ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΚΑΣΚΑΛΗ ΔΩΡΑ Ανταλλακτήριο Ηδονών

Ο ΕΡΩΣ ΕΧΕΙ ΥΠΑΡΞΗ: Κοίτα, κάτω από το δέρμα σου το αίμα και ο πόθος ρέουν –κόκκινο σύννεφο!
Ας κάνουμε μια συμφωνία εγώ κι η σιωπή σου: θα ’ναι τόσο παρούσα που, αν ξεχαστώ για λίγο, αν πω ότι θυμάμαι, τ’ αδιάβαστά σου χείλη,  τα δυο νευρώδη πόδια, τόσο κοντά στο χέρι μου που χάιδευες για να κερδίσεις τους ρυθμούς σου και μου πετούσες νύχια μαλακά στο μονοπάτι μες το δάσος σου για να σε ξαναβρώ, θα κλείσει το πλάνο η σιωπή σου, θα πει το αποφασιστικό cut! Και μετά fade out. Δεν θα υπάρχουν όροι απαγορευτικοί, μόνο κατ’ οίκον περιορισμός μιας μπαγιάτικης επιθυμίας στο κουκούλι του λάθους. Τίμιες συμφωνίες σ’ ένα παιχνίδι ατιμίας για όρκους έρωτα που ασελγούν πάνω στο ανοίκειο σώμα του μαζί. [ Δώρα Κασκάλη, «Δευτερεύοντες όροι» από τη συλλογή ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΗΡΙΟ ΗΔΟΝΩΝ εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2014]



ECHINOIDEA
Παιχνίδια μας έπαιξε ο μικρός αχινός
εκείνο το μακρόσυρτο καλοκαίρι.
Πρωτεϊκός, αμφίθυμος
πλήγωνε την πατούσα μου τα πρωινά
και σου ’κλεινε το μάτι
άστοργα για να μπήξεις
το σίδερο στη σάρκα μου
και να ελευθερώσεις τον μαύρο ξενιστή.
Τα απογεύματα αντλούσε
από τον ήλιο που όργωνε
με νύχια φωτεινά τη ράχη του βουνού
προτού χυθεί ρευστός στον Παγασητικό.
Άνθιζε το κοράλλι στους μηρούς
βουτούσες χλωρό να το κερδίσεις,
να αγκυλώσεις με την αρμύρα του τη γλώσσα.
Το βράδυ πάνω στο κρεβάτι μας
κάρφωνε το στόμα μου, τη γυρισμένη πλάτη σου
να γκρεμίσουν τα οχυρώματα,
για  να βρεθούν τα σώματά μας,
σ’ ένα σπασμό συντριπτικό
που θα διέλυε τα καύκαλα των λέξεων
και θα ’δινε ένα άλλο νόημα στον έρωτα.

ΣΜΙΛΗ ΕΝΔΟΝ
Εργασίες εξόρυξης:
παίρνετε μια σμίλη
και την πρωθείτε μέχρι τον πάτο
του κρυστάλλινου δοχείου.
Μην έχετε αναστολές.
Απολαύστε άφοβα την υγρασία των εραστών
που ποτίζει τις ρωγμές της έντιμης ενηλικίωσης.
Η ρόδινη χοάνη
γίνεται κρεπ σατέν κι επιστρέφει τη χάρη
με το χάσιμο
στη φλέβα που φουσκώνει,
στην ανάσα που σκαλώνει πάνω στα δόντια,
επιστρέφει πιο ζεστή στο λάρυγγα
και θέτει σε τροχιά την άφατη γλώσσα.

Εργασίες ενταφιασμού:
οι αγαπητικιές προσφωνήσεις
επιτρέπονται κοινή συναινέσει
αλλά με πλήρη γνώση ότι
άπαντες οι όροι είναι υπό αίρεση
και η σύμβαση λύεται μονομερώς.

Πουθενά δεν με ενοικώ.
Παντού
ο χρόνος είναι
εσύ
και η πλησμονή αναβάλλεται.

ΑΝΑΤΟΜΙΚΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ
Τα πόδια μου κουράστηκαν
να κουβαλάνε το μικρό μου σπίτι
δυο δωμάτια σαλοκουζίνα και WC.
Γέμισαν σκοτωμένο αίμα οι φλέβες
όσο εγώ κάνω υπερωρίες
στου πόθου τα στιλέτα.
Απ’ τα παράθυρά του βγαίνουν δέκα χέρια
κι αυτά διακλαδίζονται σε δάχτυλα διακόσια
με νύχια αρπαχτικά που κρύβουν τη γενιά τους
στο κόκκινο, τυρκουάζ και κοραλλί μανό.

Η μάνα όλη μέρα θυμιατίζει
σε μία κόγχη της αριστερής αμυγδαλής
έχει στριμώξει εικόνες των Αγίων
επιχειρώντας πλιάτσικο στις πιο λάγνες μου μνήμες.
Εσύ κάνεις τραμπάλα στην αρσενική δεξιά
νιώθεις ασφάλεια μες την υπεροχή σου,
όσα σου δίδαξαν οι κραταιοί προπάτορες θυμήσου!

Από τη μία θηλή κρέμονται δέκα νάνοι,
από την άλλη ρέει πρωτόγαλα αγριμιού,
μια τιάρα μου υπόσχεται παλάτια
και κοφτερές, μεθυστικές βελόνες
με στέλνουν σε ναρκωτικά ταξίδια του χαμού.
Έχω μια πανάρχαια γιαγιά που κάθε βράδυ
ποντάρει την τιμή μου στα χαρτιά
κι εγώ κρατάω τσίλιες στους αιώνες
έξω απ’ έναν οίκο καθώς πρέπει
παραφυλώντας της ακολασίας το βασιλιά.

Πάνω στην άσπρη μου κοιλιά
θα σχεδιάσω ένα σπουδαίο δένδρο γενεαλογικό
και το αιδοίο μου θα υποθηκεύσω
μ’ αντάλλαγμα το σπέρμα βίαια ρομαντικών εραστών.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΕΝ ΚΕΝΩ
Λέξεις, έξεις, στο κενό
μ’ έχουν κρεμασμένη απ’ τον ιστό
πανάκι της οδύνης που αρμενίζω
με τα μικρά αιμάτινα ξέφτια
παραδομένα αθύρματα του Μάρτη
που αποφάσισε άγρια
να βγάλει τα τσιρότα
να σπείρει ρίγη
να ζώσει δέρμα
τσαλακωμένο σμυριδόχαρτο.
Ναι, σας ευχαριστώ
που με σκεφτόσαστε
ενίοτε
αποκτώ σχήμα τότε
εγώ η λαθραία,
μια κάποια επιθυμία
να μ’ επιθυμείτε.
Αποσύρομαι τώρα
στον σιωπηρό γυναικωνίτη
για να σύρω μια μισοσπασμένη, αμφίβια σαΐτα
στον αργαλειό που βούλιαξε
κι έβγαλε ρίζες
ο πάτος μιας επιθυμίας
απρόκλητα υγρής.

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ
Έλα να κοιμηθούμε τις αντιφάσεις μας:
θα είναι βάπτισμα
στην απόλυτη σχετικότητα.
Έλα να ντυθούμε τα θολά μας
περι γράμματα.

Λεξικοποιούμε τους ρόλους μας
αφού δεν μπορούμε να τους ζήσουμε
με το σώμα μας.
Όταν θα πεθάνουν τα ποιήματα
όταν θα σκοτωθούν οι ήρωες των βιβλίων σου
–θα γίνει το αδύνατο, θα δεις-
εσύ, αγάπη μου, δε θα ’χεις πια ζωή να ζήσεις.

ΧΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΛΕΞΕΙΣ
Πάλευα
και κάθε βράδυ
στο προσκεφάλι του ακουμπούσα
ένα σύντομο ποίημα.
Προτίμησα για το χατίρι του
τα βασιλικά ρούχα να πετάξω
με άσπρο φανελάκι να κυκλοφορώ.
Εξόρισα από το λόγο μου περίτεχνα επίθετα,
αραβουργήματα, λεπταίσθητες εικονοποιίες.
Με τη γραφίδα σκάλισα
τη ρίζα της ελιάς, έδωσα σχήμα σ’ ένα πρωινό,
ύμνησα την απλότητα του έρωτα.

Εύχυμα σώματα
κατοίκισαν τις ρίμες μου,
στόματα δάγκωσαν
μ’ όλη τους την οδύνη,
μέλη καίγονταν
στης λαγνείας το καμίνι.

Σαχραγιάρ, Σαχραγιάρ,
ακόμη ένα βράδυ θα μείνω ζωντανή.
Ο ήλιος θ’ ανατείλει μια νέα υπόσχεση.
Όλα είναι εδώ και όλα είναι κόμπος.
Σαχραγιάρ, Σαχραγιάρ,
ένα κοπάδι λέξεις, όμορφα συναγμένο
για να κερδίσω μάταια την προσοχή σας,
για ν’ αποκτήσω –φευ- μια χάρτινη ζωή.

ΑΔΩΡΑ
Όταν έσφαξες το ωραίο, μαύρο πιάνο με την ουρά,
κι έβλεπα να σταλάζει ακατάπαυστα
μια αιματόχρωμη αρμονία
απ’ τη λεπίδα του μυαλού σου,
δεν είπα τίποτε.
Σε αγαπούσα τότε.
Εσύ ο χειριστής, εσύ ο σφαγιαστής.

Όταν σου έγραφα το γράμμα
-έπαιζα χρόνια με τις λέξεις,
τα μικρά μου κατοικίδια με την καρδιά του αίλουρου-
κι εσύ το ξέχασες μες το σεντούκι
με τη σκαπάνη και τα βρώμικα φτυάρια,
ένιωσα να παλιώνουν όλα τα ποιήματα
που ήθελα να σου δωρίσω.

Σε αγαπούσα –ίσως- ακόμη
αλλά έμεινα χωρίς γλώσσα,
δίχως χέρια,
υποκατάσταση γυναίκας
σε βολικές ώρες ηδονής.

SILENTIUM AMORISI-
Μην με ταράζετε, του έγραφε, για να επιβεβαιώσετε την κυριαρχία σας πάνω μου. Είμαι ένα μετόχι που το πάτησαν οι αυθεντίες του πατέρα, του αδελφού, του εργοδότη, του κυβερνήτη. Σας παρέδωσα το πιο ατόφιο κομμάτι μου, το λίγο το δικό μου κι εσείς ζωστήκατε τα πυρομαχικά και το κάνατε πεδίο μάχης. Πηγαίνετε τώρα με τη δίδυμη καραμπίνα σας για άλλα θηράματα, το αίμα είναι πάντα το ίδιο αλλά ποτέ αρκετό. Εγώ θα ζωστώ τη σιωπή των νεκρών, έτσι λένε αυτοί που δεν ξέρουν. Όποιος έχει πεθάνει μια φορά, ξέρει ότι στα μνήματα μιλούν την άρρητη γλώσσα της αλήθειας.

SILENTIUM AMORISIΙ-
Την εποχή του τρόμου, του έγραφε, μην περιμένετε σεβασμό, ευχέλαια και λιτανείες. Αιρετικοί θα κατεβάσουν τις εικόνες. Είναι λυτρωτικό, ξέρετε, γα μας που χρόνια βασανιζόμαστε από τους ασημοκαμωμένους σωτήρες. Μας φάγαν τα μαλάματά τους τη γλώσσα, γέμισαν τα διδάγματά τους υποσημειώσεις τη νεαρή μας σκέψη. Τότε, αποσυνάγωγοι, τώρα στη χαρά της αναμπουμπούλας, βλάσφημοι. Έτσι και μ’ εσάς θα είμαι τρυφερά αγνωστικίστρια. Τη μέρα θα κλέβω το λάδι απ’ το καντήλι σας, θα γράφω πύρινους αφορισμούς, το βράδυ το ιδιοπαθές εμπύρετο που για καιρό με ταχταρίζει, θα φέρει τ’ όνομά σας.

SILENTIUM AMORIS –IΙΙ-
Σας ζηλεύω, έγραφε. Μπορείτε να απολαμβάνετε ως αναγνώστης τα ερωτικότερα ποιήματα. Γιατί δεν υπάρχει καμία συναισθηματική ανταπόκριση, δεν σας ανακινούν μνήμες που προσπαθείτε χρόνια να θάψετε, δεν μπορείτε να προσεγγίσετε παρά μόνον αισθητικά αυτόν τον γκρεμό, στον οποίο κάθε μέρα πέφτω και σκοτώνομαι, για να αναγεννηθώ το επόμενο πρωινό στο ανατομείο της ανάγκης.

Ύστερα έσκισε το γράμμα και κάθισε να παραγεμίσει με λέξεις ένα ακόμη εκμαγείο του.

SILENTIUM AMORISVI-
Σας ευχαριστώ που υπήρξατε αφορμή, του έγραφε. Το σχήμα της αφοσίωσης σφράγισε τ’ ασβεστολιθικά μου σπλάχνα. Ενίοτε επιτρέπω στην όραση να συμπλεύσει με το θυμικό μου. Μα σήμερα, κάηκαν οι λέξεις μέσα στα βιβλία σας, το χαμόγελό σας αναζητά ορισμούς που αντιδικούν με την κοινοτοπία. Όλα συνοψίζονται σε μια μνημονιακή προίκα, ολότελα ατομική. Στην ιδιωτική πινακοθήκη μου κράτησα περίβλεπτη θέση για σας που όλο αίμα ανθίζατε μέσα στο μπλε πουκάμισο. Αυτές οι προσωπικές μυθολογίες θα μείνουν πάντα ανιστόρητες. Τα βράδια της εσωτερίκευσης, εγώ θα σωματοποιώ ασκήσεις ύφους.

SILENTIUM AMORISVIII-
Σφοδρά χύνετε τις λέξεις στα καλούπια τους, του έγραφε. Με τι να σας παρομοιάσω; Τεχνίτης κωδωνοποιός. Μα οι καμπάνες σας ποικίλουν σε τόνο και σε έξαρση. Άλλες μου ψιθυρίζουνε στ’ αυτί κι άλλες σύγκορμα δονούν τη μνήμη. Θαυμάζω το θάρρος σας ν’ αναμετριέστε, θνητός εσείς, με την αθανασία. Μα εύχομαι, όσο ξιφουλκούσαμε με το βλέμμα, ένας υπόρρητος ήχος αυτού του μεσημεριού ν’ αντηχεί σε μια εξατομικευμένη συγχορδία

ΑΛΙΕΥΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΩΝ
Έπιασες το χέρι μου
με βία
τράβηξες το λουκέτο πουκάμισου άσπρου
κύλησε μες το στήθος το κουμπί,
μισοπνιγμένος το ’ψαξες
κι όταν σώθηκες απ’ το βυθό μου,
αναδύθηκες στο βράδυ του Σαββάτου
μ’ ένα μικρό μαργαριτάρι ανάμεσα στα δόντια.

Ζύγιασες με την παλάμη σου
τ’ αναστημένα μαλλιά μου
κι άφησες έγκαυμα
στην αγωνία του λαιμού
στράγγισε το σώμα σου
ιδρώτα
στη σπηλιά της μασχάλης.

Η γλώσσα σου ξεθηλύκωσε
κάθε συστολή
της γυμνωμένης μου πλάτης
κύλησαν στ’ αυλάκια της
ως τη ρίζα
της παραίσθησης
οι χυμοί σου.

Και
τράβηξες τη χορδή
που ηχούσε παράφορα
στη σάρκινη λύρα.
Η  άπνοη εκφορά της ηδονής
έκανε το φεγγάρι
στα σεντόνια μας
κομμάτια.

ΜΑΘΗΤΕΙΑ
Μου ’δωσε ζωή
με τη μυρωδάτη ανάσα του
μ’ έντυσε δέρμα
με τ’ άγγιγμά του
μου χάρισε πόθο
με το εύφλεκτο βύθισμά του.

Μου ’βαλε στο στόμα
λέξεις αφράτες
μου φύτεψε στο στέρνο
ένα ανθισμένο στεναγμό
μου ’στησε τα πόδια
στις λεωφόρους του παράφορου.

Με δίδαξε
να λέω τ’ όνομά του
μου ’δειξε
ν’ ανέβω αντίστροφα τον τάφο
κι ύστερα μ’ άφησε
στης απουσίας το λιοπύρι μου να ζήσω


ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ (Λένε πολλοί: «Η ηδονή διαρκεί ολίγα δευτερόλεπτα». Είναι μια αιωνιότητα, δεν είναι ολίγα δευτερόλεπτα. Είναι όλη η ύπαρξη εκεί. – Νίκος Καρούζος)
Τα μάτια έκλεινες
κι έχτιζες
με χείλη, γλώσσα, δόντια
το νεογέννητο κορμί μου.
Αναθεώρησες την αφή.
Ξαγκίστρωσες απ’ τα σπλάχνα
υπόκωφο αναστεναγμό.
Έκανες το σπασμό
λέξεις από βελούδο.
Κι όταν τα μάτια άνοιξες
ένα ζεστό χαμόγελο
μου κάρφωσες στο πέτο της καρδιάς.

Μου χάρισες
αιωνιότητα μιας ώρας

ΔΙΚΗΝ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΥ
Και φέρατε μαζί σας όπλο πρόσφορο για άμυνα ή επίθεση λέξεις κοφτερές κι ήταν η λεπίδα τους άλλοτε γυαλιστερή κάτω απ’ το φως της λογικής κι άλλοτε τόσο βελούδινη μέσα στα συμφραζόμενα ενός ακατάσχετου και λίγο ρετρό ρομαντισμού που τόσο σας πήγαινε.
Και κατείχατε για ίδια και αποκλειστική χρήση ένα σακούλι με ιστορίες μεθυστικές, που σπέρνατε στα ξερά λιβάδια των γυναικείων ψυχών. Ήσασταν σπορέας αλλά όχι θεριστής. Έτσι θέλατε ή δεν μπορούσατε αλλιώς.
Και διευκολύνατε κατά συρροή το ερωτικό φαντασιακό, αλλά εσείς πάντα φεύγατε νωρίς, για να μην πιαστείτε επ’ αυτοφώρω να νιώθετε.

Μη μου εξηγείτε το φεγγάρι, του έγραφε. Αφήστε με να το βλέπω σα μια οπή φωτός που οξειδώνει το μαύρο. Μόνο να μου χαρίζετε τις άλλες σας τις λέξεις, να τις κοιμάμαι στα εφεδρικά κρεβάτια που δεν κατάφεραν ποτέ να με κρατήσουν. Να μου ψιθυρίζετε τις ρίμες σας, σα να φυσάτε στον κοχλία του αυτιού. Και να μου δίνετε σπάταλα τη ζωή, τόσο ωραία αφηγημένη… Αυτά είναι η δική μου πανσέληνος που διαβρώνει τα ερέβη της μοναξιάς (Δώρα Κασκάλη, Ανταλλακτήριο Ηδονών) - για την αντιγραφή και επικόλληση: Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου