ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ Ανθολογία

ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, η αποφορά του ονείρου: ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ,  ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ ΜΕ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ:  
(Το σχόλιο) Ο κήπος πάνω μου, είπα, η για πάντα θάλασσα… (το όνειρο) Κήπος νυχτερινός περνούσε, αναδυόταν απ’ τα ύφαλα της μνήμης. Δύναμη ήθελα, χρειαζόμουν οπαδούς. Ε, σεις, στο περιβόλι είπα, ομήλικοι, συκιά βασιλική, μυρτιά στο ρέμα με το μαύρο σου κοτσύφι. Άκληρε φοίνικα, ευκάλυπτε με τη σιωπή, ροδιά, γαζία, έφηβα κορίτσια, αιθεροβάμον, ονειροπαρμένο γιασεμάκι. Ε, συ, πορτοκαλιά που απορροφάς το φως μου, αγιόκλημα, που προχωράς τυλίγοντας το φράχτη εν αρώματι αγιότητος… Στάθηκαν, μου ξαναδόθηκαν. Συντελεσμένη ομορφιά ως το χαμό της (η ερμηνεία) Είμαι εσύ, ο Κήπος. Τα γραφτά σου, τα γραμμένα σου. Καλλιεργείσαι, εδώδιμη και φαρμακευτική σε όλη την ατονική κίτρινη κλίμακα της λύπης. Παράγεις άνθη ανίδεα του ανείδωτου λευκού, καρπούς μελίσαρκους κι άλλους στιφούς, μελανοπύρηνες. Σκιές που κρύβουν τη δική σου μεγαλώνεις κι άφθονο πράσινο να επιστεγάσει τα έργα σου!  [ΘΩΜΑ,  ΕΩΤΗΙΔΟΣ ΜΑΡΤΥΡΟΣ  από την ποιητική συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΔΙΠΛΟΥ ΧΡΟΝΟΥ που περιέχεται και στο Μικρό Ανθολογιο ΤΙΜΑΛΦΗ–Art by.... )



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ασφαλής ο κόσμος και το σπίτι
Με μικρά παράθυρα που βλέπουν σε παράθυρα
Που βλέπουν σε παράθυρα.
Κατοίκησα σεμνά.
Κρύβοντας σαν αισχρές φαντασιώσεις
Την καρδιά μου, τα νεφρά και τα έντερα
Τον εγκέφαλο, το συκώτι, τους πνεύμονες
Το κουβάρι των νεύρων,
Την ντροπή των εκκρίσεων
Την πρόθεση, την πράξη και το αίμα τους.

Εμένα και το λάθος πνεύμα
Που χτυπιέται με στριγκλιές
Μες στο μπουκάλι του.
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

Ο ΚΑΘΑΡΜΟΣ
Το κίτρινο φωσφορίζοντας στο κεφάλι
Στο σκοτάδι το φεύγοντας, είναι ο Τράγος.
Και η έρημος είμαι.
Και στην αρχή μου,
Συνωστισμός,
Ο περιούσιος λαός κοιτά
Χαιρέκακος και τρομαγμένος-
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ
Κρέμεται στα παντζούρια πλαταγίζοντας
Έρχεται και σε ύπνο βαθύ τον κοιτάζω αλύπητα
Με το διπλό κεντρί στο μέτωπο
Πονώντας στις συμφύσεις μας.
Αυτός αέρας μαύρος από τρύπα κόκκινη
Εγώ το μπαμπάκι στα ρουθούνια
Κι η αποφορά του ονείρου.
Αυτός το σκυλί που ουρλιάζει
Και μακραίνει το σώμα μου
Αυτός το Αβγό
Εγώ η Νύμφη
Αυτός η Μύγα
Αυτός Εγώ.
Θανάσιμα αποχρωματισμένος, και απομυζώ
Πράσινο το πιο τοξικό
Από την ίριδά μου-
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

ΑΚΡΟΒΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ των δένδρων και της μνήμης που έχουν μια κίτρινη εξουθένωση:
Εγώ να φεύγω, είν’ αργά
Έγινα τελικά ένα μονοδιάστατο συναίσθημα
Εσύ βυθίστηκες. Απλώνουν κύκλοι
Κύκλοι φιλικοί, κύκλοι γύρω στα μάτια μου
Το παιχνίδι του ρολογιού, το χείλος του πηγαδιού
 
Οι εποχές, το φοβισμένο ποντίκι τυλιγμένο στην ουρά του
Τέλος πάντων, ένα σοφό σχήμα
Μια αναπόδραστη θέση, τέλος πάντων, εγώ
Πρέπει όπου να ’ναι για πολύ να κοιμηθώ.
Α, καλά, να κι η νύχτα με τα σκυλιά της
Με διασχίζει. Στην παράνομη περιοχή μου.
Η ερημιά, δε
Ανοίγεται ευφάνταστα, σαν την χα-
Σαν την ουρά του παγωνιού.
Συνωστίζονται κιόλας τα πλάσματα από παγωνιά
Κρυστάλλινα, λαμπερά, πεντακάθαρα.
Θα μ’ αγγίξουν να σπάσουν 
Θα μιλήσω να σπάσουν.
Ακροβατώντας πάνω στις δύσκολες έννοιες
Των δέντρων και της μνήμης
Τα δέντρα, έχουν μια κίτρινη εξουθένωση.
Πρέπει όπου να ’ναι
Για πολύ να κοιμηθώ.
(αποσπάσματα από τη συλλογή της Πυλίνας Παμπούδη  ΣΧΕΔΟΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ

Η ΣΧΕΣΗ
Δεν έχω τίποτα να πω και σε κανένα.
Εξάλλου, δεν υπάρχω
Μέσα στη σαρκοφάγο σχέση
Που αφουγκράζομαι.
Όμως Αυτός, είναι σχεδόν εδώ
Γιατί ανασαίνει και θαμπώνει
Στα χείλη ο καθρέφτης
Ή θυμάται συχνά
Με απαλά χτυπήματα απ’ τον αφαλό
Παθητικά σε παγίδα
Ανάμεσα στη λαστιχένια μάσκα
Και στα πλαστικά οστά-

Γελάω γοερά
Ξέρω πως θα υπάρξω
Πότε θα υπάρξω
Κάποτε, παραλύοντας, παραληρώντας
Όταν μαζί σε οργασμό
Τιναχτούμε στο χάος
Θρυψαλιάζοντας το φόντο
Με τα πιτσούνια, τα άνθη
Και τα χρόνια πολλά –
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

Η ΓΕΝΝΗΣΗ
Βγαίνω τη νύχτα διψώντας
Δεν έχω μάτια σχεδόν πουθενά
Σέρνομαι με τις στρεβλωμένες ρίζες μου
Πάνω απ’ το χώμα.
Κρατάω άλιωτο
Μόνο το ερωτικό μου στόμα με το αίμα του
Το άγνωστό μου φύλο

Και σε βαθιά εγκατάλειψη αναπαράγομαι
Ο πρώτος απ’ το τέλος του είδους μου –
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

Η ΒΑΦΤΙΣΗ
Φοβάμαι.
Την επίκληση να μην ξεχάσω, την επίκληση
Κι είναι κιόλας καιρός που δεν μ’ ακούω μέσα
Επειδή κοιμάμαι, λείπω ή εξημερωμένος
Γλείφομαι
Με διαλείψεις επιθυμώντας τον άνθρωπο
Που κι αυτός δεν υπάρχει.

Θορυβώ ηλίθια, κινδυνεύω
Τ’ όνομά μου να μην ακούσω, τ’ όνομα
Που στο φως ήταν αλλιώς
Και στο σκοτάδι πρήζεται
Που καθηλώνοντας τους άλλους, έντρομο,
Θα μ’ απομαγνητίσει –
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

ΠΑΛΙ και ΠΑΛΙ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ (φαύλο) ΚΥΚΛΟ:
Απομακρύνεσαι, είπε. Τ’ αρνητικό ενός παιδιού
Σε ξετυλίγει μαύρο απ’ τη μαύρη παραλία.
Κάποτε, θα εμφανιστεί ξανά, αλλού
Υπάρχουν τόποι συναντήσεων
Και τόποι πανικού εκκενωμένοι.
Θα ενωθείς ξανά, αλλού,
Με κάποια άλλη προβολή
Γωνία μεσημεριού και απογεύματος.
Πάλι θα ζήσεις και δεν θα ζήσεις, είπε
Κι ό,τι σου διαφεύγει εξ’ αρχής θα χρεωθείς.

Πάλι και πάλι, σ’ αυτό τον κύκλο.
Θ’ αγγίζεις την απορροφητική επιφάνεια
Των εικόνων, και θ’ αφαιρείσαι.
Και θ’ αφαιρείσαι συνεχώς από το ένα.

Και σε στημένο παιχνίδι θα κερδίζεις
Και θα χάνεις
Πάλι και πάλι, είπε
Τις αισθήσεις σου.
(...)


(Παυλίνα Παμπούδη Από το Ο ΕΝΟΙΚΟΣ]

Η ΤΡΙΑΔΑ
Ο Άγγελος στο ξύλο. Τρίζω.
Γυρισμένα μέσα μου τα μάτια του.
Τρυφεροί άσπροι βολβοί-
Στον αμφιβληστροειδή
Ήδη, αργά,
Ο άλλος γαλαξίας εντυπώνεται-

Ο Προφήτης στο κήτος. Εξεμώ.
Διαλυμένο το φάσμα του σε κύτταρα φωνήεντα
Τα πράσινα, τα μαύρα, τα συριστικά-
Στα ουράνια σώματα, στα πάνδημα σώματα
Η αφροδίσια μόλυνση απλώνει-

Ο Ποιητής στο κλουβί. Κρώζω.
Χτυπιέται στα κάγκελα,
Το φτερό μου αναφλέγεται
Χτυπιέμαι στα κάγκελα, η γλώσσα του σκίζεται.
Το κρανίο του ανοίγει. Αδειανό.
Το μυαλό μου φωσφορίζει στη φορμόλη-
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

ΤΟ ΕΡΓΟ
Τώρα περνάω
Στον τόπο τον πιο αδειανό κι από γαλάζιο
Όπου δονούν τον αέρα αιχμές ίσκιοι
Και στις παραμορφώσεις τρέμει η εικόνα.
Τώρα εξορκίζω τις μαγνητικές φωνές
Ν’ ανασυρθούν απ’ τους κρατήρες, τώρα,
Άφωνος στην περιφορά των αργών πλανητών
Κατευθύνω τις εκπομπές σχημάτων
Που αλλάζουν
Εξαπολύω τις συχνές επιδρομές των κτηνών.

Άφωνος, ο μισός χτισμένος στο πλευρό μου
Δείχνοντας μόνο την αριστερή μου όψη
Την κατεστραμμένη
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

Αναδεύει ακόμα μια σφηκοφωλιά μες στους καπνούς. Αίσθηση διαυγής: Το νευρικό τικ του ρολογιού. Η αδιάκοπη μηχανική πορεία προς την άλλη μέρα. Κι όλα ανεπανόρθωτα. Από στιγμή σε στιγμή. Ανεπανόρθωτα.
(Πώς άλλαξε λοιπόν ο άνθρωπος
Όταν τον νοίκιασα
Δεν υπήρχε κρεατομηχανή εδώ
Ούτε χτισμένη πόρτα, ούτε αυτά
Τα μπουκάλια με τους απογόνους.
Γεμίζει ολοένα χαμένα αντικείμενα. Αζήτητα.
Ο χώρος του, είναι πια σύμπτυξη χρόνου.
Οπισθοχωρώντας
Σιγά - σιγά εντοιχίζεται. Κατάπληκτος.
Μ’ έναν επίδεσμο στα μάτια, όπου
Λεκέδες αμνησίας απλώνουν.)
(13ο απόσπασμα Από το ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ, 1980)

Όμως, ονειρευότανε κρυφά. Την νύχτα, σε παλίρροιες. Τον άλλο που γράφει. Και δεν ξέρει γιατί. Στην καθορισμένη ώρα, πάντα, προδίδοντας.
(Έξι και στην κατάψυξη
Λάλησε ο κατεψυγμένος κόκορας.
Είναι πολύ νωρίς, είναι πολύ αργά
Να κοιμηθώ ή να ξυπνήσω.
Αν με ζητήσει κανένας άλλος διάβολος
Θα είμαι εδώ γύρω. Στο μολύβι μου.)
(15ο απόσπασμα Από το ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ, 1980)

ΦΤΥΝΕΙ ΣΤΟ ΔΑΠΕΔΟ. ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΚΡΗΞΗ. ΕΚΤΟΞΕΥΟΝΤΑΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ,  ΞΥΛΑ, ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΜΕΛΗ ΚΙ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ  
 (Ήρθα ζητώντας μου μια θέση. 
Την έχουν καταλάβει. Καταλαβαίνω.
Ο Υπηρέτης, ο Υπάλληλος, ο Μαστρωπός
Ο Άνθρωπος απ’ το Γραφείο Στοιχημάτων
Ο Ηθοποιός, ο Ιδιοκτήτης, η Μητέρα.
Η ακρόαση τελείωσε. Εδώ και δέκα χρόνια.
Όμως θα περιμένω. Μνησίκακα.
Στον υπόνομο αναμονής.
Να τους δω να αμείβονται. Κυρίως την Μητέρα.
Στο μεταξύ, καταπίνω
Θανατηφόρες δόσεις λέξεις
Παίζω το κουρδιστό μου παιχνίδι
Μ’ αυτό το κεφάλι που ήδη λάμνει ήρεμα
Κι απομακρύνεται
Ανάμεσα σ’ αυτά, τα ήδη τυμπανιαία μέλη.)
(17ο απόσπασμα Από το ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ, 1980)

Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ
Θα σκίσεις τη σελίδα. Την Τετάρτη θα κοιμάσαι.
Με το φτερό καρφωμένο στο λαιμό
Με το μενεξελί σου αίμα
Και το μαύρο σπέρμα μου
Με στεγνωμένα τα ούρα στα μάτια σου.

Κι ο πλανήτης θα δύσει με βοή
Στον ανατιναγμένο εγκέφαλο.

Και κενό το κενό θα πληρώσει:

Σκοτάδι θα γίνει και δεν θα ’χει να κρύψει
Θα τρέμει η γη και δεν θα υπάρχει
Φωτιά θα λυσσάει και δεν θα ’ναι φωτιά
Νερά τα νερά θα αφανίζουν

Και θα πέσει θάνατος
Και δεν θα υπάρχω ο θάνατος
Να δοξαστώ-
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Κι όμως ξεκίνησα απ’ το νερό.
Χάνοντας λίγο λίγο
Τα βράγχια μου, τα λέπια μου
Και τα φτερά
Τις ύποπτες κεραίες, τις φολίδες
Το μισό μου τρίχωμα
Τ’ αγκάθια μου, τα νύχια και τα δόντια μου
Τέλος, το ραχοκόκαλο.
Γυρνώ τώρα στο κύμα κι η θάλασσα σε κώμα
Βρίθει νεκρούς
Μ’ αδύναμες κατάρες εξατμίζεται.
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

Ο ΔΕΙΠΝΟΣ
Κάποτε αποσύρονται
Οι μελαγχολικοί συνδαιτυμόνες
Στη μέση μένει το σώμα
Μισοφαγωμένο.
Απ’ τα λειψά πλευρά σηκώνεται
Μια μικρή θύελλα δωματίου
Κι αποφλοιώνει τα έπιπλα, τα ακούω
Να τρίζουν να γογγύζουν και ν’ ανάβουν
Να βυθίζονται τα μισά στο χαλί
Και τ’ άγρια στο ταβάνι

Ο χώρος διαστέλλεται

Χωράω
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Κι αυτό το κάτι γρατζουνά τον ύπνο μου
Τώρα που ξαφνικά όλα τα εννοώ
Και τ’ αντέχω.

(Αμέσως τότε, ξημερώνει.
Γίνονται σωροί στάχτης τα βουνά.
Ένας αναίτιος άνεμος σηκώνεται)

Το θα του θανάτου
Θάλλει στο φως
Καθώς ένα Χι
Από ψυχή
Βήχει
Απαρηγόρητα.
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Το αίμα του από τρεις μέρες, πάλι ζωντανό.
Με απειλές τρέφει τα’ άπληστα ρύγχη
Που ανοίγονται στο σώμα μου. Με τρόμο
Πνίγει τον οξύ μου ήχο στο στερέωμα.

Με σώζει
Καθώς στον ανεστραμμένο κόσμο
Γρυλίζει προχωρώντας η σκουριά-
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

Η ΑΝΑΛΗΨΗ
Εγώ. Και στον καθρέφτη
Εγώ του άλλου κόσμου.
Μονοδιάστατος, χωρίς αέρα, χωρίς ήχο.
Γρατζουνώντας να βγω. Μη-

Χα. Να πάλι η πέτρα του αναμάρτητου.

Το ράγισμα βουίζει κυκλικά.
Δραπέτευσα.
Κανένας πια.

Μόνο αυτή η συνεχής χρυσόμυγα.
[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977]

ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΕΚΕΙΝΗ ΚΑΗΚΕ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΔΑΣΟΣ:
Πικράθηκε
Το τρίτο των υδάτων.
Έπεσε λοιμική. Άνοιξε η γη
Τις μικρές και τις μεγάλες κατοικίες 
Των ανθρώπων καταπίνοντας.
Κι έγινε η μέγιστη συνάθροιση
Και ήταν ο πατέρας του εαυτού του γιος
Και εγγονός.
Και οι μητέρες
Μόνο με την λέξη.
Τότε γεννήθηκα ξανά, κατάπληκτη.
Στο ίδιο σπίτι, στο ισόγειο.
Φοβόμουνα τις σκάλες
Επειδή προς τα πάνω κι αυτές
 
Και προς τα κάτω.
Κι επειδή με σκότωσαν στις σκάλες.
Νύχτα τη νύχτα, χωρίς θαύματα
Μεγάλωνα κατάπληκτη.
 
Μεγάλωνα και το παλιό μες στο καινούργιο
Τρίζοντας. Σε σύγχυση.
Δεν ήξερα τι έρχεται, τι φεύγει
Μου λείψαν ξαφνικά πολλά
Και ψηλαφούσα άλλα, που δεν μ’ αναγνωρίζαν.
(Παυλίνα Παμπούδη αποσπάσματα από τη συλλογή Ο ΕΝΟΙΚΟΣ]

ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ,  ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ ΜΕ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ:  
Η Άτροπος η πρεσβυτέρα σχεδιάζει το τοπίο επικίνδυνο, με κενά μνήμης όπου οι σκοτεινοί μύθοι λάθρα αναπαράγονται, όπου οι κατώτεροι δαίμονες μεταμφιέζονται σε μακρινούς συγγενείς στα μαύρα. Ευγνωμοσύνη, Συμπόνια, Μεταμέλεια σε επιθετικό σχηματισμό. Θυμάμαι: Χάνδαξ τόπος καταγωγής. Κινητές οι συντεταγμένες κι ανεβαίνοντας η θάλασσα, όλο ανεβαίνοντας… Είμαι καλά. Σε χαμένη αποστολή. Συνεχίζω να στέλνω αυτά τα λακωνικά Καρτ Ποστάλ. Τα τοπία, οπωσδήποτε, τα ’χετε ξαναδεί! Σ’ άλλη διάταξη. Δεν επισημαίνουν τη θέση μου. Δεν σημαίνουν τίποτα. Όλο και πιο αφηρημένα. Μέχρι να διακοπεί κι αυτή η ύποπτη, υποτυπώδης επικοινωνία. Όμως, σπρώχνω ακόμα να σωθώ καθώς ανάμεσα τοπίο κι υστερόγραφο ο αληθινός καιρός φυσά και σβήνει  [προοίμιο από μια ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΩΡΑΣ ΣΕ ΠΤΥΣΣΟΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ 1993 και η πρώτη ενότητα από την  ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ 1980]

Η ΙΣΤΟΡΙΑ (ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ)1:
Ο άνθρωπος που είχε το όνομά μου εμφανίστηκε, σαν ξαφνιασμένος, στη στροφή του δρόμου (ίσχυε μόνο για τη στιγμή εκείνη η στροφή, αλλιώς, δεν υπήρχε καν ο δρόμος).
Ταυτόχρονα, φάνηκε και ο άλλος να ’ρχεται, και βιαστικά, απ’ την αντίθετη κατεύθυνση. Απ’ την επόμενη χιλιετηρίδα, πιθανόν. Ήταν κι αυτό οφθαλμαπάτη. Στην πραγματικότητα, δεν είχε μετακινηθεί ποτέ από την παιδική του ηλικία.
«Τι ώρα είναι;» φώναξε σα συνθηματικά.
«Εννέα», απάντησα (σωστά), καθώς ξανάρχιζε η καταστροφή του κόσμου.
Ενωθήκαμε τότε σε μα σκιά ομοιογενούς πυκνότητας και προχωρήσαμε σμίγοντας και χωρίζοντας τις άλλες, κι αλλάζοντας διαρκώς σχήμα, με τον τρόπο της αμοιβάδας.
Μας ακολουθούσαν, ένα φρρρτ, μικροεκρήξεις και κάτι σα λαχάνιασμα. Ήταν το έδαφος που υποχωρούσε κι εξαφανιζόταν μετά το κάθε βήμα, σε χιλιάδες μίλια δεξιά κι αριστερά, ακαριαία.

ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ/ οι νεκροί
Παρεμβάλλονται στο σημείο αυτό αγωνιώντας, αλληλοαναιρούμενοι, σε τρομερές αγκύλες.
Αλλοιωμένα αισθήματα, χαρακτηριστικά προθέσεις.
Επιμένουν όμως, συνεχίζουν τη συναλλαγή:
«Επειδή το εννέα, είναι ο αριθμός που δεν υπάρχει
Που χάνεται σε όποιον άλλο αριθμό κι αν προστεθεί.
Και το άθροισμα το εσωτερικό δίνει ξανά τον άλλο αριθμό: 9+4=13, 1+3=4
Μου εξηγούν: επειδή ένα κάτι σημαίνει κάτι πιο-
Ιui Iu! Πρόσεχε!
Κι αποσυντίθεται.

Η Ιστορία (στα βαθιά) 2  
Μετά το σπίτι υψώθηκε μπροστά μας ξαφνικά, κι άρχισε αμέσως να κερδίζει ύψος –δυο τρεις πόνους σε κάθε εκπνοή. Βιαστήκαμε να φτάσουμε στην πόρτα.
Η πόρτα ήταν μυστική. Μπορούσε να τη δεις μόνο από μια ορισμένη γωνία, αλλά κι από κει, την έβλεπες συγχρόνως κι από τις δύο πλευρές. Έπρεπε ν’ αποφασίσεις αμέσως για μέσα ή για έξω. Αν δεν πρόφταινες , την έχανες πάλι.
Ήξερα και περάσαμε.
Η βλάστηση, συνεχιζόταν απ’ το χολ μέχρι τη μεγάλη κυκλική αίθουσα, πολυάσχολη, με συνεχείς τριγμούς, όλο και πιο σχηματοποιημένη όμως.
Ακολουθώντας το σχέδιο, φτάσαμε στον κεντρικό ρόδακα. Από πάνω του ακριβώς, μετεωριζόταν ένα σεληνιακό ρολόι, με ακονισμένη λεπίδα που άστραφτε.
Ήταν, για πάντα, εννέα.
Ο άλλος, τώρα ανάσαινε αλλιώς.
Στα ρηχά, και μάλλον σε χρόνο μέλλοντα. Πήρα στάση εμβρύου και προετοιμάστηκα για την αποσυμπίεση.

Η Ιστορία (στα βαθιά) 5  
Ήταν ανδρόγυνος και μεγαλόσωμος. Διατηρούσε όμως τη χάρη όντος δυο διαστάσεων. Φορούσε στολή βαρβαρική. Επίσημη, και ιστορικά λάθος. Κάτι σε θυρεός αναπτυσσόταν στο θώρακά του – ένα σύμπλεγμα πελαργού και φιδιών. Ένα κεφάλι τσακαλιού και τα φριχτά του μάτια κοιτάζαν μόνο τα παρεμβαλλόμενα.
Τον έλεγαν Πέτρο κατά της γραφές.
Καθώς τον περιεργαζόμουν με αμηχανία, μια τριχωτή καλύπτρα τον σκέπασε απότομα ολόκληρο. Πρόλαβα όμως να διακρίνω πως τα υπόλοιπα όργανά του ήταν πολλαπλά και τα μέλη του σε μεγάλη επιτάχυνση.
Κινηθήκαμε όλοι μαζί προς τρεις κατευθύνσεις.
Βρέθηκα πάλι σχεδόν στην ύπαιθρο. Ο αέρας αποκτούσε κιόλας μια διαφάνεια, όλο αμυχές απ’ τους οξείς υπέρηχους των εντόμων. αραίωνε.
Γρήγορα, όλα ομογενοποιήθηκαν σε μη ανιχνεύσιμο υλικό ρύπων της ημέρας. Ξύπνησα, με κίνδυνο να συμπεριληφθώ. 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ (το μεσοδιάστημα) 2:
Μέσα από τα αέρια της εμφάνισης, έρχονταν τώρα πίσω, σιγά-σιγά τα πράγματα. Με όλες τις παροδικές τους ιδιότητες ακόμα αταξινόμητες.
Ένα δωμάτιο καινούργιο εντυπώνονταν πάνω στο βραδινό. Σαν κουνημένο. Εξαιτίας του μικροπανικού που αργότερα θα προκαλούσε ένα περαστικό φλάουτο με ράμφος.
Τώρα βρισκόμουν, ενήλικος, μέσα σ’ ένα δωμάτιο που βρισκόταν μέσα σε μια ιστορία. Βεβαίως, δυόμισι χρόνια αργότερα από τη δηλωμένη ημερομηνία.
Αυτό ήταν κάτι που το πετύχαινα συχνά. Να ’ναι πολύς καιρός πριν ή πολύς καιρός μετά. Για να μη συναντιέμαι. Λίγο πρόγονος και λίγο απόγονος, λίγο φίλο και συγγενής, λίγο εχθρός, λίγο περαστικός και λίγο άγνωστος. Λίγο σωσίας στις επικίνδυνες σκηνές. Και στις ακίνδυνες.
Έξω, προς το παρόν, υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας. Περιορισμένοι σε μιμήσεις κίνησης οι περιπατητές και τα τροχήλατα. Κάθετα κι οριζόντια.
Ο δρόμος, άλλαζε συνέχεια προορισμό.

ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ/ τα πράγματα
Φωτογραφίες επιζώντων. Και των άλλων.
Κηρυγμένων σε αφάνεια.
Κλειστά βιβλία. Μικρό γυάλινο βάζο
Με επιθυμίες. Εφήμερη εφημερίδα.
Χαρτιά που δεν αποδεικνύουν
Τίποτα. Το άπατο κουτί
Τα μυτερά,
Αμυντικά μολύβια.
Τα τιμαλφή κλειδιά
Σα σύμβολα θρησκείας. Επίσης,
Στίλβοντα νομίσματα
Για τον επάνω κόσμο.
Κύπελλο με αόρατους κολυμβητές.
Σπίρτα, τσιγάρα, τεφροδόχος.

ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ/ οι χώροι
Στο μεταξύ, άνεμος χαμηλός από ψυχές
Ερπετός σέρνεται. Διατρέφει την εικόνα.
Ένα πιστό φάντασμα σκυλίσιο πέρνα
Ουρεί σε φαντάσματα στύλων. Οριοθετεί.
Τη θυμάμαι τη σκύλα. Η Χάρη.
Με κυνήγησε τη στιγμή της ζωής μου.
Από τότε και κρύβομαι.
Τα σπίτια που με στοίχειωσαν
Μετακινούνται τώρα, καταρρέουν.
Νοικιάζονται αλλού, καταδεφίζονται.
Δωμάτια κλουβιά, έπιπλα κατοικίδια
Κατοικίδια σαρκοφάγα.
Κανένα σπίτι δεν υπάρχει πια.

Η Ιστορία (το ξύπνημα) 3  
Τότε κινήθηκα οριζόντια και κάθετα, ταχτοποιώντας. Τα πιάτα στην πιατοθήκη, τα βιβλία στη βιβλιοθήκη, τα μυστικά στις ρωγμές, τα παιδιά στον Καιάδα, τα του Θεού στο Θεό. Περιέγραψα με γυμνά χέρια τα δώρα του χάους: τα πράγματα μας κατ’ εικόνα και ομοίωση. Απομάκρυνα προς στιγμήν τη σκόνη και ό,τι υπαινίσσεται.
Βρισκόμουν βέβαια (πάλι) (ανέκαθεν) (για πάντα), στο ίδιο θεόρατο δωμάτιο. Που περιείχε όλα τα δωμάτια, τα παρελθόντα και μελλούμενα. Στο δάπεδο, χρόνος μονωτικός, έγχρωμος, χρόνος ιπτάμενος. Άφησα το κρεβάτι με τον ουρανό να ταξιδεύει. Πρησμένα μαξιλάρια από ανάσες φαντασμάτων όλη νύχτα. Ίσιωσα αδιόρατα τη θαλασσογραφία (μαύρη απ’ τον καιρό, μια σημασία της αβύσσου). Άγνωστη θάλασσα. Στο βάθος, το πιάνο του Άγγελου, γράφοντας κύκλους με το σκούρο του πτερύγιο. Τώρα, ο πίνακας, πιο μαύρος, οδηγούσε στον καθρέφτη. Μέσα του, η μαρμαρένια σκάλα, ατμός άσπρος (δεν υπήρξε λοιπόν, ποτέ ο όροφος). Κι ο μισός κήπος της Χαλκίδας. Εκτατός, ανάμεσα στα συμβάντα και τα συμβάντα.

ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ/ κεντρική ιδέα:
Μια στάλα ανεξίτηλο μελάνι
Κι απλώνει
Ολοένα στο μυαλό μου.
Κάνοντας από μόνη της
Σχέδια μαύρα για τον κόσμο.
Για κάποιο λόγο,
Προσπαθεί απεγνωσμένα
Να αποδείξει το ενιαίο.
Μήκη περιγραφής
Στον πτυσσόμενο χρόνο διπλώνοντας
Και ξεδιπλώνοντας

ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ/ τα σημάδια:
Τα κρυφά ονόματα των πραγμάτων
Που επικαλέστηκα και με γνωρίζουν.
Ο φύλακας με τη διχαλωτή σκιά.
Ο συνομήλικος μου Ισραήλ
Στη μαγική εικόνα, άλυτη στους χάρτες.
Το δαχτυλίδι χωρίς εξουσία.
Το ανώνυμο τηλεφώνημα
Σε κομμένη γραμμή.
Της γέννησης μου  η αναγγελία
Από μακριά.
(Κι αν ήταν κρυπτογραφημένη, πώς;
Ή σαν επιταγή, σε τι
Την εξαργύρωσα;)
(…)
«Η ώρα είναι εννέα» είπε ο εκφωνητής απ’ τον ακάλυπτο,
και έφυγα, καθώς συνεχιζόταν η καταστροφή του κόσμου

ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ 2-4 (είναι γενική δοκιμή: κάνει πως κάτι κάνει, αποστηθίζει τα λόγια του, κάνει θόρυβο, τη νύχτα στον ύπνο του θα πεθάνει, το πρωί πάλι βήχοντας, θ’ ανοίξει τα μάτια σ’ άλλη παράλληλη ζωή)
Στο μεταξύ, αισθάνομαι πως έχω κάποια χρησιμότητα. Καθώς και μια μελαγχολία αδιάβροχου

Θα βρέξει, πιθανόν για πάντα.
Σαλεύει η πόλη κάτω απ’ τα κουρέλια.
Θα ψηλώσουν οι τοίχοι, θα πρασινίσουν
Τα νομίσματα. Θα βρέξει.

(Ένοχος
Σύρριζα στην Ιστορία
Ο ελάχιστος περιπατητής περπατώ
Προοπτικά,
Και μειώνομαι)

ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ 6, 9 (Φυσικά, ζω κάπου. Κατά μήκος: έντρομο κι ακίνητο, κρεμασμένο α’ την ουρά. Στο γενεαλογικό μου δένδρο)
Φθαρμένη μέρα, τρύπια με βροχή.
Τυφλά ντουλάπια, ασώματα ρούχα.
Δεν πάνε πουθενά τα πόδια της καρέκλας, τα πόδια του τραπεζιού.
Κι η πόρτα με το τρίξιμο ανοίγει προς τα μέσα.
Να εννοώ το μάταιο και να μη φεύγω.
Εξάλλου, τίποτα δε φεύγει.
Μόνο, δήθεν, έξω από το μάτι μου η πόλη αλλάζει εποχές, διαστάσεις, μήκος κύματος.
Κάθομαι άνεργα.
Με όλα τα δάχτυλα αναμμένα.

Το κλειστό μου δωμάτιο. Έκπληξη: είμαι μέσα.
Ξημερώνει. Και ούτω καθεξής.

Είμαι, προφανώς, εργαλείο.
Κάτι θα πρέπει ν’ ανοίγω.

Ας δοκιμάσω πάλι. Με το κεφάλι.
Ή έστω, με το μηχανικό μου χέρι
Ή έστω, όπως τώρα,
με γοερές φωνές σε άλλη κλίμακα.

ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ 9-10: Το κλειστό μου δωμάτιο. Έκπληξη. Είμαι μέσα. Ξημερώνει. Και ούτω καθεξής
Είμαι, προφανώς, εργαλείο.
Κάτι θα πρέπει ν’ ανοίγω.

Ας δοκιμάσω πάλι. Με το εκφάλι.
Ή έστω
Με το μηχανικό μου χέρι.
Ή έστω, όπως τώρα,

Με γοερές φωνές σε άλλη κλίμακα

Στο βάθος βλέπετε το αρχαίο θέατρο;

Ο ουρανός, μια μέδουσα που σφύζει λάγνα.
Στο τσίγκινο σούρουπο, στο τσίγκινο τραπέζι,
Ο Διάβολος παίζει. Χωρίς συμπαίκτη.
Προβλέποντας τις κινήσεις μου
Μέχρι τρίτης γενιάς!

ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ 14 (Πρόσφυγας της Τετάρτης προς την Πέμπτη. Δεν θα μάθω ποτέ τίποτα. Κι όμως. Κάποιος, πιο τρομαγμένος, ξέρω, αδιάκοπα, κρύβει σημάδια και μισά μηνύματα. Ανέλπιδα. Καθώς τον πηγαίνουν για θάνατο. Ή για γέννηση)
Κάποτε νυχτώνει στ’ αλήθεια.
Απλώνει το μαύρο στις φλέβες. Τότε,
Για λίγο, από σφυγμό σε σφυγμό
Γράφονται και σβήνουν
Παλιοί στίχοι θαμποί
Χωρίς λόγο, χωρίς λόγια πια
Σα μουσική στον καθρέφτη, σαν τεθλιμμένοι συγγενείς.

ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ 16-19:  Τις άλλες ώρες βασανίζομαι παραμιλώντας για τη Θεία Χάρη
Αυτό το λυσσασμένο ζώο με κυνηγά
Παντού.
Περνά τους τοίχους Επιμηκύνεται,
Διπλώνει στις γωνίες.
Διχαλωτό,
Κυκλώνει το τετράγωνο.
Με απομονώνει.
Με ακινητοποιεί.
Καταβροχθίζει το συκώτι
Του γενναίου εχθρού μου.
Πηδάει στο κεφάλι μου.
Τραβάω τα σύρματα.
Ανατινάζεται

Σκορπίζω πάλι
τριμμένη σε ψίχουλα, ν’ αφήσω ίχνη
Γι’ αυτό το λυσσασμένο ζώο που με κυνηγά
Παντού
Που σέρνω πίσω μου απ’ τα άντερα
Μισοπνιγμένο.

Η Παυλίνα Παμπόυδη άρχισε, όπως και όλοι οι λαοί στην αυγή της ιστορίας τους, με ποίηση. Και μη έχοντας ανακαλύψει ακόμη τη γραφή, όπως και όλοι οι λαοί στην αυγή της ιστορίας τους, κατέφυγε κι εκείνη στην προφορική ποίηση. Το πρώτο της στιχούργημα πάντως ήταν ήδη προχωρημένο καθώς είχε έντονο σουρεαλιστικό χαρακτήρα και πρόδιδε ικανότητα παρατήρησης, πρώιμη βαθιά γνώση του περιβάλλοντος κόσμου καθώς και μια παράξενη, έντονη αίσθηση απώλειας. Ηταν το εξής: Ούτε χέρι ούτε πόδι / ούτε αρνί ούτε χταπόδι. (Το ντοκουμέντο αυτό σώζεται, καταγεγραμμένο με το χέρι της γιαγιάς της, σε ιστορικό επιστολικό δελτάριο σταλμένο από τη Μύκονο στη Μακρόνησο, με τη διευκρίνιση: Η κόρη σου μίλησε επιτέλους! Και είπε αυτά. 
Μετά, τα πράγματα ακολούθησαν τη φυσιολογική τους εξέλιξη. Η Π.Π. ανακάλυψε πρώτα τη φωτιά και κάηκε, μετά τον τροχό κι έπεσε από το ποδήλατο, μετά τη ζωγραφική και λερώθηκε, μετά τη μουσική και την έδειραν και, τέλος, τη γραφή και την ανάγνωση, στις οποίες και μπόρεσε να παραμείνει πιστή μέχρι σήμερα - εφόσον αυτές είναι οι μόνες μοναχικές ενασχολήσεις που ούτε κάνουν θόρυβο ούτε λερώνουν. Την πρώτη της ποιητική συλλογή την εξέδωσε νωρίτατα, ούσα ακόμη μαθήτρια Γυμνασίου (με τα χρήματα και το όνομα της προαναφερθείσας γιαγιάς της), άργησε όμως να εκδώσει τα πρώτα της παραμύθια. Το έκανε μόνον αφού είχε ήδη πάρει το πτυχίο της Φιλοσοφικής. (Παρ' όλ
αυτά, και πάλι ήταν νωρίς για κάτι τέτοιο: το να γράφουν και βιβλία δήθεν για παιδιά οι δήθεν σοβαροί ποιητές θα γινόταν μόδα τον επόμενο αιώνα...).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου