες γκριμάτσες φιλόπτωχων κυριών
παιδιά που λούζουν με τα δάκρυά μου
τα μαλλιά τους.

Στην αρχή φοβόμουν.
Ένα καβούρι αιμάτινο
έβαφε με σκουριά τα σπλάχνα του πατέρα μου
κοπάδια λύκων ξεχειμώνιαζαν
στα μάτια αυτών που μ’ ερωτεύονταν
και οι σωστές επιλογές
τραβούσαν το σκαμνάκι από τα πόδια μου.

Ύστερα, δε συνήθισα.
Κάποτε θα με πάρω αγκαλιά να με παρηγορήσω
έτσι λεπτά ντυμένη που γεννήθηκα.

ΕΓΩ ΤΟ ΛΕΩ ΔΕΙΛΙΑ [από την ποιητική συλλογή ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ, Κέδρος 2012]
Με την κηλίδα της ερημιάς
σαν φήμη να εξαπλώνεται στο στήθος
πέρασα τοίχο-τοίχο
τα μεσάνυχτα απέναντι.

Κι όχι όπως οι άλλοι
-τυλιγμένοι το μαύρο πανί της σιωπής-
αλλά με ηλεκτροφόρα σύρματα
στην πλάτη μου ριγμένα
για το κρύο.

Έλεγα
δε θα εκμυστηρευτώ πουθενά
το μυστικό συνδυασμό
που δίχως δάχτυλα και χτένες
ξελύνει τα μαλλιά μου.

Και τι κατάφερα;

Ένας φεγγίτης
να πλέει μέσα στον καθρέφτη
ένας καθρέφτης
να πλέει πάνω στο κρεβάτι
ένα κρεβάτι άλιωτο
να φλέγεται στα θαύματα.

Μετά
πάντα και πάντα
εκείνη η γνωστή σχισμή
ίσα-ίσα
για να χωρέσει ένα γράμμα

ΣΗΜΑΤΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ [από την ποιητική συλλογή ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 1999]
Όταν η σιωπηλή ανάσα των ρόδων
Σ’ εκρήξεις λυγμών αναλύεται
Είναι που του Προφήτη η προσευχή
Φεγγίτες ζωγραφίζει μέσα στο χάος
Για να χωρέσει Κύριε
Ο πορφυρός χιτώνας Σου
Ή για να δεις στο σκοτάδι
Τ’ αδιάκοπα σινιάλα
Που ένας κόσμος εφήμερος
Μέρα και νύχτα στέλνει
Σείοντας στα χαλάσματα
Φανάρια ανεμμένα

ΧΗΜEΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ [από την ποιητική συλλογή ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008]
Μπορεί να έφταιγε
εκείνο το χυδαίο πλήθος των τύψεων
που απεγνωσμένα μ’ έψαχνε
στην άκρη της γιορτής
ξεθωριασμένα ρούχα να με ντύσει.

Και δεν μιλώ γι’ αυτό που
η παιδική απελπισία επινοεί
όταν σαν από γλύκισμα κλεμμένο
τρίμματα ερήμου προσπαθείς
κάτω απ’ τη γλώσσα σου να κρύψεις.

Τις αμαξοστοιχίες με τα σβηστά βαγόνια
πολύ μετά ανακάλυπτα.

Μιλώ για όσα προηγήθηκαν
στους κάτασπρους διαδρόμους
που βγάζουνε σ’ ανηφοριές
με οιδήματα λουλούδια
φαινόλης και ιωδίου ευωδιές
και δάση
με φορητούς μεταλλικούς κορμούς
-τσαμπιά του αλουμινόχαρτου-
να στάζουν τα φαρμάκια τους
στο αφελές σου αίμα
να μάθε αυτό που ήθελε οικειότητες
κι άλλα τραταρίσματα
μ’ αυτόν τον ψεύτη θεατρώνη
που πάνω που τα λόγια σου
φαρσί τ’ αποστηθίζεις
έρχεται και –κακήν κακώς-
έξω σε βγάζει από το έργο.

ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΚΑΡΑΒΙ [από την ποιητική συλλογή ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ, Κέδρος 2012]
Πέρα από κάθε υπολογισμό και φαντασία
κατώτεροι των περιστάσεων φανήκατε.
Κι ας είχατε στα χέρια σας
ραβδάκι δυόσμου, τεχνητές αναπνοές
και κάνα δυο ζαχαρωτά.

Πλησιάσατε σαν λυτρωτές
κι αφού κερδίσατε
τη δύσπιστη καρδιά μας
αποσυρθήκατε σε μια γωνιά
και ρίξατε σφυρίζοντας τον κλήρο

«… να δούμε
ποιος; ποιος; θα φαγωθεί
να δούμε
ποιος; ποιος; ποιος; θα τα φυλάει…»

Ποιος;
Μα φυσικά εγώ
κι όχι μόνο τα νώτα μου
αλλά τα ρούχα, τα γραφτά
τα μυστικά μου
κι ό,τι άλλο μπορεί να φυλαχτεί

Άσε που από δω κι εμπρός
θα ανοίγω –ακόμη και στο τρένο- τα παράθυρα
και τότε
όλες οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες
θα γίνονται αμέσως παρελθόν
θα μεγαλώνουν μονομιάς οι νύχτες που έσφαλα
και το ξημέρωμα θα ναυαγεί
σαν πυροβολισμός που ματαιώθηκε

ενώ εγώ
θα ανεβαίνω ατάραχη
μια σκάλα από αναβολές
προτιμώντας για τρόπαιο
μια λέξη άγνωστη τελείως σ’ εμάς
απ’ έναν κήπο με νάνους
και βαρετά θαύματα

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ [από την ποιητική συλλογή ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 1999]
Σαν φωτεινό πλεούμενο διασχίζω νύχτα τις σκιές
Ανταύγειες εωθινές ιχνογραφώ στων παγετώνων το τοπίο
Σώζω τις φλύαρες σιωπές, τα θαμπωμένα όνειρα
Στην πάχνη των φιλιών, τα χρώματα και τη βροχή
Στο άλμπουμ των ματιών σου
Τους καθρέφτες όλους θρυμματίζω
Έκπαγλη ν’ αντιταχθεί του φθινοπώρου η τέφρα

Κι έρχομαι ως τα χρόνια σου

Για ν’ ακουμπήσω βότσαλα, ερωτικές επιστολές
Μια ζωγραφιά του Λόρκα
Και να τυλίξω το αύριο με μαγικές κλωστές
Που έχει στην άκρη τους
Μια ηλιαχτίδα ανθίσει

Μπορεί να έφταιγε εκείνο το χυδαίο πλήθος των τύψεων
H ζωή υπήρξε επινόηση ευφάνταστου αφηγητή που πέθαινε τους ήρωες  μόλις ανακαλύπτανε πως ούτε αυτός υπάρχει…  Στο μεταξύ η πράσινη πόρτα  δεν οδηγεί στο μάθημα της Ωδικής αλλά σ' ένα τραπέζι χειρουργείου όπου βαθύτερα απ' το απρόβλεπτο  η νοσταλγία τεμαχίζει

ΜΙΑ ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ [από την ποιητική συλλογή ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008]
Πρώτο ήρθε το ελαφρό εκείνο σφίξιμο
που επινοούν τα άρρωστα πουλιά
όταν το κίτρινο χιόνι της καρδιάς
για ένα άλλο φως εγκαταλείπουν

Εκεί το τέλος των φιλιών
κανέναν δεν πανικοβάλλει
αφού την τέφρα του καθρέφτη
η αταραξία των αγρών συναγωνίζεται.

Ίσως αυτή να είναι η αιτία
που κάθε απομεσήμερο
αγνώστων παραμιλητά
στο θάλαμό σου προσαράζουν
ραντίζοντας με ομίχλη και με πυρετό
τη χάρτινή σου μοίρα

Γιατί και η ύπαρξη μια καταδίκη είναι
μια εκκρεμότητα με πλάνες στολισμένη
μια διαρκής αναβολή
-θα φεύγαμε, αλλά μείναμε
κάποια συνωμοσία, ξέρετε
μας παίδευε από παλιά
και μήπως άραγε γνωρίζετε
ποιος τάχα να ευθύνεται
γι’ αυτές τις βροχερές
μονότονες διαδρομές
στο πίσω μέρος της ζωής;

ΣΧΗΜΑ ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟ [από την ποιητική συλλογή ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ, Κέδρος 2012]
Κι αν κάποιος τολμήσει ν' απολογηθεί
για όλα τα απρόοπτα και τις παρανοήσεις
κι αν δείξει τη διάθεση
ακόμα και να επανορθώσει
που δεν προέβλεψε για εμάς
κανένα σχέδιο διαφυγής

εγώ και πάλι
θα επικαλεστώ τα λιόδεντρα
απ' το παραθαλάσσιο σπίτι
όταν τη μελανιά του έρωτα
βουβά χρησμοδοτούσαν
– ανάγωγη, αισθησιακή
δραματικά ανυποψίαστη –

ολόιδια με τη μοναχή
εκείνου του πορτρέτου
που ούτε καν στη φαντασία
του Αλεξάντερ Ιβάνοβιτς υπήρξε
όμως υδράργυρος το σώμα της
και – δίχως όχθη ποταμός – το πρόσωπό της 
γλίστρησε
εισχώρησε
δε ρώτησε κανέναν

να απαντήσει σπεύδοντας
σε ερωτήσεις που
δεν έγιναν ποτέ.

ΝΑ ΟΛΙΣΘΑΙΝΕΙ [από την ποιητική συλλογή ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 1999]
Ξαφνικά στην πανσέληνο μιας θλίψης ανάβλυσαν
Εαρινά τα άνθη της αναπνοής σου
Όμως, αλήθεια, αιώνιο τι θα απομείνει, όταν φιλέρημες
Ψυχές βυθίζονται στη νύχτα, όταν ο άνεμος ωθεί την
Καταχνιά στους τάφους κι αιμόφυρτα τα ρόδα
Ξεψυχούν, για να φορούν οι εξώθυρες Μαγιάτικα
Στεφάνια

Στις αιωρήσεις του εκκρεμούς ο πόνος πολλαπλάσιος
Φωλιάζει, εμβατήριο των ωρών που αναχωρούν, ύμνος
Νεκρώσιμος ιερός εξόριστων ονείρων που έστειλαν πίσω
Αδειανή τη βάρκα της επιστροφής, στην αναπόληση του
Έρωτα αποξεχασμένα

Όμως, εκείνος ήδη να ολισθαίνει άρχισε σε γερασμένα
Χέρια και ως σκιά περαστικού να φθίνει βαθμηδόν

ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ… [από την ποιητική συλλογή ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008]
Κατά την πρωινή επίσκεψη
άγνωστοι κύριοι
με μακροχρόνιες σπουδές στην τρομερή
οφθαλμαπάτη της ζωής
κι άνθη βανίλιας ανάμεσα στα δόντια τους
μιλούσαν χαμηλόφωνα
για την τύχη που θα είχαν
οι ανομολόγητες αμαρτίες
τώρα που η σκάλα γινόταν επικίνδυνη
και η Αποκαθήλωση δεν σήκωνε αναβολή

Οι άλλοι μετά θα προσπαθούσαν
ν’ αποσιωπήσουν το συμβάν
και φυσικά μιλώ
για κείνη την Πρωτοχρονιά
που έγειρες απαλά για μια στιγμή στο πλάι
κι ανεξιχνίαστο έμεινε έκτοτε το αίνιγμα

Πώς δηλαδή
ενώ ήξερες ν' ανακατεύεις χρώματα
επέλεξες το συμπαγές λευκό
κι όπως απότομα διακόπτεται η ταινία
και λες
τώρα θα πέσουν γράμματα
τώρα θ' ακούσω μουσική
όμως ο ήρωας tableau vivant
θαρρείς και αφαιρείται
ή δεν μπορεί να θυμηθεί τα λόγια του

Γιατί αλήθεια δεν είναι εύκολη υπόθεση
εκεί που προχωράς κι εσύ μαζί
μ’ άλλους σακατεμένους
ξάφνου στο βάθος ν’ αστράφτουν προβολείς
ο κύριος με το επίσημο κοστούμι
ν’ αφήνει το μικρόφωνο
να ’ρχεται κατά πάνω σου
το χέρι να σου απλώνει φιλικά
-με λένε Φράνκυ να σου λέει
το «Strangers in the night»
έμαθα σας αρέσει.

ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ [από την ποιητική συλλογή ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ, Κέδρος 2012]
Προτείνω αγαπητοί μου για αλλαγή
να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο.
Ποτέ δεν ξέρεις, άλλωστε, τι γίνεται
έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε

Και σταθήκαμε ως τώρα τυχεροί
και πλαγιάζαμε καμιά φορά
δίχως συγχώρεση
ήταν γιατί πιστεύαμε
πως οι αιφνίδιοι αποχωρισμοί
δε θα μας αφορούσαν.

Ένα στασίδι ελεύθερο
πάντα κρατούσαμε γι’ αυτούς
όμως
πόσα εγκλήματα θαρρείς
πως είναι προμελετημένα;

Ελπίζαμε –οι αφελείς-
σε μιαν αναίτια μεγαλοψυχία.
Νιώθαμε κιόλας μιαν ευγνωμοσύνη
που δεν γνωρίζαμε ποτέ
σε ποιον συγκεκριμένα τη χρωστούσαμε.

Μα η απειλή ήταν εδώ.
Κι είναι και τώρα.
Προπόσεις και σφυρίγματα
ουδόλως τελικά την αποτρέπουν.

Για όλα αυτά, λοιπόν, αγαπητοί,
και για μια πρόληψη
ας φάμε απόψε πρώτα
το επιδόρπιο.

ΗΡΩΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ [από την ποιητική συλλογή ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 1999]
Έγειρες επάνω μου
Το βλέμμα των δαχτύλων
Κι αμέσως αποδήμησαν
Σμήνη ονειροβόρα
Απ’ όλες τις αδιάβατες
Του σώματος πλαγιές

Κι ενώ τριγύρω μου
Οι πιερότοι των φιλιών
Ακούραστοι χορεύαν
Σε δροσερό κελάρι
Αειθαλών αναπνοών
Νιφάδες συλλαβών
Ηρωικά αντιστέκονταν
Στην άλωση των λέξεων

ΛΟΥΤΡΙΝΟ ΘΗΡΙΟ [από την ποιητική συλλογή ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ, Καστανιώτης 2008]
Αν δραπετεύαμε από τις πληγές
θα χάναμε μοιραία και το ξημέρωμα

-απότομα κλείνει το βελούδινο κουτί
και δεν ξαναχορεύει η μπαλαρίνα
μα ούτε και ζαλίζεται

και όχι πια στα ψέματα
όπως όταν απ’ τις ρωγμές του ποιήματος
κοιτούσαμε το Θάνατο
ολόφωτες τελείες να χιονίζει

Τώρα απλώς τα σκιάχτρα
από τ’ αστέρια διάτρητα
βαθιά ταράζουνε τον ύπνο του εκμαγείου
όσο εμείς
-άψογοι χρήστες των μεταφορών-
μαζί Του παίζουμε
όπως τ’ ανίδεα παιδιά
με λούτρινο θηρίο.

ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΑΦΡΑΤΟΥΣ ΕΦΙΑΛΤΕΣ [από την ποιητική συλλογή ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ, Κέδρος 2012]
Ο ύπνος μας καμιά φορά τινάζεται ψηλά.
Μισός να ξεφλουδίζει ραγισμένες προσωπίδες
κι άλλος μισός να τρέμει να κρυφτεί
απ’ τους τελωνοφύλακες.

Τον στεναγμό τότε κυκλώνουν νυχτερίδες
κι αυτός
-με σαλεμένα παραμιλητά-
φόβους φοβάται και φοβίζει
και εγκαύματα σταλάζει στα σεντόνια
μέχρι ολοκαυτώματος.

Ίσως αν έλειπαν τα ρούχα απ’ την καρέκλα
αν δεν απέφευγα τον φωτογράφο στα γενέθλια
κι αν έστω για μια φορά δεν έχανα τον δρόμο
μπορεί και να μην μπέρδευα
τα λόγια με τα δάκρυα.

Αύριο
θα σκουπίσω όλη την καταχνιά
από το πρόσωπό σου
και άφοβη θα ξανοιχτώ
σε γάργαρο άσπρο γέλιο.

Ούτε στιγμή μην αμφιβάλετε γι’ αυτό
Όχι όμως τώρα.
Αύριο.



ΠΟΙΟΣ [από την ποιητική συλλογή ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 1999]
Ποιος
Στης νύχτας μέσα
Την παλίρροια
Βγαίνει γυμνός
Και ταριχεύει
Τη λύπη έκπτωτων αγγέλων
Καθώς αδιάκοπα
Χιονίζει στην ψυχή τους
Όπως και στην ψυχή της μυγδαλιάς;

Μάλλον θα έχασα το δρόμο, μονολογούσε ανήσυχη μια Συγκίνηση από το Διφορούμενο Λευκό που εντέλει ήταν Άλλοθι από Άγνωστη Συχνότητα, και πώς να ψάχνω μόνη μου τη σκάλα που βγάζει κατευθείαν στις γιορτές. Να δεις που, πάλι, το πολύ ως τις παραμονές θα φτάσω. Είπε κι ευθύς άνθισαν γύρω τους συρματοπλέγματα κι ό,τι ραγίζει δεν ξανακολλά κι ό,τι με παραμύθια ανατρέφεται γυρνά αλλού το πρόσωπο, σβήνει για τελευταία φορά στην τούρτα τα κεράκια κι ας ήταν χτες που γεννηθήκανε μαζί κι ας είναι τώρα που αλλού άλλοι τους κάνουν να ξεχάσουν… τα συμφωνηθέντα κομμάτια απ’ την ψυχή τους στους κήπους του καλοκαιριού… ένας ασώματος στρατός να πολεμήσει να γραφτεί η άλλη Ιστορία! «Για δες πρεμιέρα, γεγονός σπουδαίο στην ερημιά των ημερών μας! Συρρέουν οι άγγελοι: περούκες χρυσαφικά, επίσημα ενδύματα… Συρρέουν δακρύβρεχτοι και κάθονται να παρακολουθήσουν κάποια παράσταση προσδοκιών και φόβων, καθώς η ορχήστρα ασθμαίνει τη μουσική των ουρανίων σφαιρών» (EDGAR ALLAN POE)


 Η ποιήτρια Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου καθηλώνει με την αλήθεια της, καθώς στις λέξεις της –ιδιαιτέρως βασανισμένες και ευστόχως τοποθετημένες– μεταγγίζεται η μακραίωνη αλήθεια της θνητότητας των όντων. Λάφυρο επίπονης προσπάθειας προφανώς, απόσταγμα μάχης προσωπικής, αποτύπωμα βιωματικών ενθυμήσεων, η βαθιά αρχέγονη απορία της ανθρωπότητας γίνεται βεβαιότητα στη γραφίδα της, μια βεβαιότητα που αφορά στην περιορισμένη διάρκεια της ανθρώπινης φύσης και στην αδυναμία της να επέμβει στη μοίρα της… Το ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ είναι μια απαιτητική συλλογή. Τα ποιήματα της συλλογής θέλουν το χρόνο τους να ξεδιπλώσουν τις αρετές τους: την ακρίβεια και ευστοχία του λόγου, τη λιτότητα και τη μουσικότητά τους. Εν τέλει, όμως, η ανταμοιβή του αναγνώστη, αξίζει με το παραπάνω την προσοχή και το χρόνο που θα διαθέσει

Αναγνώσεις αγαπημένων Ποιητικών Συλλογών με πολλαπλή εσωτερική εστίαση

Εν τη ρύμη του Νόστου  (με κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο): http://deepunctum.blogspot.gr/2014/11/blog-post.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου