ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ Ανθολογία

ΤΡΕΦΩ ΜΟΝΟ ΦΙΛΙΚΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΑΣ:
Προπάντων να φορέσετε κόκκινο κραγιόν. Ιδίως την ώρα της εγκατάλειψης. Χρειαζόμαστε ένα στόμα για να καταβροχθίσει τις λεπτομέρειες. Τώρα που πια δεν λέει σ’ αγαπώ… Όλη η αγέλη οσμίζεται το αίμα, το φεγγάρι ματώνει ως το κόκαλο, αστέρια οστά γεμίζουν τον ουρανό. Η στέπα του μυαλού ερημώνει. Μην ταξιδεύεις μόνος  νύχτα μέσα στα ποιήματα. Το τέλος γράφεται από μόνο του και είναι πάντα σαρκοβόρο... Τον τελευταίο καιρό τρέχω με ξένες νύχτες. Κυλούν με ασημένιες ρόδες προς το Χάος. Δεν οδηγώ τις μέρες μου. Τις βρίσκω βαρετές. Τα απογεύματα θέλουν καινούργια αμορτισέρ. Τόσες πινακίδες να προειδοποιούν για διάβαση πεζών κι ούτε ένα πρόστιμο για ιλιγγιώδη ποίηση.  [Χλόη Κουτσουμπέλη, ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ, ΣΤΕΠΑ και ΤΟ ΠΡΟΣΤΙΜΟ, τρία ποιήματα  από τη συλλογή ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014]
Με λιτά εκφραστικά μέσα, η χαρισματική ποιήτρια σχηματίζει υπερρεαλιστικές εικόνες, με τον χρωστήρα των εξπρεσιονιστών με θέματα τη φθορά, τον θάνατο, την εχθρότητα και την οργή, τη θλίψη, τη ματαίωση, ενώ με τη φαντασία ως πηγή έλκεται από τον έρωτά της και μονομαχεί με ένα άλλο σώμα. Σάρκα με σάρκα, ανάμεικτη με αίμα, ο ένας πάνω στον άλλο/ πεινούσαν και χόρταιναν σάρκα, οι παθιασμένοι εραστές κατασπαράσσουν βουλιμικά αλλήλους εις το όνομα της αρχαίας γνώσης που κατοικεί στα κύτταρα. Την παρακολουθούμε καθώς καταδύεται σ' ένα δάσος αντιθέσεων και αντιφατικών οραμάτων: καθρέφτες που ραγίζουν, στοιχειωμένοι έρωτες που κοιμούνται σε σεντούκια, μικρές αλεπούδες που γερνούν στο σαλόνι, το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου που γεμίζει συνέχεια θάλασσα, μια μουχλιασμένη άνοιξη, που απλώνω για ν' αεριστεί, υποδηλώνοντας έναν ψυχισμό ευάλωτο και ανασφαλή, με ανεκπλήρωτες επιθυμίες κι εμμονές, με μια φρενίτιδα να καταλαμβάνει το ποίημα, ενώ μια άλλη τάξη ονείρων επιβάλλεται σκιαγραφώντας το πορτρέτο μιας βαθιά πληγωμένης γυναίκας, που ανακαλεί ένα παρελθόν συντηρημένο σε κονσέρβα: Και όταν ερχόμουν θα σ' αγκάλιαζα, αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα. Γι' αυτό σου λέω. Μην λυπάσαι. Και στείλε αυτήν την τενεκεδένια απουσία για ανακύκλωση. Η έμπνευση της δημιουργού κινείται μέσα σε ένα αβυσσαλέο υποσυνείδητο. Ένας κόσμος παραίσθησης βουτηγμένος στην ένταση, την ψευδαίσθηση και τη φαντασίωση, μια καταβύθιση και συγχρόνως εξύψωση, ένα οδυνηρό παιχνίδι ανάμεσα στην απόκρυψη και την εμφάνιση, με ποιητικά μέσα το ασύλληπτο και το άρρητο.[Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη]


ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΣΩΣΗΣ (από τη συλλογή ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΙΩΠΗΣ, 1984)
Η μέρα που τρεκλίζει
σέρνοντας το ξυλωμένο της ποδόγυρο,
οι άνθρωποι που σε χαιρετούν,
οι άνθρωποι που χαιρετάς,
η αγωνία να χαιρετάς
αυτούς που σε χαιρετούν,
οι λέξεις που λέγονται
και οι λέξεις που δε λέγονται,
η αγωνία των λέξεων
που δε λέγονται,
όλη η ζωή μας,
η μη ζωή μας,
με κάνουν ντυμένη λέξεις,
να γίνομαι ποίημα,
τελευταία προσπάθεια διάσωσης
για κάτι που ίσως
και νάχει πάψει να υπάρχει.


ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ (από τη συλλογή Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ, 2004) 
Ι
Κατά τα μεσάνυχτα,
μία βάρκα αποχωρεί.
Ένας γέρος καλόγερος
ανάβει χάρτινα φανάρια
που σιωπηλά επιπλέουν στο νερό.
Οι ποιητές επιβιβάζονται αργά,
σκιές που φωσφορίζουν στο σκοτάδι.
Είναι συνήθως ντυμένοι ελαφρά,
(πόσο αναμενόμενο και απρόσμενο
είναι πάντα το ταξίδι),
άλλοι φορούν τριμμένα πανωφόρια
και άλλοι από μετάξι κάπες,
άλλοι τζιν μπουφάν και λιωμένα παντελόνια,
κάποιες γυναίκες φορούν δαντελένιες νυχτικιές,
άλλες μακριά φορέματα και κρινολίνα,
κι άλλες ντυμένες είναι με κοστούμι και γραβάτα.
Η βάρκα γλιστράει αθόρυβα στο αλλόκοτο τοπίο,
το δάσος μισοπνιγμένο μες στη λίμνη,
μπλέκουν τα κλαδιά των δέντρων
τα μακριά μαλλιά των ποιητών,
κι η βάρκα μετεωρίζεται στους κορμούς των δέντρων,
ανάμεσα στις φυλλωσιές και στους καρπούς τους.
Τα νερά της λίμνης είναι ζεστά,
γεμάτα μικροοργανισμούς, θολά,
η λίμνη γουργουρίζει,
κάτι ζωντανό κοχλάζει στον βυθό της.

IV
Όλοι οι ποιητές κουβαλούν
πάνω τους κάτι αιχμηρό.
Είτε μια παλιά καρφίτσα στη γραβάτα,
είτε μανικετόκουμπα ασημένια
που μπήγονται στη σάρκα,
ή κοχύλια μυτερά, ξυράφια,
σπασμένα μπουκάλια από αψέντι,
αλεξανδρινούς κονδυλοφόρους
ή σουγιάδες ναυτικούς
ή μία μόνο λέξη
όπως «λείπεις» ή «μάνα» ή «ποτέ».

ΙΧ
Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;
Γιατί κυκλοφορούν με χέρια ματωμένα;
Γιατί ουρλιάζουν οι ποιητές στις στέγες;
Γιατί έχουν έναν επίδεσμο στη θέση της καρδιάς;
Γιατί τα γράμματα που σκαλίζουν με κόπο στο χαρτί
με πένα, με κονδυλοφόρο, με μολύβι,
αφήνουν μικρά κόκκινα χνάρια από αίμα;


Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ
Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται,
δεν παραδίδει,
μόνο αποχωρεί,
την κατάλληλη εκείνη στιγμή,
που το ρολόι της σάλας
χτυπάει το τέλος.

Τότε η Λαίδη Κ. κατεβαίνει
τη δρύινη σκάλα,
το βαρύ της φόρεμα κυλάει στα σκαλοπάτια,
η Λαίδη Κ. φοράει πάντα
μαύρο βελούδο και μαργαριτάρια στο λαιμό,
οποιοσδήποτε μπορεί να την αγγίξει
έτσι καθώς ανάλαφρα γλυστράει μες στη σάλα,
κανείς ποτέ δεν την αγγίζει,
μαύρο βελούδο φοράει η Λαίδη Κ.
μαύρα βελούδινα τα μάτια της
αστράφτουν στο σκοτάδι.
Ποτέ δεν φωνάζει η Λαίδη Κ.,
ποτέ δεν κλαίει,
τα δάκρυα είναι στολίδια,
που τα φοράει γυμνή
στον καθρέφτη της τα βράδια.

Καθώς η Λαίδη Κ. γλιστράει μέσα μες στον χρόνο
αφήνει πίσω ένα άρωμα πικραμύγδαλου και μέντας
το κολιέ της χαλαρώνει και της πέφτει,
τα μαργαριτάρια πέταλα από άγρια τριαντάφυλλα,
σκορπίζονται στη σκάλα,
η Λαίδη Κ. είναι μόνη,
κανείς δεν την ακούει να ουρλιάζει
το βράδυ στο σκοτάδι.

Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται.
Δεν θα παραδοθεί.
Μόνο την κατάλληλη στιγμή.
Θα λύσει τα μακριά φλογισμένα της μαλλιά
θα πετάξει κρινολίνα και βελούδα,
και ανέγγιχτη έξαφνα
θα γίνει μία μικρή κόκκινη αλεπού
που σαν σπίθα θα χαθεί
για πάντα μες στο δάσος.

ΟΤΑΝ ΜΠΑΙΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ (από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια, 2006)
Όταν μπαίνεις μέσα μου,
το πάπλωμα γεμίζει ρύζι και γαλάζια αυγά.
Μα την ίδια στιγμή,
μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει,
σε κρύο διάδρομο,
σε άδειο σπίτι.

Στην οδό Αγίου Δημητρίου,
ένα κοριτσάκι μου γνέφει λυπημένα.

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΛΥΠΗΜΕΝΟΣ
Ο άγγελός μου είναι λυπημένος.
Δεν έχει σάρκα, δεν ποθεί,
καίγεται μα δεν λιώνει.
Όταν ακούει τη λέξη «σ' αγαπώ»
χαϊδεύει την πληγή ανάμεσα στα πόδια του
και κλαίει.

Δεν ξέρω γιατί ο άγγελός μου είναι λυπημένος.
Σκεπάζει όλη μέρα τους καθρέφτες με σεντόνια
και παίζει σκάκι με πιόνια από πάγο.

Ο άγγελός μου ζει σε χώρα παγωμένη.
Όταν βήχει,
φτύνει αίμα στις παλάμες.
Το αίμα του αγγέλου μου
είναι από χιόνι,
ζει σε φιλιά από χείλη πάντα ανέγγιχτα,
ζει μέσα σε δάκρυα που ποτέ τους δεν κυλήσαν.

Ο άγγελός μου είναι παλιός.
Τις νύχτες μου με χάιδευε κρυφά.
Τα δάχτυλά του από μετάξι.
Ύστερα έγινε απουσία.
Κι αυτός.

Ο άγγελος μου φταίει, ξέρετε.
Που δεν αγάπησα ποτέ κανένα, εννοώ.
Θέλω να πω, ότι πάντα έμπαινε
ανάμεσα σε μένα και τους άλλους,
κι όριζε απόλυτα εκείνη την υγρή πτυχή
ανάμεσα στην επαφή και στο ανέφικτο.

Ο άγγελος μού θυμίζει τη μαμά μου.
Κάθε βράδυ κι αυτός
γλυκά με νανουρίζει
και μετά με ξαπλώνει
στη ματωμένη κούνια μου.

«Κοιμήσου.»

ΤΟ ΧΑΡΤΙΝΟ ΦΙΛΙ
Με χάρτινα χείλη φιλάει ο ποιητής,
με χάρτινα δάχτυλα αγγίζει.
Όταν όμως ερωτεύεται,
πηχτή και κόκκινη η καρδιά του
κυλιέται ζωντανή στο χιόνι.

ΡΟΤΟΝΤΑ
Ροτόντα.
Μεσημέρι προς βράδυ.
Ψιχαλίζει μικρά πουλιά.
Δεν με αγγίζεις.

Είσαι ολόκληρος μέσα μου.

ΑΛΧΗΜΕΙΑ
Πρώτα την ύλη, αρχέγονη.
Φωτιά, νερό, αέρα, χώμα.
Ύστερα κορμί, όχι όμως οποιοδήποτε.
Προσοχή στον πόνο.
Ένα κουταλάκι την ημέρα αρκεί.
Αλάτι ας έχει άφθονο,
ας γίνει αλυκή από χρόνο νεκρό.
Πολύ πικρό, δεν πρέπει νάναι,
ούτε όμως και πολύ ζαχαρωμένο
από σιρόπι ψευδαισθήσεων.
Καλύτερα γλυκόπικρο,
σαν επαφή που έμεινε ανέπαφη,
σαν όνειρο που έπαψε να ονειρεύεται,
σαν ένα κορμί που αστραπιαία
συνάντησες σε ξέστρωτο κρεβάτι,
ενώ το μόνο που ήθελες
ήταν το χάδι στα μαλλιά.
Ύστερα το καίμε
σε δυνατή φωτιά,
ενώ συγχρόνως προσποιούμαστε πως ζούμε,
(στο μεταξύ η ψυχή είναι ακόμα ζωντανή
και σπαρταράει στο βραστό νερό)
και κάπου σ’ ένα σύμπαν μακρινό
ένα μικρό παιδί
κοιτάζει έξω από το τζάμι τις νιφάδες
που το χωρίζουν απ’ τον κόσμο.
Και τότε ξαφνικά και μαγικά,
η σάρκα μετατρέπεται σε ποίημα.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ
Όλοι οι μνηστήρες φορούν την ίδια μάσκα,
τραγόμορφοι σκύβουν πάνω μου
και με χαϊδεύουν
με δάχτυλα γεμάτα δαχτυλίδια.
Πού να’ ναι τώρα ο Οδυσσέας,
πόσοι μικροί σταλακτίτες
παγώνουν σ’ ένα δάκρυ,
γιατί ο ουρανός κοιμάται πάντα
με τα μάτια ανοιχτά,
γιατί ο Οδυσσέας είναι ξένος
και το όνομά μου Πηνελόπη
και δεν έχω δική μου ούτε στεριά, ούτε νησί,
ούτε πόλεμο να πολεμήσω,
ούτε Δούρειο Ίππο να κρυφτώ
γιατί το φεγγάρι έχει πάντα ένα πρόσωπο κρυμμένο
σ’ ένα πηγάδι χωρίς βυθό;
Γιατί τέλος ότι ποίημα και να υφάνω
έχει για κλωστές βελούδινες γυναίκες
που λάμπουν για λίγο στο σκοτάδι
πριν σβήσουν για πάντα στην σιωπή;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Σωπαίνεις.
Σε λευκό μανδύα τυλιγμένος
μου διδάσκεις πόνο και ηδονή.
Τεράστιος ορθώνεται, πατέρα,
ο ίσκιος σου επάνω απ’ το βωμό.
Εραστής και ξένος
ο αγαπημένος δήμιος.
Βλέπεις, οι σκοπιμότητες.
Το διαζύγιο, ο ούριος άνεμος,
τα πλοία που δεν έφυγαν ποτέ
για την χαμένη Τροία,
ο χρόνος που σταμάτησε,
ο θάνατος που με νυμφεύεται
αντί του Αχιλλέα.
Κόκκινος ο μανδύας σου από αίμα.
Κι’ εσύ φοράς το μαύρο σου καπέλο
στρίβεις ατάραχος το πόμολο της πόρτας.

Το μόνο που χρειαζότανε ήτανε μία θυσία.

ΣΤΙΓΜΗ-ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ
Μεσάνυχτα.
Δώδεκα φαλακροί καλόγεροι σε ψάχνουν μες στη νύχτα.
Φόρα το γυάλινο γοβάκι σου
και πήδα στο κενό.

ΠΗΤΕΡ ΠΑΝ
Πέτα μαζί μου μεσ στη νύχτα
κορίτσι από δαντέλα,
πάμε στην χώρα του Ποτέ
να βρούμε τα παιδιά που χάθηκαν
κι εκείνα τα άλλα,
που πονάει τόσο να τα βρούμε.
Στη χώρα του Ποτέ Ξανά
τα παιδιά δεν μεγαλώνουν,
ντύνονται Ινδιάνοι,
και χορεύουν γύρω από την πληγή.
Στη χώρα του Ποτέ Χωρίς
τα παιδιά δεν έχουνε μαμά,
ρίχνουν στις φλέβες τους χρυσόσκονη
για να πετούν και να ξεχνούν.
Έλα μαζί μου Γουέντυ των δακρύων,
(γι’ αυτό άλλωστε σε επέλεξα,
είσαι επίτιμος δοκιμαστής δακρύων,
ξέρεις τη γεύση και το χρώμα τους
και την παράξενη οσμή της νοσταλγίας),
σου υπόσχομαι λευκό, ατόφιο πόνο,
υπόσχομαι να σε εγκαταλείψω
να πετάς μόνη με την λευκή σου νυχτικιά
πάνω από το παλιό ρολόι του Λονδίνου,
(οι δείκτες του έχουν για πάντα σταματήσει
την ώρα που η μαμά εγκατέλειψε το σπίτι),
μα για αντάλλαγμα
θα σου χαρίσω ένα ποίημα
από χρυσόσκονη και αίμα
και βραδινό αεράκι του Λονδίνου.

ΤΟ ΚΟΥΤΣΟ
Θα παίξουμε κουτσό
είπε η Μαρία στον Μανώλη
κι όποιος νικήσει,
θα δείξει στον άλλο την πληγή του.
Ύστερα παντρεύτηκαν.
Η Μαρία φορούσε νυφικό από βροχή
κι η εκκλησία ήταν από λάσπη.
Πάνω στο κλαδί ενός δέντρου
δυο περιστέρια από στάχτη
κουνούσαν λυπημένα το κεφάλι
για τα ανθρώπινα μάταια παιχνίδια.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ
Τον συνάντησε στο δάσος.
Γυμνός ήταν, κυνηγός.
Κυνηγούσε λέξεις.
Τις αιχμαλώτιζε με απόχη,
τις βαλσάμωνε δικές του.
Δεν του μιλούσε.
Καθόταν δίπλα του αθόρυβα.
Φορούσε μενεξεδένια κι άσπρα
φορέματα και κρινολίνα
από άχνη και κανέλα.
Αυτός την κοίταζε κρυφά,
ενώ συγχρόνως κυνηγούσε
τη λέξη «απέχω» ή τη λέξη «νοσταλγώ».
Αυτή είχε μικρούς καθρέφτες νάρκισσους
πάνω της κεντημένους,
παγίδευαν το βλέμμα προς τα έξω
ή ίσως δεν τολμούσε να κοιτάξει
την άλλη γυναίκα
που δίπλα της πνιγόταν σε πηγάδι.
Ύστερα αγαπήθηκαν.
Ο κυνηγός αγάπησε τη λέξη «αγάπη»
κι αυτή τον κυνηγό μες στους καθρέφτες της.

ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ  από τη συλλογή Η αλεπού και ο κόκκινος χορός, 2009)
Καθίσαμε απέναντι.
Τα δικά μου πιόνια ήταν σύννεφα.
Τα δικά του σίδερο και χώμα.
Αυτός είχε τα μαύρα.
Σκληροί, γυαλιστεροί οι πύργοι του
επιτέθηκαν με ορμή
ενώ η βασίλισσά μου
ξεντυνόταν στο σκοτάδι.
Ήταν καλός αντίπαλος,
προέβλεπε κάθε μου κίνηση
πριν καλά καλά ακόμα την σκεφτώ
κι εγώ παρόλα αυτά την έκανα,
με την ήρεμη εγκατάλειψη αυτού
που βαδίζει στον χαμό του.
Στο τέλος τέλος ίσως με γοήτευε
το πόσο γρήγορα εξόντωσε τους στρατιώτες
τους αξιωματικούς, τους πύργους, τα οχυρά,
τις γέφυρες, τον βασιλιά τον ίδιο
πόσο εύκολα διαπέρασε, εισχώρησε και άλωσε
βασίλεια ολόκληρα αρχαίας σιωπής
και πως αιχμαλώτισε εκείνη την βασίλισσα από νεραιδοκλωστή
που τόσο της άρεσε να διαφεύγει
με πειρατικά καράβια
στις χώρες του ποτέ.
Ναι, ομολογώ ότι γνώριζα από πριν πως θα νικήσει.
Άλλωστε γι αυτό έπαιξα μαζί του.

Γιατί, έστω και μία φορά, μες στη ζωή
αξίζει κανείς να παίζει για να χάσει.

Ο ΛΥΚΟΣ
Τρώγαμε ήσυχα την σούπα μας
αυτός κι εγώ,
οι δυο μας, μόνοι.
Έξω χιόνι, μέσα σιωπή.
Ένα ρολόι ρυθμικά θάβει τον χρόνο.
Ξάφνου ακούγεται ουρλιαχτό
και έξω από το τζάμι
βλέπω να χάσκει
το στόμα ενός λύκου
σάλια και αίμα.
Πίσω από το γυαλί
ακούω την ανάσα να κοχλάζει
μυρίζω την λαχτάρα του.
Πριν ο άντρας προλάβει να αντιδράσει,
ένα προς ένα πετάω όλα μου τα ρούχα
την πόρτα ανοίγω
και αφήνομαι γυμνή
να με ξεσκίσει.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Η γυναίκα ξαναγύρισε.
Κόκκοι σκόνης αιωρούνται στο τραπέζι,
τα παιδιά τρώνε πρωινό,
ο άντρας διαβάζει εφημερίδα,
κανείς δεν την προσέχει
που βηματίζει ανάλαφρα
που ζυμώνει το ψωμί
που βάζει την τσαγιέρα στη φωτιά.
Όλα είναι ίδια όπως παλιά.

Κανείς δεν παρατηρεί
την γαλάζια λωρίδα ουρανού
πάνω στα μαύρα της μαλλιά.

ΤΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ 
Είμαι ένα σκιάχτρο που φοβάται,
διώχνω τους εφιάλτες
και τους έλκω,
το βράδυ χαϊδεύω τα σκοτάδια
το πρωί κουνώ τα χέρια στα πουλιά.
Είμαι ένα σκιάχτρο που φοβίζει,
στην έρημο μιας σχέσης με ανθρώπους.
Με τα χέρια μου- τσουκνίδες
ξεσκίζω το πρόσωπό μου
και τους άλλους.
Μα κάτω από τα άχυρα
και την σκισμένη μπλούζα
ένα κοράκι κρύβω,
στιλπνό,
μαύρο,
μόνο,
το πιο έρημο κοράκι,
την καρδιά μου.

ΤΑ ΜΑΤΙΑ
Δεν είναι τα μάτια παράθυρα
ούτε καθρέφτες της ψυχής.
Είναι άγρια σκυλιά που αλυχτούν.
Η αγάπη δεν είναι ροζ ζάχαρη
ούτε ο έρωτας αρρώστια
που βήχει διακριτικά
κι αφήνει αιμάτινες κηλίδες
στο δαντελένιο μαντήλι της Κυρίας
που ύφαινε Καμέλιες.
Δεν έψαχνε η Έμμα Μποβαρύ
άντρες για να αγαπήσει,
κυνηγούσε μόνο την χαμένη της ψυχή.
Κι όταν τελειώνει μια ιστορία
οι άνθρωποι θάβουν τα κομμάτια τους στον κήπο
και κάθονται στα αραχνιασμένα τους τραπέζια
ενώ η Μις Χάβισαμ τους υποδέχεται
φορώντας το μουχλιασμένο νυφικό
ενός γάμου που δεν μπόρεσε ποτέ.

ΧΩΡΙΣ
«Θα ζήσεις χωρίς»
είπε η μάγισσα
και μου έδωσε το φίλτρο
«τα κοχύλια σου θα γίνουν χέρια για να γράφεις»
«Μα χρειάζομαι τα χέρια για να αγγίζω
μικρές μοβ ανεμώνες να χαϊδεύω
τα μάτια του να ψηλαφώ
τις σκιές στα βλέφαρα κουπιά
το σώμα του να κολυμπώ».
«Δεν κατάλαβες λοιπόν»
είπε η μάγισσα
και το πρόσωπό της ράγισε
χίλιες μικρές ρυτίδες.
«Τα χέρια σου θα γράφουν
αυτά που ποτέ σου δεν θα αγγίξεις».

Η ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ (από την ποιητική συλλογή ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014)
Παρακαλώ καθίστε.
Το φόρεμά μου είναι χάρτινο.
λήγω σε περιορισμένο χρόνο
Δεν θα υπάρξουν δράματα.
Μόνη μου απαίτηση να ταΐζετε τις χήνες.
Τρων μικρά δάκρυα σε κονσέρβα.
Βέβαια ίσως μία θάλασσα
δεν συμπεριλαμβάνεται στα σχέδια
μία λίμνη ασφαλώς θα επαρκούσε
αλλά συγχωρείστε μου μία τελευταία υπερβολή
Σηκώνω το λευκό μου μεσοφόρι.
Η επέμβαση ολοκληρώθηκε ταχύτατα.
τρέφω μόνο φιλικά αισθήματα για σας.
Η πολυθρόνα περιμένει τον επόμενο πελάτη

ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ
Όλοι εμείς οι συγγενείς
είχαμε φέρει ντόρτια
στο παιχνίδι με τα πούλια
παγώνει σε μονά φλιτζάνια όμως ο καφές
στο καφενείο χωρίς όνομα
στην οδό Αρίστου Τέλους.
Εκλεκτική συγγένεια λοιπόν σημαίνει
κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι
ενώ σε ειδική αίθουσα υποδοχής
σερβίρεται κονιάκ και κουλουράκι.
Στον προθάλαμο κάποιος χτυπάει νούμερα
στο μπράτσο εραστών που γίναν δήθεν φίλοι.

Γιατί άραγε λαχανιάζουμε άδικα μέσα στους αιώνες
εμείς οι εκλεκτοί εκλεκτικοί
χωρίς γένος χωρίς φύλο
που τρέχουμε γυμνοί μέσα σε γυάλα
που σμίγουμε κρυφά φθηνά και με ντροπή
σε παχιά μαξιλάρια από πούπουλα
κύκνων που ραμφίζουν
για λίγο στην σιωπή
για πάντα στο κενό.

Όλοι εμείς οι συγγενείς
που στο λήμμα αγάπη
διαβάζουμε πάντα λάθος
το συνώνυμο

ΜΙΑ ΣΧΕΔΟΝ ΠΕΙΣΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ
Φέτος δεν υπήρξαν εποχές.
Στεκόμασταν στη διάβαση
με ένα βαρύ παλτό
και όταν περνούσαμε απέναντι
ήταν πια Άνοιξη
και πετούσαμε
τα ρούχα στον αέρα.
Αλλόκοτος και ο χρόνος.
Σε ένα λεπτό
είχαν περάσει έξι μήνες
και το καταλαβαίναμε μετά
απ’ τις ρυτίδες από ρετσίνι
στους κορμούς των δένδρων
και τις μικρές αλεπούδες
που γερνούσαν στο σαλόνι.
Μα η μεγαλύτερη ανατροπή
συνέβαινε στον χώρο.
Συστέλλονταν και διαστέλλονταν
οι πλατείες, οι δρόμοι, τα στενά
οι διευθύνσεις άλλαζαν
και μέναμε με αγνώστους
σε σπίτια με λαίμαργες ντουλάπες
που έτρωγαν τσάντες και παπούτσια.

Γι’ αυτό κι εγώ λοιπόν
σκόνταψα στην σκιά μου
το πόδι μου παγιδεύτηκε
στην μαύρη της δαντέλα
κι αστραπιαία υπέθεσα
πως μ’ αγαπάς ακόμα.

ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΤΕ
Από την άλλη χώρα που ζω
σ’ ακούω ν’ αναπνέεις
πάνω από δρόμους και κτίρια και ποτάμια
μικρές πεταλούδες ο ύπνος σου
κι ανησυχώ
αν είναι μαλακά τα όνειρά σου
νεογέννητα πουλιά
μες στη φωλιά τους
και τρέμω μήπως κάποιο θελήσει να πετάξει
και πέσει κάτω και χτυπήσει.
Γιατί ο χωρισμός είναι απόφαση
η αγάπη όμως
συνέχεια χωρίς διακοπή.

ΟΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
Για να ξορκίσεις στοιχειωμένο έρωτα
δεν αρκεί να ξαραχνιάσεις το δωμάτιο
να δεθείς γυμνός με ωτοασπίδες
σε κατάρτι σπιτιού που επιπλέει
να υιοθετήσεις κοράκι υπηρέτη
με μαύρη ρεντιγκότα και στιλπνά παπούτσια
για να επιμεληθεί της νεκρικής πομπής.
Οι στοιχειωμένοι έρωτες
κοιμούνται σε σεντούκια
με το ένα μάτι μισόκλειστο
σε αργή αναμονή.
Δεν βιάζονται ποτέ.
Ξέρουν πως το παιχνίδι τους ανήκει.
Πως σε κάθε αναμέτρηση
είναι αυτοί οι βέβαιοι νικητές.

Την κατάλληλη στιγμή ξυπνούν
και μπήγουν τα λευκά τους δόντια
στην καινούργια σου ζωή.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Κι αφού τόσο φοβάσαι
να με χαρείς ολόκληρη
-ποτέ όλη μαζί-
ποτέ τρομακτική
μες στην ολότητά μου,
(και στήθος και μυαλό
και αλάτι και νερό)
από μένα πάρε τα πόδια
τα ολισθηρά μου πέλματα
που αφήνουν τα ίχνη τους
στο βούτυρο,
τους μηρούς και τους γλουτούς
κι εκείνη την εγκοπή στο γόνατο
από το φερμουάρ γοργόνας.
Διπλό το όφελος εξάλλου.
Χωρίς τα πόδια μου
πώς θα μπορώ να διαφεύγω στα ποιήματα;

ΑΚΡΩΣ ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΙ ΑΠΟΡΡΗΤΟ
Ότι υπήρξε Συμπαιγνία
όλοι πια το καταλάβαμε
ότι αυτό το σώμα δεν είναι απλό κορμί
άβυσσος είναι που πεινάει
το εμπεδώσαμε
ότι έπρεπε να φτύσουμε τότε τα κουκούτσια
γιατί το Μήλο ήταν διωγμός
και όχι ευτυχισμένη απόδραση
από γαλήνιο εφιάλτη
το γνωρίζουμε καλά.
Ότι δεν είμαι το πλευρό ή
η δεξιά σου άτρωτη φτέρνα
αλλά γυμνή κι εγώ
καταδικασμένη να σε ψάχνω στους αιώνες
μέρος κι αυτό της γνώσης που δεν έπρεπε.
Πρέπει να φύγω πάλι.
Από το θάνατο του έρωτα
προτιμώ την μοναξιά.

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ
Υπήρξε λάθος του κατασκευαστή απ’ την αρχή.
Ο κήπος ήταν ναρκοθετημένος με μήλα
που εύκολα αναφλέγονταν
Η Κιβωτός είχε ρωγμές και βούλιαζε
Η ποσότητα ελπίδας που διοχετεύτηκε
στην αγορά ήταν ελαττωματική
Κι όμως υπήρξαν άνθρωποι μέσα στους αιώνες
παράλογα κι ανόητα γενναίοι
που αψήφησαν τν βέβαιη ήττα
άγγιξαν ξένο κορμί, δικό τους
άλλη ψυχή, οικεία
και με ένα φιλί
σταγόνα βουλοκέρι
σφράγισαν το χρόνο

ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΩΜΑ
Το έλεγαν ζευγάρωμα και γινόταν στο σκοτάδι.
-Πώς το ξέρεις;-
αρχαία γνώση που κατοικεί στα κύτταρα
εκσφενδονίζεται στο αίμα,
το λέγαν συνουσία,
σώμα με σώμα
πνιχτές κραυγές, πονούσε
σε παλιά εργοστάσια σε ρημαγμένα σπίτια
μέσα στα ερείπια
ο ένας πάνω στον άλλο
πεινούσαν και χόρταιναν σάρκα
-ήταν τότε το τέλος;
Αυτού που αποκαλούμε τώρα.
Και κανείς ποτέ δεν αισθανόταν.
-Τι θα πει η λέξη;
Θα πει γνωρίζω το όνομά σου
Εκείνο το παλιό
αναγνωρίζω σε σένα το δελφίνι
τον λύκο το σκαντζόχοιρο
τα ημερεύω και τρίβονται πάνω μου
Θα πει σου χαρίζω τα μάτια μου
Θα πει δώσε μου τα χέρια σου να αγγίξω.
-Και κανείς ποτέ δεν αισθανόταν;
Μόνο κάτι γραφικοί.
Είχαν στην παλάμη χαραγμένους χάρτες.
Έψαχναν λέει την Επαφή.
-Τι θα πει η λέξη;
Δεν ξέρω, εγώ από τότε έγραφα
Ατέλειωτοι πάπυροι
στη βιβλιοθήκη από μελάνι
Ήμουν τυφλός και ποιητής
Δεν ήξερα. Δεν έμαθα.

ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΤΑΝΓΚΟ
Κοιταζόμαστε στα μάτια.
Βάδισμα, στροφή, σταμάτημα.
Κρότος από γυαλιστερά λουστρίνια.
Πετώ τη μαύρη μου μαντίλα.
Βγάζεις το κεντητό γιλέκο.
Εσύ διευθύνεις, εγώ ακολουθώ.
Ένα βήμα μπροστά
Σ’ αγαπώ
Δυο βήματα πίσω
τελειώσαμε
ένα βήμα στα πλάγια
Πάλι μαζί;
Τριπλός βηματισμός
φλερτάρουμε ξανά
κουνάμε τους γοφούς,
διασχίζουμε την αίθουσα
ώσπου Volcado λες, ανατροπή
κι ύστερα σιωπή.
Μόνον ο ήχος
που κάνουν
τα σκουλαρίκια
καθώς θρυμματίζονται στο πάτωμα.

ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ
Κόβω μ’ ένα ψαλίδι την παιδική μου ηλικία,
δύο μαυρόασπρα κοριτσάκια
που επιπλέουν θολά
θρυμματίζονται στο πάτωμα.
Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή
ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ;
Μία φωτογραφία σπαρταράει
ασημένια και στιλπνή μέσα στη γυάλα της.
Είναι παράξενο πως κάθε φορά
τα λέπια που αφαιρώ
τα εντόσθια τις μνήμες τα πτερύγια
όταν βάζω σο φούρνο το κεφάλι
και μετά κόβω προσεκτικά φέτες τις φλέβες
θυμάμαι πιο βαθιά.

Κόβω μ’ ένα ψαλίδι το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου
αυτό που γεμίζει συνέχεια θάλασσα
Μη έλεγε η μαμά
Μη βάζεις το χέρι κάτω από το λευκό φουστάνι
το κλειδί γυρνάει μία πόρτα
ένα σπίτι περιστρέφεται
κρατά στο χέρι τα κόκκινα παπούτσια.

Η μαμά και ο μπαμπάς χαμογελούν
ο αδελφός από πίσω μου σφίγγει το χέρι
εσύ με προδίδεις ξανά και ξανά
κι εγώ σ’ ένα δωμάτιο με εγκαταλείπω πάλι.

Κόβω με ένα ψαλίδι αυτό το ποίημα.
Κορμί είναι μπορεί δικό σου,
μπορεί κάποιου ξένου
από αυτούς που κοιμάσαι και χάνονται.


ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΙΙ (δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο)
Περίμενα, περίμενα
xωρίς κορμί, μόνο ψυχή-καπνός για την εστία.
Είχα βέβαια και το κέντημα για παρηγοριά.
Ύστερα ήταν κι οι μνηστήρες
όμως έπληττα θανάσιμα με τα χοντρά αστεία.
Κάποια ανακούφιση ο Τηλέμαχος,
όμως κι αυτός έψαχνε τον πατέρα.
Ένα βράδυ έκανα έρωτα με έναν υπηρέτη.
Το σώμα του ζεστό ψωμί
έσταζε μέλι και κρασί.
Δεν με πείραξε που έγινε.

Μόνο ότι πεισματικά η Ιστορία το αγνόησε.

ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ (δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό Poetica)
Σε κάθε καθρέφτη
υπάρχει πάντα ένα είδωλο
που κρύβεται από πίσω.
Κανείς ποτέ δεν νοιάζεται γι αυτό.
Γυάλινη γλιστράει η ζωή του
στην αθόρυβη επιφάνεια.
Κανείς δεν το αγγίζει
κι ούτε κι αυτό αναγνωρίζει
τον ξένο που κάθε φορά
στέκεται μπροστά του.
Μηχανικά μιμείται τις κινήσεις.
Όταν ο ξένος σηκώνει το δεξί
αυτό κινεί το αριστερό
όταν ο ξένος βήχει
αυτό κoυνάει άηχα τα χείλη.
Μόνο όταν το σπίτι ερημώνει,
το είδωλο παίρνει το ξυράφι
το ακουμπά στις φλέβες των καρπών του
έτσι για να νιώσει ότι είναι ζωντανό.
Όμως μόνο κενό αντικρίζει απέναντί του.
Γι αυτό με προσοχή κοιτάξτε τους καθρέφτες.
Αν είστε τυχεροί,
μπορεί και να το δείτε.
Πίσω από το πρόσωπό σας.
Το είδωλο που ουρλιάζει.

Η ΑΛΙΚΗ ΚΕΡΔΙΖΕΙ (δημοσιευμένο στο περιοδικό Παρέμβαση)
Αφού έχασε το Α η αλίκη
για μέρες ένιωθε λειψή
έχασε τις χώρες και τα θαύματα
τους πλουμιστούς λαγούς με τα ρολόγια
τα μανιτάρια που άλλοτε γίνονταν ομπρέλες
κι άλλοτε μικρές λακκούβες στην βροχή.
Τώρα ποιος άντρας θα την προσφωνήσει
ποιος θα την χρησιμοποιήσει ηρωίδα
σε ιστορίες με κουνέλια
και τραπουλόχαρτα στρατιώτες
αθόρυβη ανύπαρκτη θα μείνει η ζωή της
αυτά σκεφτόταν η αλίκη
με το μικρό ανυπεράσπιστό της α
ώσπου έξαφνα μια άγρια λυτρωτική χαρά
φούσκωσε μες το λάμδα της
και για πρώτη φορά
κυλίστηκε μέσα στην γνώση της ελευθερίας της.

ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ (ανέκδοτο)
«Είναι μια παράνομη γυναίκα»
Είπε ο νούμερο ένα δικαστής.
«και πρώτα πρώτα δεν φοράει βέρα»
κατηγόρησε ο δύο
κουνώντας την γκρί περούκα του με στόμφο.
«δεν έχει τίτλο ιδιοκτησίας»
«ούτε σφραγίδα στον μηρό»
οι τρία και τέσσερα που ήταν δίδυμοι
μίλησαν ταυτόχρονα
και ανέμισαν την μαύρη τήβεννο
έτοιμοι να πετάξουν.
«Διαθέτει το κορμί όπως και την ψυχή ελεύθερα»
ξερόβηξε ο πέμπτος λυπημένα
γιατί έπασχε από χρόνια δυσπεψία.
«Και το χειρότερο:ποιήτρια»
καταδίκασε ο έκτος και το διπλοσάγονό του
τρεμούλιασε με φόβο,
«ξέρετε από εκείνες που προφητεύουν τα μελλοντικά δεινά
ή χώνουν το κεφάλι μες τον φούρνο
ή ταξιδεύουν με το Όριεντ Εξπρές
πίνοντας τσάι σε ανύπαρκτα φλιτζάνια».
Αυτή τους άκουγε διαβάζοντας τα χείλη
γιατί η συχνότητα των λόγων τους δεν έφτανε στ’ αυτιά της,
άκουγε μόνο το τρέξιμο της χελώνας
που έτρεχε να προφτάσει τον λαγό
ή τον ήχο που κάνει ένα μπουμπούκι που ανοίγει.
Ύστερα έκοψε ήρεμα με το μαχαίρι το ένα στήθος
και πορτοκάλι το πρόσφερε στους δικαστές.
Το όνομά μου είναι Αντιγόνη,
φώναξε θαρραλέα
κι αυτός είναι ο δικός μου τρόπος ν’ αγαπώ.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΧΩΡΟΥ (ανέκδοτο)
Σε ένα κιβώτιο μου έστειλες τα πράγματα.
Την πουκαμίσα, την θήκη των φακών,
το ποίημα που έγραψες για μένα,
τον πίνακα που θα κρεμούσαμε στον τοίχο
τον κενό χώρο στην ντουλάπα σου
τα άδεια ράφια με τα βιβλία φαντάσματα.
Φαντάζομαι πως όσο τακτικά και αν δίπλωσες
δεν μπόρεσες να χωρέσεις το κρεβάτι,
όλο φούσκωνε σαν αερόστατο
και πετούσε μακριά.
Ούτε κι εγώ έχω όμως χώρο πια γι αυτά.
Η αποθήκη μου βλέπεις,
είναι γεμάτη νεκρά φθινόπωρα
και άχρηστα «για πάντα»
με χαλασμένα ελατήρια.

ΤΗΣ ΝΕΚΡΗΣ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑΣ (ανέκδοτο)
Δεν το έκανα από πρόθεση, ορκίζομαι.
Μα σαν την είδα σαν ξωτικό
να τρέχει με γυμνά τα πόδια
προς εμένα,
νόμισα θα διαπεράσει την καρδιά μου.
Γι αυτό έριξα το βέλος.
Άλλωστε εμείς οι κυνηγοί του Βασιλιά
στο θέλημά Του υπακούμε.
Η πινακίδα το έγραφε ολοκάθαρα:
"Όχι πριγκίπισσες στο δάσος με τα μούρα"

ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ ΙΙ
Είναι μήνες τώρα
που παίζω σκάκι
στην αίθουσα ενός πύργου.
Δύο ξυλόγλυπτες καρέκλες
ένα τραπεζάκι από μάρμαρο
και η σκακιέρα φιλντισένια.
Ο υπηρέτης αποσύρεται
κι εγώ πετώ τα ρούχα μου στο πάτωμα.
Μένω γυμνή και εκτεθειμένη.
Μάτια σαν βεντούζες
κολλημένα στο ταβάνι,
η αναπνοή ασθματική.
Κινώ πρώτα τα πιόνια,
ύστερα τους αξιωματικούς,
μετά τους πύργους
αφήνω τελευταία την βασίλισσα,
έτσι κι αλλιώς έχει χάσει κάθε αξιοπρέπεια
καθαρίζει φασολάκια
κλαίει και
κάνει έρωτα με ξένους στην σοφίτα.
Κάθε Σάββατο παίζω σκάκι
στην αίθουσα ενός πύργου.
Σε μια σκακιέρα που τα πιόνια είναι μόνο μαύρα.
Και ο συμπαίκτης μου απών.

Πηνελόπη ΙΙΙ 
Γνωρίζει πια πως
δεν είναι οι ανόητες Σειρήνες
που τραγουδούν νομίζοντας πως κάνουν τέχνη
ούτε η γερασμένη Κίρκη
με τον πόθο
καταχωνιασμένο σε ασκούς για πάντα σφραγισμένους
ούτε κάποια κακομαθημένη Ναυσικά
εγκλωβισμένη σε λάθος ηλικία
με άσπρες κάλτσες και φουστάνια παιδικά.
Ούτε οι Λαιστρυγόνες και οι Λωτοί είναι αυτοί
που τον κρατούν μακριά της.
Ούτε οι συντεχνιακοί μικροθυμοί του τάχα Ποσειδώνα
και τα μπλεξίματα με τους παλιούς συντρόφους.
Γνωρίζει πια η Πηνελόπη
το τελευταίο μήνυμά της θα μείνει αναπάντητο,
δεν θα ξαναμιλήσουν πια,
η λογική του υπαγορεύει να μείνει μακριά της,
παντού ολόγυρά της
μνηστήρες πίνουνε ρακή
κυλιούνται σαν λιοντάρια στην αρένα
αρσενικά που οσμίζονται τον πόθο
και με τα βέλη τους ορίζουνε τον χώρο.
Και ο Οδυσσέας;
Δεν τον θυμάται πια η Πηνελόπη.
Μόνο πως με έναν άγνωστο κοιμήθηκε ένα βράδυ
Και όταν τον ρώτησε ποιος είναι
αυτός απάντησε: «Ο Κανένας».

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ (ανέκδοτο) 
Ακολουθούσα τα χαραγμένα μονοπάτια
η Σφίγγα γελούσε και τρανταζόταν η άμμος
ο αδιάφορος γεννήτορας ξεψυχούσε μες στο αίμα του
η μητέρα τις νύχτες κοιμόταν στο κρεβάτι μου
και κάναμε ανίερα παιδιά
περπατούσα
με δύο, με ένα, με τρία,
με χίλια πόδια
γονατιστός, όρθιος, σκυφτός.
Δεν είχα πόλη, ούτε γένος
τα σπίτια που έχτιζα γκρεμίζονταν
οι πάπυροι που αντέγραφα καίγονταν στις βιβλιοθήκες.
Μόνο η αγάπη μου είπες κάποτε στο τρένο.
Μόνο αυτή δικαιολογεί αυτό το τραγικό αστείο.
Το αλάτι συσσσωρευόταν πάνω μου,
σιγά σιγά γινόμουνα μια στήλη.
Η αγάπη φώναξες και μέσα από τον χρόνο
τα σκονισμένα τζάμια, τα τοπία αιώνες αστραπή
μου έτεινες το χέρι σου.
Και έλυσες το αίνιγμα.

Η Χλόη Κουτσουμπέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1962. Σπούδασε νομική στο Α.Π.Θ. Ποιητικές συλλογές: ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΙΩΠΗΣ, 1984, εκδόσεις Εγνατία, Η ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΑΛΑΙΝΑ 1990, εκδόσεις Βιβλιοπωλείου Λοξίας, Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ της λαίδης Κάπα 2004, εκδόσεις Νέα Πορεία, Η ΛΙΜΝΗ, ο ΚΗΠΟΣ και η ΑΠΩΛΕΙΑ 2006, εκδόσεις Νέα Πορεία, Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΙ Ο ΚΙΚΚΙΝΟΣ ΧΟΡΟΣ, 2009, εκδόσεις Γαβριηλίδης, ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΠΙΑ ΝΩΡΙΣ 2012, εκδόσεις Γαβριηλίδης, ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ 2014, εκδόσεις Γαβριηλίδης. Μυθιστόρημα: ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ 2002, Εκδόσεις Παρατηρητής. Θέατρο: ΟΡΦΕΑΣ ΣΤΟ ΜΠΑΡ, 2005, Εκδόσεις Πάροδος. Έχει συνεργαστεί με τα λογοτεχνικά περιοδικά Παρατηρητής, Ρεύματα, Εντευκτήριο, Ν. Πορεία, Πάροδος, Εμβόλιμον, Πλανόδιον, Μανδραγόρας, Κουκούτσι, Πόρφυρας, Ένεκεν, Δίοδος, Νέα Ευθύνη καθώς και σε ηλεκτρονικά περιοδικά όπως το e-poema, το poeticanet, το diastixo, το ΠΟΙΕΙΝ, η ΘΡΑΚΑ, Bibliotheque και άλλα. Κυκλοφορούν στο διαδίκτυο οι τέσσερις πρώτες ποιητικές της συλλογές σε e-book καθώς και δύο ακόμα ηλεκτρονικά βιβλία με τίτλους "Απαγόρευση κυκλοφορίας" και "Η κρυφή ζωή των ποιημάτων" με ποιήματά της και φωτογραφίες του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου ποιητών. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Ιταλικά και δημοσιευτεί στο ιταλικό περιοδικό Voce de la luna, στα Βουλγαρικά (περιοδικό Πάροδος τεύχος 47) στα Γερμανικά και στα Γαλλικά.

ΜΗΝ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙΣ ΜΟΝΟΣ ΝΥΧΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΓΙΑΤΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΡΥΠΙΕΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου