ΤΟΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Ανθολογία

ΓΙΑ ΝΑ  ΜΑΘΕΙΣ ΝΑ ΝΙΩΘΕΙΣ, ΠΡΕΠΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΝΑ Σ’ ΕΧΕΙ ΣΚΟΤΩΣΕΙ ΚΑΙ ΝΑ Σ’ ΕΧΕΙ ΑΝΑΣΤΗΣΕΙ ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ:

Μόνο μέσα από μια συνουσία ανάγνωση ερμηνεύονται οι χρησμοί του ποιήματος: Κρατούσα το γράμμα της κλειστό σε σημείο απρόσιτο, μυστικό. Η υποψία αρώματος που ανέδιδε με τρέλαινε. Τα βράδια η ανάσα του έκλεβε τη δική μου. Διχασμένος στην προοπτική της αποκάλυψης ή μιας επώδυνης προσμονής άφηνα τις μέρες να περνούν. Η σφραγισμένη επιστολή ένοχη ερωμένη, ερέθιζε τη σκέψη, στροβίλιζε τις πιο σκοτεινές επιθυμίες. Η αίσθηση της άδικης συνύπαρξης του ονειρικού με το γήινο κι ο τρόμος μιας αιφνίδιας απώλειας ή της απόδρασης των λέξεων με έκανε ακραία να σκέφτομαι, αν θα ζούσα την επόμενη μέρα για να τη διαβάσω. Απρόσμενα μια νύχτα τα αρσενικά φωνήεντα ανάβουν το εσώτατο φως κι ο φάκελος γίνεται διάφανος. Έκπληκτος θαυμάζεις τους γυμνούς ώμους των θηλυκων λέξεων, την επιτηδευμένη αθωότητα απόρριψης του τελευταίου ενδύματος. Οι γραμμές καμπυλώνουν, ο Πόθος σαλπίζει το εγερτήριο των αισθήσεων.  Εξαίσια σώματα!.. Η ερωτική συνεύρεση των λέξεων. Μια νυχτερινή παραβολή που ερμηνεύεται μόνο από την αμαρτία, σε μεταμορφώνει σε μέγα ηδονοβλεψία των διφορούμενων νοημάτων. Ας συγχωρεθεί η θωπεία μιας τέτοιας επιστολής. Υπαίτιος όμως είναι ο αποστολέας που παγιδεύει την αφή και αφήνει τις λέξεις μόνο με τη μαύρη δαντέλα της επιθυμίας που ξετυλίγεται και κυματίζει αθέλητος νικητής μιας συνουσίας ανάγνωσης…  Έχει το Ποίημα ζωή πριν από μας; Μήπως είναι αρχέγονος σπόρος που με τη γέννησή μας ελπίζει κάποτε να σπαρθεί σε γόνιμο έδαφος; Έχουμε εξουσία ζωής ή θανάτου επί του ποιήματος; εμείς διαλέξαμε το ποίημα ή αυτό εμάς; Δια βίου μοχθούμε για το μεγάλωμα του ποιητικού δένδρου. Τις εποχές της ανομβρίας σταλάζουμε στις ρίζες του το νάμα των δακρύων μας. Συλλέγουμε και γευόμαστε τους καρπούς του εκτός από κάποιους που αποκλειστικά τους εμπορεύονται στο παζάρι της αναγνώρισης. Κι όταν μας αγγίζουν οι μέρες των παγετών, οι αδύναμοι της αντοχής τσακίζουν τα κλαδιά του και τα καίνε για να ζεσταθούν. Τότε μόνο πεθαίνει το ποίημα… Εσύ, βέβαια, θα επιλέξεις το χρόνο και το χώρο που θα συναντηθείς με το Ποίημα. Σε κανέναν μην αποκαλύψεις τη μυστική σας συνομιλία, ούτε τους ασπασμούς και τις θωπείες που ανταλλάχθηκαν… Για να μάθεις να νιώθεις, πρέπει η Ποίηση να σ’ έχει σκοτώσει και να σ’ έχει αναστήσει χίλιες φορές [ΜΙΑ ΣΥΝΟΥΣΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ και ΕΤΣΙ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ από το ΑΜΑΡΤΟΛΟΓΙΟ του Γιάννη Τόλια]



ΜΟΝΑΞΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΛΑΘΗ ΚΑΙ ΤΥΨΕΙΣ (Εσύ, η Λέξη, το Χαρτί!.. Ύστερα λαβύρινθος η συνέχεια μέσα μου. Τα λόγια σου μετάγγιση μοναξιάς): 
-Ι-
Με έναν τρόπο
που κάνει τις στιγμές αιώνιες 
Μ’ έναν τέτοιο τρόπο σ’ αγαπώ.
-ΙI-
Έψαξα να βρω
με τα μάτια σου
κάτι να μοιάζει
και ξημέρωσε
-ΙΙΙ-
Τη νύχτα
την αγγίξαμε
με τα χείλη
χθες το βράδυ
που πετούσαμε.
-ΙV-
Θα σου χαρίσω
μια μικρή σιωπή
να τη γεμίσεις
με δικά σου όνειρα
και λέξεις
-V-
Κόκκινα τασάκια
στάχτη γεμάτα
οι καρδιές μας
Το τσιγάρο του έσβησε ο έρωτας
κι έφυγε

ΑΣΑΦΗΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ
Η σκέψη μου δεν μπόρεσε
σωστά να σε πλάσει

Με τιμώρησες και δεν ήρθες ποτέ!
[με τίτλο τη ΜΟΝΑΞΙΑ  ΠΕΝΤΕ ΜΙΚΡΑ ποιήματα ΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΜΟΙΑΖΕ ΜΕ ΘΑΛΑΣΣΑ αλλά, τελικά, ήταν ΑΣΑΦΗΣ ΠΡΟΣΟΚΙΑ από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια ΜΩΒ ΣΗΜΑΙΑ 1981]

ΕΡΗΜΩΣΗ ΜΥΕΛΟΥ
Τώρα εγώ φεύγω
αφήνοντας σου ένα άπειρο διάστημα ανάρρωσης
έτσι που να μπορούν οι ξενόφερτοι
να διεισδύουν και ν’ αφανίζουν
τα υπολείμματα της παρουσίας μου

Φεύγω

θρηνώντας την άγνοια και την καταφρόνηση
την ευτελή ποιότητα του υλικού μου
και χάνομαι
στο θρίαμβο της ήττας

Όπως η πομπή των αισθήσεων
θα βαδίζει
προς το ύστατο λιόγερμα
θα αυτοκτονώ
με μια απαράδεκτη αφοσίωση

Και τότε οι μέρες σου 
θα μεγαλώνουν και θα λαμπραίνουν
γεμίζοντας αθωότητα
τις σπαραχτικές κραυγές μου.

Κι εγώ
όλη τη νύχτα
τίναζα τη σκόνη
από τα σεντόνια
της νοσταλγίας μου

Κι αυτή
το πρωί τηλεφώνησε:

Τα γραπτά σου 
στις σκάλες
που οδηγούν στο υπόγειο
στο λέβητα του καλοριφέρ.

Για την αναγκαιότητα 
της αλληλοεξόντωσης
Τουλάχιστον γι’ αυτή

Ας έρθεις.
[ΕΡΗΜΩΣΗ ΜΥΕΛΟΥ από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια ΟΝΕΙΡΟΔΡΑΜΑ 1984]

ΑΛΛΑ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΚΥΛΑ ΕΛΠΙΔΑ ΠΟΥ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΔΕΝ ΤΗΝ ΛΥΠΗΘΗΚΕΣ, ΔΕΝ ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΗΚΕΣ ΠΩΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΚΟΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΥΡΑ ΤΗΣ (Τάσος Ζερβός)
Θα είσαι το φως
μέσα στο λήθαργο
του σκοτεινού δωματίου
κάποιας απρόσμενης
νυχτερινής επίσκεψης

Εκεί που χρόνια
με καπνό και οινόπνευμα
αιματηρά γερνάω

Χωρίς εξηγήσεις
ή μάταιες επικλήσεις
σωτήριας μετάγγισης

Κατάμονος
πεισματικά ανεπίδοτος

Σε περιμένω

Η απουσία σου
δεν έχει όρια προσμονής

Είναι μια  παύση
μια νάρκη
ένας πρόσκαιρος θάνατος

Η απουσία σου
είναι παρουσία αφανισμού

Είσαι το ματ
στη σκακιέρα της θλίψης μου
 [από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια ΟΝΕΙΡΟΔΡΑΜΑ 1984]

Ω ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΣΥ ΞΕΡΕΙΣ ΠΩΣ ΤΟ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΓΙΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΕΙΝΑΙ Η ΑΜΑΡΤΙΑ (R. E. BROUGHTON)
Κι αυτή είπε:
Να ξέρεις δεν αγαπάω τίποτα
που να μη με πληγώνει
και ο πόνος αρχίζει
όταν εγγίζουν οι αγαπημένοι και οι ενοχές τους

Κι εγώ είπα:
απ’ αυτούς που ισχυρίστηκαν
πως σ’ αγάπησαν
σωστοί ήταν μόνο εκείνοι
που ήξεραν να έρχονται και να φεύγουν
την κατάλληλη στιγμή

Κι αυτή είπε;
Μπορώ να προβλέψω
θα συναντηθούμε

Κι εγώ είπα:
Θα είμαι ο πλοηγός
του μελλοντικού σου ψεύδους

Κι αυτή είπε:
Σ’ ευχαριστώ που θα σε λεηλατήσω

Κι εγώ είπα:
Προσκυνώ το μεγαλείο της προδοσίας
της απάτης
της απάτης της ένθεης.

Πρέπει
στις θωπείες του απογεύματος
πεισματικά ν’ αντισταθώ

Να μείνω άτρωτος
βυθίζοντας το κεντρί μου
στην αχλή του απόβραδου

Υστερικός δολοφόνος
των πρώιμων πόθων

Καταδότης του μυστικού περάσματος
κι ας αγρυπνούν οι μύστες
την ύστατη να νεκρώσω αίσθηση

Τους σπόρους του απογεύματος
σ’ ανθρώπους άγονους
αλόγιστα ξοδεύω

Άτολμος κι ασύνορος
κρυμμένος πίσω από τζάμια
που καθρεφτίζουν
την πολυχρωμία της επιθυμίας

Μετράω τη μοναξιά
την ξένη ανάσα
που ανύποπτη
κοιμάται δίπλα μου

Να έρθεις ανάλαφρα
μην τυχόν ξυπνήσει
και δεν μπορέσεις
να ενθρονίσεις τα μάτια σου
πάνω στα δικά μου

Τι ωφελεί
αν αδειάζεις το παγούρι μου
στη μεγάλη μου ξηρασία.

Πόσο βαραίνει
μια επουλωτική γνώση
σε μια αιμορραγούσα αμφιβολία.
 [από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια ΟΝΕΙΡΟΔΡΑΜΑ 1984]

ΚΡΥΩΝΩ ΟΤΑΝ ΣΒΗΝΕΙΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ
Όλα έχουν ειπωθεί

Το ηλιοβασίλεμα
αναίμακτο
ατέρμονη ματαιότητα

Χωρίς θεραπεία
δίχως απόδραση

Το σύμπτωμα
μιας ανυποχώρητης επιθυμίας

Ανάρμοστα όταν εισβάλλει
η πολιορκητική σου μνήμη

Μόνο εσύ που ήξερες
να με συμφιλιώνεις
εξοργιστικά απουσίαζες

Δεν άντεξα 
το απόβραδο
παρέδωσα τα όπλα μου
το χαρτί
ένα μολύβι
και τη διάτρητη ασπίδα της λύπης μου.

Είσαι εκείνη που ακατανόμαστα  διεκδίκησα
Χωρίς παύση
Χωρίς ελιγμούς
Μόνο με μια ευθεία
σταθερή και άρχουσα
της μοναξιάς και της λύπης
 [ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΕΙΠΩΘΕΙ από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια ΕΞΙΤΗΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ 1999]

ΚΑΙ Ω ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΡΑΤΕΙΤΕ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΑΠ’ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΖΗΣΑΜΕ (Τάσος Λειβαδλιτης)
Όταν θα έρθεις
θα σβήσω τα φώτα και τις ώρες
ν’ αφήσω μονάχα το μωβ
να φωτίζει τα μάτια σου
θα σε κοιτάζω ασάλευτος
αιμορραγώντας γιασεμί και θέρος

Δε θα μιλάς
Θα γεμίζει το ποτήρι μας
το άρωμα μιας άρρωστης μνήμης
να πίνουμε ατελείωτα
στο μεγαλείο της σήψης

Όταν φύγεις 
σε παρακαλώ 
μη μου επιστρέψεις την όραση 
 [από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια  ΕΞΙΤΗΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ 1999]

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΣΣΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Πώς να νιώθεις
τρυφερή τρομοκράτισσα του ποιήματος
όταν δυναμιτίζεις τις λέξεις
όταν εισβάλλεις άπλετη
στο άβατο της σιωπής μου

Και γιατί εγώ να συγχωρώ
τα εαρινά σου κρίματα
να θρυμματίζομαι 
στη μεγαλειώδη έκρηξή σου

Πόσο θα ήθελε να σε καταδώσω
στους τυμβωρύχους της άνοιξης
στους ανεπίδεκτους
και τους υπόλογους της μοναξιάς
για να δω μια φορά να απουσιάζουν

Εσύ και οι κατακλυσμοί που σέρνεις
 [από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια  ΕΞΙΤΗΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ 1999]

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ
Δεν μπορείς να με τιμωρήσεις
όσο κι αν καταστρώνεις σχέδια
και στήνεις σκηνικά επαναλήψεων
βροχής και απογεύματος
ασέληνης νύχτας
μιας εαρινής αγχόνης αρωμάτων
που αιωρεί τις μέρε
που φεύγουν μακριά σου

Γράφεις πεισματικά σε κώδικα ονείρων
που στέλνεις
να βασανίζουν τον ύπνο  μου
να κλέβουν τη μουσική μου

Όλη νύχτα
μέχρι να ημερώσει
να λυγίσει λίγο η βροχή
θα έχεις έτοιμη απολογία
που θα εκφέρεις
όταν οι σκιές  πάνω στους τοίχους
προσομοιάζουν
με τις  ροές των μαλλιών σου

Μισώ το χρόνο
γιατί σου παρέχει
μια ευεργέτιδα μνήμη

Την αναλγητική αφή
των αναμνήσεων.

Νύχτωνε σαν αποχαιρετισμός
Όπως ένα όστρακο
ερμητικά θα κλείσω
την αποδημητική φωνή σου.
[από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια  ΕΞΙΤΗΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ 1999]

ΚΡΥΦΑ ΚΑΛΕΙΣ
Ζωγραφίζεις μυσταγωγίες όρασης                                                    
Υποδύεσαι υγρές νοσταλγίες αφής  
                                                
Κατεβαίνεις τη σκάλα                                                                   
αφήνοντας αποτύπωμα παραπλάνησης
στο λαβύρινθο μιας ραγισμένης επιθυμίας

Αν και γνωρίζεις ότι ο χρόνος
δε λυπάται κανέναν                     
στέλνεις το δούρειο άρωμά σου                                               
να διασχίσει το αναφιλητό της κλίνης

Με θαμπούς ψιθύρους
κρυφά καλείς
αισθήσεις που απώλεσαν τη μνήμη τους

Η τρυφερότητα της σκιάς σου
ερμηνεύει τους χρησμούς του απρόσμενου
απαλύνει το πένθος των μονολόγων

Εξαλείφοντας με φως τα ίχνη σου
συντρίβεις την περιπλάνηση
αγγέλλοντας θριαμβικά
το τέλος της νύχτας

Ξυπνάω ακρωτηριασμένος

Είναι αδιαπέραστο
το ναρκοπέδιο των ονείρων.   
[από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια  Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ  2002]

ΕΝΑ ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΑΠΝΟΙΑΣ
Πρέπει να περιφρουρήσω το κορμί σου
από τις αναιδείς θωπείες του μαΐστρου

Χιλιάδες οι παλάμες του
ανεμίζουν
κάθε κρυφή σου πτυχή
και τα αέρινα δάχτυλα
ξεπλέκουν την αλμύρα
από τα φύκια μαλλιά σου

Κι εγώ
δένδρο δίπλα στη θάλασσα
που ο αντίζηλος άνεμος
χτυπάει τα πλήκτρα σου
όμως εσύ
δεν ακούς τη μουσική του

Επιτέλους
ας στείλει η δύση ένα αντίδοτο άπνοιας 
μήπως και υποστείλει τη θερινή έξαψή σας
 [από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια  Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ]

ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ (από τις αίθουσες αναμονής της λύπης όπου γράφονται τα ποιήματα): 
Επιχειρώ δισταχτική ανάδυση εκ της θλίψεως
για να συστηθώ
με το μόνο τρόπο που ξέρω:
συλλαβίζοντας Ποιήματα.

Αριστεύω όλους τους νυχτερινούς διαλόγους
Είπες ότι κατά λάθος υπήρξες.

Όλη η νύχτα έβρεχε μαζί σου
Πλημμύρισα οδύνη.

Κατάματα με ερημώνεις.

Πόσο μου έλειψε η ομηρία της αγκαλιάς σου.

Τι άλλο πιο μάταια ένδοξο
από την υλακή ενός μοναχικού λύκου
στο φεγγαρόφωτο.

Ο Θάνατος του ανεμοδείκτη ονομάζεται άπνοια.

Έχει σημεία του ορίζοντα η μελαγχολία;

Καθόταν παραπέρα
και κοιτούσε το ρολόι των στιγμών
περιμένοντας το ξυπνητήρι
να χτυπήσει τη δική της απόχρωση.

Απόψε 
την ανάσα σου κοιμήθηκα
κάτω απ’ το μαξιλάρι

Τις λέξεις
δεν τις αντικρίζω
Τις αντιμετωπίζω 
έως την πιο εύθραυστη
λεπτομέρεια της φθοράς

Με το φθινόπωρο στα χείλη
Σαν τσιγάρο βρεγμένο

Αυτή κι αν είναι προδοσία
Να πέφτουν οι σταγόνες της βροχής
και να σπάζουν
σε χιλιάδες κομμάτια αιθρίας

Το πορφυρό σου 
να ανοίξω τριαντάφυλλο
Πέταλα υγρά
ερμητικά κλειστά
Ξαπλώνεις στο πάτωμα
κι αδημονείς.

Κλεισμένη σαν στρείδι σφιχτά
Μόνο να με σπάσεις θα μπορείς
έτσι θέλω
το μαργαριτάρι μου να πάρεις

Θρηνώ
γιατί ο ουρανός μου είναι μικρός
κι οι φτερούγες σου μεγάλες.

Οι ποιητές
ανταλλάσσουν μαρτυρικούς θανάτους
με τις στιγμές

Ποια απάντηση σαν κέρμα προσμονής θα ρίξεις στη λίμνη των επιθυμιών;
Το όνειρο
είναι ο εφήμερος πλούτος 
των φτωχών της ελπίδας…

Η υπέρτατη τιμωρία της νύχτας
είναι όταν δεν σου επιστρέφει
το όνειρο τη μέρα

Γέμισε τις σκοτεινές μου ώρες
με ξημερώματα αγγίγματα…

Άργησα και μου κλείδωσαν 
έξω οι λέξεις σου…

Σε ποιους βυθούς
χτίζεις και γκρεμίζεις ποιήματα;

Κάθε πρωί που έφευγες
άφηνες πάνω στον καθρέφτη
την αιχμηρή δύση των χειλιών σου
Τόσα φιλιά ηλιοβασιλέματα
έχω στη συλλογή μου.

Με συναρπάζεις
γιατί κατέχεις την τέχνη της απουσίας

Τόσο περίτεχνα κλειδωμένη
Όλη τη νύχτα προσπαθούσα
Τελευταίο έσπασε
το κλειδί του ποιήματος
Άλλο ένα βράδυ άντεξες.

Το φεγγάρι από νωρίς έκανε ακροβασίες
κανείς δεν σκέφτηκε να απλώσει
δίχτυ προστατευτικό
Πάλι ασέληνη έμεινε η νύχτα.

Μονοπάτι που με φτάνει
στο ξέφωτο της απόγνωσης
Η φωνή σου

Υπάρχουν ποιήματα που αυταρχικά απαιτούν αιμοδιψή δάκρυα ανάγνωσης

Όταν χάσεις αυτό που ποτέ δεν σου ανήκε
-αλλά το πόθησες-
είναι αβάσταχτο
γιατί είναι σαν να χάνεις το όνειρο

Τόσο πολύ σε τρόμαξε
όταν έβγαλα το λευκό μου πουκάμισο;
Ιστίο ήταν για να ταξιδέψεις!

Πάντα με προλαβαίνεις
πριν ν’ ανοίξω την πόρτα της λήθης
για να μου δώσεις εκείνο το φιλί
το φονικό των αποστάσεων!

Θα  αφήσω μέσα σου
ένα κεντρί σαν χάδι
Να σε κάνω να πονάς 
από επιθυμία.

Δεν μπόρεσα να συναντηθώ με τα χείλη σου
Χάθηκα σ’ εκείνα τα μονοπάτια μαλλιά σου
Μην τα’ αφήνεις ξέπλεκα όταν κοιμάσαι

Του κορμιού σου
το στίχο αποκαθηλώνω
Ούτε λέξις ζώσα.

Ω γένος θηλυκό
από πάντα μας έχεις κλέψει τις πιο συναρπαστικές
λέξεις
την αγάπη, τη νοσταλγία, τη λύπη
Μας έμειναν μόνο ως αντίπαλο αρσενικό δέος
ο έρωτας, ο πόνος και ο θάνατος

Οι ρωγμές στα ποιήματα
είναι ενθύμια φθοράς
Μέσα τους μπορείς να κρύψεις
ή να κρυφτείς.

Έβρεχε στο όνειρο
Από το ανοιχτό παράθυρο
έπεφταν σταγόνες
πάνω στα πλήκτρα της παλιάς γραφομηχανής
Τι ατυχία κι αυτή
να ξυπνάς το πρωί
και να βρίσκεις έτοιμο το Ποίημα.

Σου καταλογίζω
ότι οδηγείς τις λέξεις
πάνω στο τεντωμένο σχοινί του ποιήματος
με εκείνον το μαγικό τρόπο
που ν’ αγγίζουν μέχρι θανάτου
Χωρίς την αφή

Είσαι γυμνή παράσταση ονειροδράματος
αναβληθείσα από την κατακλυσμιαία 
πτώση φθινοπωρινών φύλλων

Θα συντρίψω όλες τις αναμνήσεις σου
Έστω κι αν χρειαστούν ζωές
Θα φτάσω άνεμος κρυφός
πάνω από την κλίνη σου
σκορπώντας τα σεντόνια

Γυμνή να καθρεπτίζεσαι στα μάτια μου

Στη Θηρεύτρια των Ονείρων μου
Έπρεπε να έχουμε συναντηθεί
σε εποχές άλλες
Τότε που η δύση
έσπαγε πάνω στα παράθυρά σου

Κι εσύ σε ετοιμότητα λύπης
σε μια τρυφερή αναμονή δακρύων

Να με γκρεμίζεις από τη μοτοσυκλέτα μου
κι από τις τσέπες του δερμάτινου
να άρπαζες τα ποιήματα

Αυτόπτης των συγκλονισμών
Φύσηξε ο άνεμος του δωματίου
και σκόρπισε τα φύλλα ρούχα σου
Έριξες στο συρτάρι τα δαχτυλίδια σου.
Δεν θέλω είπε αυτόπτες μάρτυρες  
των ακροδάχτυλων αναστεναγμών

Σαν πλημμυρίδα εξαπλώθηκες στο κορμί μου
Βάρβαρη κατάκτηση αφής

Πίσω από τους ώμους σου
κρυφοκοίταζε ο κούκος του ρολογιού

Μόνο από μια συνουσία ανάγνωση ερμηνεύονται οι χρησμοί του Ποιήματος: 
Ω χρώμα πανδαιμόνιο
εκ γενετής τυφλό
από το διάχυτο του ελέους σου
εκπορεύονται τα όνειρα του ύπνου
και τα άλλα…

Εγώ σου χάρισα
πολύτιμα τα σκοτάδια μου
Κι εσύ με αναίδεια
ανέτειλες εκκωφαντικά
τις γαλανές
πανσέληνους των ματιών σου

Σαρκοβόρος Πόθος
Ήταν ακουμπισμένη στο στήθος μου
Η ανάσα της ευωδίαζε
φιλιά ξένα και χάδια
ενοχές ακραίες
περίτεχνες
θηρία ανήμερα
στην αρένα του ονείρου της

Έγειρε πλάι μου
αφήνοντας σαν αναστεναγμό
έναν πόθο σαρκοβόρο
 [από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια  ΑΜΑΡΤΟΛΟΓΙΟ 2007]

ΑΧΡΑΝΤΟΣ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ
Είσαι αγία
της ανηθικότητος
και της λαγνείας

Θηριώνυμη του πάθους

Ερωτικού ψυχογραφήματος
είσαι ο Σπασμός

Εκδύεσαι των φυλλωμάτων σου
και απονέμεις στην όραση
την αδήριτη
διαύγεια της γυμνότητος

Ενδεδυμένος
τα δαιμονικά μου άμφια

Ιερουργώ
με ευλάβεια
εξοντωτική
στη μυσταγωγία του σώματος

Και καταβαίνω
σύσσωμος
στο ευλύγιστο τόξο των μηρών σου

Και υποτάσσομαι
Ενώπιος
στο θρίαμβο της ροής σου

Μηδέποτε κοινωνίαν
πλην αυτής
του υγρού ιάσμου σου
θα μεταλάβω
…………..
ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ ΔΕΝ ΘΑ ΣΟΥ ΖΗΤΗΣΩ
Μόνο λίγο να φυσήξεις
στο ερειπωμένο ιστιοφόρο της μνήμης

Να θυμηθώ και να σε ταξιδέψω.
[από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια  ΛΥΣΙΠΟΝΟΝ  2008]

Η ΛΥΣΙΚΟΜΟΣ ΠΟΙHΤΙΚΗ ΚΟΡΗ
Το ποίημα πρέπει να το αφήνεις στο συρτάρι σου
να ωριμάζει 
να σιτεύει.

Κάτω από το αδύναμο φως
των νυχτολούλουδων λύχνων
να χτενίζεις τα ξέπλεκα μαλλιά του.

Να αφαιρείς 
Να συμπυκνώνεις
Περπατώντας στο δρόμο να φωνάζεις μέσα σου
το ποίημα
Κάθε μέρα
Κάθε στιγμή

Να προσκρούεις αυτοκτονικά
πάνω στους ανέμους των λέξεων
Να καλλιεργείς το μυστικό αριθμό
ακούγοντας τα υγρά σαξόφωνα της βροχής

Μόνο το πέρασμα του χρόνου σου δείχνει
πότε η λυσίκομος ποιητική κόρη
είναι έτοιμη να μας κοιτάξει άφοβα στα μάτια.
[από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια  ΛΥΣΙΠΟΝΟΝ  2008]


ΝΗΠΙΟΣ ΤΗΣ ΑΦΗΣ ΔΙΔΑΣΚΟΜΑΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΑΓΓΙΓΜΑΤΩΝ (από το κορμί σου ξεκινάει ο χρόνος μου)
Είναι τα χέρια σου 
που αγγίζουν
και αποκτάει
αποτύπωμα η επιθυμία

Κι αν κρύβεσαι
στις ρωγμές των ημερών
η οσμή της πράξης
πάντα θα σε προδίδει

Και θα σε λυσσάνε
τα κυνηγόσκυλα
των λέξεων
να σε κατασπαράξουν

Κι ούτε πυρά
να εξιλεώσει ούτε άνεμος
να κρύψει τα σημάδια σου

Μόνο στη θάλασσα
θα επιτρέψω
τα ίχνη σου να σβήσει

Την πάνσεπτη της λήθης

Με την αλμύρα των δακρύων της.
[ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ ΛΗΘΗ από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια  ΕΥΛΥΠΗ  2010]

Ή ΘΑ ΓΙΝΕΙΣ ΠΟΙΗΜΑ ΕΔΩ ή ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΚΙ ΟΙ ΔΥΟ 
Η απουσία δεν καταλαμβάνει ποτέ εξωτερικό χώρο
Απρόσκλητη ενδημεί στη σκέψη μας

Οι απουσίες είναι ανεπιθύμητα κατοικίδια πτηνά
που πετούν με αθόρυβο φτερούγισμα
από το ένα κλαδί συναισθήματος στο άλλο

Τρέφονται με τις αναμνήσεις
τη λύπη και τη νοσταλγία μας

Οι κελαηδισμοί τους είναι υπενθυμίσεις απώλειας
και προοπτική ερημωμένου μέλλοντος

Οι νυχτόβιες απουσίες μαυλίζουν τα όνειρα
και τα προτρέπουν να ξεδιψάσουν ως το ξημέρωμα
σε πρόσκαιρες πηγές ελπίδας

Δυστυχώς δεν είναι αποδημητικές
έτσι δια βίου πετούν μέσα μας
σε εξοντωτικούς σχηματισμούς.

Η απουσία είναι μια μικρή ζωή του παρελθόντος
που παρασιτικά τρέφεται από τις τωρινές μας πράξεις

Όσο θυμάσαι τόσο την δυναμώνεις,
όσο προσπαθείς να ξεχάσεις τόσο την θεριεύεις

Αποκρύβει όλες τις αφύλακτες διαβάσεις
των σκέψεων
για να περνάς αμέριμνος και να προσκρούεις
στον ερχομό της

Είναι η διακόνισσα του ναού της ενθύμησης
Ούτε κερί λατρείας στη λήθη δεν σ’ αφήνει ν’ ανάψεις

Διαπλέει το χρόνο μας έχοντας υψωμένα
τα μαύρα ιστία της διάβρωσης και της αποσύνθεσης

Η απουσία είναι το έπαθλο που απονέμει η μνήμη
στους ταχύτερους δρομείς της φθοράς

ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Κάθε παρουσία τρέφει μέσα της
μεγάλα ή μικρά διαστήματα απουσίας
για μελλοντική χρήση

Της απουσίας τέκνο είναι η παρουσία
που με τη σειρά της γεννάει πάλι απουσία

Όταν από τις τωρινές πράξεις
λείπει ο φόβος της ενδεχόμενης απουσίας
όταν αυτή επέλθει εκπλήσσει σε σφοδρότητα

Υπόλογη
ενώπιον του δικαστηρίου του χρόνου
είναι μόνο η παρουσία.
[ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ και ΜΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ από τη συλλογή του Γιάννη Τόλια  ΕΥΛΥΠΗ  2010]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου