Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

ΑΠΑΝΩ ΣΤΑ ΣΚΟΤΩΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (έτσι συνεχίζεται η καταστροφή του κόσμου)

Η Στάθμη του Σώματος ποικίλλει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Είναι όπως λέμε: να το φεγγάρι και αυτό ουσιαστικά είναι ένα ψάρι στη λίμνη και η λίμνη σιγά-σιγά αποξηραίνεται και σε φωνάζω με το μικρό σου όνομα!..Μια τρύπια δεκάρα όλα στον πάτο της λίμνης μέσα στη λάσπη και στο όραμα  [αυτό είναι το ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ, τελευταίο «απόφθεγμα» από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Η ΣΤΑΘΜΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ 2010. Στον τίτλο ένα απόφθεγμα από ΤΑ ΟΣΤΑ, τη συλλογή όπου ο ποιητής γράφει για το Αυχενικό του Σύνδρομο: τα κάρβουνα των φιλιών και ο ασβέστης της νύχτας δημιουργούν αυτό το πέτρωμα στα όνειρα. Ύστερα τυφλώνεσαι. Δηλαδή θέλεις και βλέπεις ένα πρόσωπο. Στο τέλος μένεις μόνος με τους κυματισμούς του πονοκεφάλου και τους σοφάδες των λέξεων…  Σχολιάζοντας τα ολιγόστιχα ποιήματα σ’ αυτές τις συλλογές ο Κώστας Παπαγεωργίου γράφει:  Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Γιάννης Κοντός δοκιμάζει να τιθασεύσει το ποιητικό του σφρίγος στον περιορισμένο χώρο και χρόνο ολιγόστιχων -κάποτε μονόστιχων- ποιημάτων. Προηγήθηκαν τα ΟΣΤΑ (1982), όπου επιχειρούσε να «ασκηθεί» στη μικρή φόρμα, καταφέρνοντας αβίαστα να περιστείλει και να καταστήσει στιγματικές τις ανταποκρίσεις του στα ερεθίσματα-μηνύματα που δέχονταν ως άγρυπνος παρατηρητής του εσωτερικού και του εξωτερικού του  κόσμου. Το ίδιο επιχειρεί περίπου εικοσιπέντε χρόνια μετά, και στα ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ 2006 -μόνο που οι συνθήκες έχουν αλλάξει πια δραματικά και ό,τι φαινόταν τότε μακρινό, προοιωνιστικό και περιβεβλημένο με τον μανδύα του αγνώστου, τώρα έχει αποκτήσει ορατές και απτές διαστάσεις: η φθορά, προφανής ή συγκαλυμμένη κενό της απουσίας αγαπημένων προσώπων, όσο κι αν δεν ρικνώνουν τη φωνή του, δίνουν στο λόγο του μια πρωτόγνωρη απολογιστική χροιά. Τον κάνουν ν’ ακούγεται θυμοσοφικά αποσταγματικός… (ακολουθούν επιλεγμένα αποσπάσματα από τις παραπάνω συλλογές που διανθίζονται από σύντομα σχόλια για την ποιητική τέχνη του Γιάννη Κοντού) - Στη φωτογραφία, ανάμεσα στους στίχους, τρία έργα του Δημήτρη Γέρου όπου η Φύση μιμείται την Τέχνη: «Το δάκρυ του φρούτου όταν αποχωρίζεται το δέντρο» σμίγει με το «ασήκωτο» φως της μέρας, φτιαγμένο από «κομμάτια νύχτας (που) πέφτουν στη φωτιά», ενώ τα ρολόγια «πάνω στα ποιήματα» περιμένουν τις χαρές «με μεγάλη λύπη» πλένοντας «τα κουρασμένα πόδια των αγγέλων». Όταν δεν ξεχνιέται στο μηδέν, ο ποιητής «φυσά» μόνος «τον πηλό του να ξαναγίνει άνθρωπος» και, στη συνέχεια (όπως σε εκείνο το ποίημα της Μελισσάνθης που του άρεσε, με τον τίτλο Στη νύχτα που έρχεται), να ρίξει ρίζες, να ρίξει κλαδιά, να γίνει δέντρο που διψά ουρανό κι όλο αρπάζεται με δύναμη από τη γη…


ΠΛΕΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΑ ΝΕΡΑ ΠΟΥ ΤΡΕΧΟΥΝ ΠΟΤΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΜΗΛΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ  - επιλογές αποφθεγματικών στίχων από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΤΑ ΟΣΤΑ 1982:
2. Πρέπει να βολευτώ στην αγκαλιά σου.
Κυρίως πρέπει να προφυλάξω
τα μάτια μου από τα χιόνια
του καλοκαιριού.

4. Κάθεσαι στην καρέκλα και κοιτάζεις
το φεγγάρι στον τοίχο. Στα τυφλά
στα μουγκά,  ψάχνω τα χέρια μου.
Τα φοράω και καπνίζω.

6. Πολλοί άνθρωποι άσπρισαν
γύρω μου. Γίνανε ασβέστης.
-Με την κιμωλία τους
γράφω ποιήματα.

8. Τα ρούχα μας μπερδεμένα
στην καρέκλα, μοιάζουν
φίδια σε οργασμό.

9. Αυτές οι βυζαντινές κοπέλες
που βλέπω κάθε μέρα
επαληθεύουν τους εσπερινούς
και τα κυπαρίσσια.

12. Πηγαίνω άκρη-άκρη στο λαιμό σου
Η καμπύλη πάλλεται.
Έχει φωλιές,
πολλές φωλιές.
Από το στόμα μου
τρέχουν χώματα.

14. Αυτό το χειμώνα θα ρίξω τα ποιήματα
στη σόμπα για να ζεσταθούμε. Θα σκάνε
οι λέξεις σαν κοριοί στη φωτιά, θα γεμίσει
η σόμπα αίμα, θα σβήσει - θα παγώσουμε-

16. Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο
Δεν μπορώ να μετακινηθώ. Ένα λιοντάρι
με περιεργάζεται με τα κίτρινα μάτια του.
Δεν είμαι ο Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων,
ο Γιάννης είμαι και δεν θέλω ούτε λιοντάρια
ούτε ανθρώπους. Το δωμάτιο θέλω να καθαρίσω
και να καθίσω σε μια καρέκλα να ξεκουραστώ.

19. Τρέχοντας σ’ αυτή την ταινία τρόμου
μαζί με τους πεθαμένους - ένας πεθαμένος
παίζει όμποε- δεν ευθύνεται για τίποτα.
Άλλοι γράψανε το σενάριο, άλλοι χειρίζονται
τις μηχανές, άλλοι ελέγχουν τους φωτισμούς

κι ο μέγας σκηνοθέτης έχει πάντα τον τελευταίο λόγο

21. Πρωί -πρωί χιλιάδες μικρά κορίτσια
με ποδήλατα τρέχουν σε κατηφόρες
ανεμίζοντας ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου

23. Έρχεται πάλι καλοκαιριάτικα αυτός
ο  Φρανς Κάφκα. Κάθεται. Παίζουμε σκάκι.
Πίνουμε γάλα -που πολύ ταιριάζει
με τα μαύρα ρούχα - Λέμε αστεία
και γελάμε. Έχει ένα σιδερένιο βήχα
που με αναστατώνει. Βγάζει το παλτό
και με ρωτάει για σένα. Του εξηγώ
ότι κοιμάσαι δίπλα. Συνεχίζουμε.
Τα ξημερώματα φεύγει, παίρνοντας μαζί του
το μισό δωμάτιο  -όπως πάντα με κερδίζει

26. Κυρίως είμαι κηπουρός στις πέτρες

27. Κάθε βράδυ η γυναίκα του διπλανού
διαμερίσματος καταλαβαίνω ότι είναι γυναίκα
από το θόρυβο των μαλλιών- καρφώνει κάτι
στον τοίχο. Μπορεί τα μυστικά της, μπορεί
τα κουζινικά της. Όχι, καρφώνει το χέρι της
ψηλά και έτσι κρεμασμένη κοιμάται σαν νυχτερίδα.

31. Έγειρε λίγο και κοίταξε στα μάτια
τον κόσμο. Ένα χορωδιακό γέλιο
ανέβηκε στον ουρανό.

Μετά ακούστηκαν κέρμα και λαμαρίνες
στην άσφαλτο

37. Κάθομαι τα βράδια και ταιριάζω
γράμματα, λέξεις και αναπνοές.
Με φακούς, με κόλλες
με γυμνό μάτι, με ψαλίδια.

Την άλλη μέρα κάτασπρος
στο αλατωρυχείο μαυρίζω

38. Να είσαι ένας ήλιος πεταμένος
στα χώματα. Τα δένδρα να κρέμονται
από τον ουρανό με ρίζες στα μαλλιά σου.

Να είμαι ένας άπελπις.

39.  Πάντα ο δολοφόνος επιστρέφει στον τόπο
του ποιήματος. Ρωτάει τους περαστικούς,
κάνει τον ανήξερο, είναι πρόθυμος
να συνεργαστεί με τις αστυνομικές αρχές.
Δίνει τα χαρακτηριστικά του στη σήμανση.

Κρυμμένος στην ανωνυμία, περιμένει.
Μόλις δει αιχμηρό αντικείμενο, χτυπάει.
Αν δεν βρει θύμα, ορμάει στον εαυτό του.

40. Τυλιγμένη στην εσάρπα σου
μοιάζεις με ψάρι σε δίχτυ.
– Από τα τελευταία της αποξηραμένης
λίμνης, με τα πράσινα νερά –

42. Μιλάει ο γέρος: αυτά τα σκουριασμένα χείλια,
με το κενό των δοντιών δε θα σε φιλήσουν.
Αυτά τα δάχτυλα με τα άλατα, που τρίζουν
δε θα χαϊδεύουν το φύλλο σου -ένα τσιγάρο
κρατούν και προσπαθούν να μπουν στα γάντια-

(Έχω ξεχάσει την περιπέτεια των χρωμάτων
και τα μάτια σου)

44. Οι άνθρωποι που γνώρισες αφήνουν
στίγματα πάνω σου.
Έρχεται καιρός που είναι κατάστικτος.

(Έτσι γίνονται ποιήματα-πολιτισμοί-καταστροφές)

46. Πετάω λέξεις μες στο στόμα σου.
Πετάω τον ύπνο σε βαθιές πρασινάδες
Πετάω νόμισμα στο τραγούδι

Δε γίνεται καμιά έκρηξη.
Απλώς ξεχνιέμαι.

51. Τρέχεις, σε κυνηγάνε εικόνες πήλινες.
Σπάζεις τον καλαμένιο φράχτη
και βρίσκεσαι σε άλλη χώρα.
Όπου άλλοι άνθρωποι, άλλα
ονόματα, άλλη γραφή –χάλκινη.

62. Απογευματάκι, στρίβαμε τη γωνία
Ένα δένδρο έπλεε στον αέρα.
Το ποίημα άσπριζε τόπους τόπους.

66. Θα κόψω αρχαίο νόμισμα
με το κεφάλι σου. Μετά
στα εργαστήρια θα ψάχνουν
για δυναστείες, χρονολογίες και τα συναφή.
Φαγωμένες όλες οι ενδείξεις από το χώμα,
από το θειάφι -μόνο το ένα μάτι
κάτι θα θυμίζει απ’ τα παλιά-
Εγώ δεν θα ζω για να δώσω εξηγήσεις.
Έτσι στη βιτρίνα θα μείνεις μεταλλική
κραυγή αναπάντητη.

67.  Όταν πάω να σε φιλήσω
όλο κρύβεσαι –λες και θα σε φωτογραφίσω-
Κατεβάζεις το κεφάλι και ο αυχένας σου
τρέχει ποτάμι, χύνεται στο απόγευμα.
Κάθομαι άνεργος, σε κοιτάζω να πρασινίζεις.
Αργότερα κλείνομαι στην τουαλέτα
και προσπαθώ να βάλω τα πράγματα στη θέση τους.

Λέω λοιπόν: τη λάμπα φεγγάρι,
τον καθρέφτη ουρανό και εγώ που χτενίζομαι
εκεί μέσα άνθρωπος – έξω  η νύχτα.

69.  Ανοίγεις τα πόδια -ψαλίδι, διαβήτης-
Μοιρογνωμόνιο και μετράς:
την αντοχή μου, τη γωνία μου, την αγωνία μου
-στο πέταγμα, στο πέσιμο, στο σκάψιμο-

(ποτέ δεν κατάλαβα τη γεωμετρία
από παιδάκι ήμουνα μουσικός)

71.  Φυσούσε ένα τραγούδι ξεχασμένο.
Ο κήπος αυτή τη φορά ήταν πραγματικός.
Τα αχλάδια μεγάλωναν πραγματικά όπως στα παραμύθια.
Πλησίαζα το στόμα σου και με κατάπινες
όπως στα παραμύθια.

74.   Δεν ξέρω άλλο σώμα από το δικό σου
Κάθε μέρα το βουρτσίζω, το τινάζω
το μπαλώνω -λέμε κάνα δυο κουβέντες-
το φοράω ή κρύβομαι πίσω του και κοιτάζω
τον κόσμο.

76.   Πάλι χάθηκα στην έρημο του κρεβατιού.
Παραμονεύουν λευκοί σκορπιοί και ήλιος.

81.   Όλα τα είχα προβλέψει. Ότι χθες ήταν Τετάρτη.
Ότι  θα έμπαινε στη θήκη, με τη σκουριά,
με τα φύκια, με το γάλα των ονείρων.

Όλα τα είχα προβλέψει, εκτός ότι το χώμα
-εξαιτίας μιας νευρικής κίνησης-
θα μας σκέπαζε για τα καλά.

86.   Στο πάνω όνειρο, άσπρα σπίτια.
Ρόπτρα στις πόρτες. Τα σιδερένια χέρια
κρατούν γυάλινη σφαίρα -τον κόσμο-
Χτυπάνε και δεν ξυπνάω. Παρακάτω
η γυάλινη σφαίρα γίνεται μπάλα,
γίνεται κομμένο κεφάλι -την κλοτσάνε-

87.   Το μεταχειρισμένο βλέμμα.
Οι παγωμένες εικόνες, τα χώματα,
οι ρίζες της μνήμης -τα ρούχα σου
ζεστά στο πάτωμα, μαζί με τα κομμένα
νύχια- Ξυρίζομαι. Φοράω τη μάσκα,
κρατάω περίστροφο και μπαίνω στη ζούγκλα
του ποιήματος.

90.   Είδα ακόμα στην εξοχή, δένδρα
τυλιγμένα με κορδέλα μαγνητοταινίας.
Ο αέρας τα στροβίλιζε και ακουγότανε
μια ασημένια βυζαντινή μουσική.
Τρέχανε τα αυτοκίνητα, κορνάρανε,
πατούσανε μικρά θηλαστικά.

92.   Το επόμενο βήμα.
Το επόμενο ποίημα.
Το επόμενο κύμα
των λέξεων -αίμα στο στόμα-

93. Ξύπνησα με κοντά παντελονάκια.
Κρατούσα με σπάγκο τον ουρανό
και πήγαινα και έκλαιγα.

94.   Δεν μπορεί (κάποτε)  εκεί
που με πονά η πλάτη,
θα πεταχτούν φτερά ή έστω ένα
και θα πετάξω κάθετα.
Κλείνοντας τα μάτια στις φωνές-
στις φωτιές του κόσμου.

95.   Θα ξετυλίξω τη γάζα,
το σύννεφο (πάλι σε κρύβουν)
Θα φτάσω στο κουκούτσι του καιρού.
Το τρώω. Βγάζω, κλαριά, φύλλα,
καρπούς. Σκαρφαλώνω από μέσα
στον κορμό σου.

97.   Σήμερα είναι όλα πλάγια στοιχεία
Όπως κοιμάσαι πλάι μου και από
τις μασχάλες σου πετάγονται
μυθιστορήματα τα βράδια.

98. Πάλι στης κουζίνας τα θαύματα
είμαστε. Με τα μαχαίρια να κόβουν
την ομορφιά σου στη μέση. Από το δάσος
του ψυγείου μαζεύουμε φρούτα. Ροκανίζω
τη φρυγανιά –το χρόνο μου, σ’ αυτή
την καθημερινή κρύπτη.

101.   Τα φιλιά σου δεν είναι φιλιά.
Είναι κλωστές από παλιά τραγούδια.
Είναι το νόμισμα που δάγκωναν
οι πρόγονοί μας  όταν τους κυλούσαν
στον Αχέροντα.

102.   Μονοσάνδαλε εαυτέ μου,
τι όνειρο είδες στο βουνό
και σου έκοψε το χέρι η μέρα;

103.   Με τον αέρα τρίβονται
οι πέτρες, ανάβουν.
Αυτές τις πέτρες κουβαλάω
στον ύπνο για να κτίσω
τη θάλασσα.

Ξυπνάω μ’ ένα φύλλο
για γλώσσα και παραμιλάω.

104.   Αυτή η κοπέλα είναι χάρτινη,
είναι μολυβένια. Όταν όμως
τη φιλάω στον αφαλό, περνάω ανέμελα
σφυρίζοντας το δάσος και κατασκηνώνω
στο εύκρατο βουναλάκι της

107. Καθόμαστε στο πάτωμα
(στο μαύρο χόρτο)
πλάτη με πλάτη.
Φεύγεις. Στη θέση σου
μια μεγάλη σπηλιά,
βγάζει ζεστό αεράκι
του μέλλοντος.

109. Πρέπει να προσέξω τη μοναξιά μου.
Μερικές φορές στα ενδιάμεσα
των δαχτύλων και στα χαλίκια των ματιών
βγαίνει το χορτάρι της φωνής σου.

110. Αυτές οι χαμένες κουβέντες των ανθρώπων
που σβήνουν μόλις βγούνε στον αέρα-
γίνονται άμμος- Αργά, αλλά σταθερά
σφίγγουν την πόλη -θα τη θάψουν.

116.  Σήμερα θα την περάσουμε
χωρίς φεγγάρι. Με σφυρί
θα σπάσω το πέτρωμα
της μνήμης. Θα είναι όλα άσπρα,
θα διψάς και θα σου δίνω κόκκινο νερό.

Θα θυμάσαι μόνο τις πατούσες
του ποιήματος

121. Τα λόγια μου αρνιά
που γίνονται πέτρες
βόσκοντας το χόρτο
της επιθυμίας σου.

122. Θα είναι ένα κάψιμο
στον κρόταφο. Ηλεκτρισμός,
φιλί ή πυροβολισμός θα είναι.

(Θα ακούω το ραδιόφωνο
των ματιών σου)

124. Ξεράθηκε το στήθος στο όνειρο.
Την τελευταία στιγμή, θα φέρεις
τα νερά, θα ποτίσεις τα μαραμένα
του κόσμου.

133. Ανακεφαλαιώνοντας: η πάνινη μπάλα
που κλοτσάμε όλη νύχτα είναι το μάτι
του Κύκλωπα. Θα ξυπνήσει, θα φορέσει
το μάτι του, θα μας φάει!...

Γιάννης Κοντός, ένας ανιδιοτελής ιδεολόγος της ποίησης (απόσπασμα από κριτική του Θανάση Νιάροχου):   
Η Ποίηση είναι η ιδεολογία του Γιάννη Κοντού, όπως για έναν άλλον είναι η επανάσταση, ο Θεός, ο,τιδήποτε άλλο. Γύρω απ’ αυτήν συναιρούνται και συναρθρώνονται όλες οι έννοιες της ζωής, χωνεύονται μέσα της και τότε μόνο επιζούν αν γίνουν ποίηση. Αυτή που ζυγίζει τον άνθρωπο και τον κόσμο στην άκρη του γκρεμού, αλλά δεν τον ρίχνει ποτέ κάτω. Ή και γκρεμισμένο, η πνοή της δεν λείπει ποτέ από μέσα του αφού οράματα υπάρχουν συνεχώς μπροστά στα μάτια του. Ποίηση βέβαια τα πάντα για τον Κοντό, αλλά όχι από οπουδήποτε κι αν προέρχεται. Όσο κι αν θεωρεί το ποιητικό γεγονός διάχυτο στον κόσμο, τη λειτουργία που το αποθανατίζει στο χαρτί την αντιμετωπίζει ως κατ’ εξοχήν απρόσιτη και δυσκολοκατάχτητη πράξη. Νομίζω ότι από αυτή την αίσθηση δυσκολίας βγαίνει η γλώσσα του Κοντού. Μια γλώσσα που αντιμετωπίζει την πιο κοινόχρηστη ακόμα λέξη, ως υλικό αντικείμενο που πρέπει να σμιλευτεί πριν πάρει τη θέση της μέσα στο ποίημα. Έτσι ώστε να λάμπει κατόπιν μέσα σ’αυτό…  [Θανάσης Νιάρχος, απόσπασμα από την κριτική του που δημοσιεύτηκε το 1978 στο περιοδικό ΤΡΑΜ 7]

«ΛΑΜΝΟΥΝ ΜΕ ΚΑΤΙ ΚΟΥΠΙΑ ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΑ» (Σολωμός) - επιλογές αποφθεγματικών στίχων από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού Η ΣΤΑΘΜΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ 2010:
Στο σκοτεινό μέρος του κήπου
όπου τα λουλούδια συνωμοτούν

Ένα σύννεφο έφυγε απ’ το κοπάδι του
και ήρθε βρεγμένο στην πόρτα μου

Σήμερα ο χρόνος απεργεί.
Έχω να σε δω πολλές μέρες.

Η θάλασσα όμως αναδεύεται
γαβγίζει τον ίσκιο της.

Οι λογαριασμοί μας δεν τελείωσαν ακόμη
Περιμένουμε τη μεγάλη αφαίρεση.

Ένα φύλλο έπεσε από ξερό κλαδί
κι έκανε κομμάτια το τοπίο.

Σκιές στο σώμα σου υπάρχουν από παλιά χάδια
Πατήματα ξένων. Δασάκι φιλιών σε περιβάλλει
και μια λιμνούλα είναι ο αφαλός.

Τα σύννεφα χθες ξεχάστηκαν στη βοσκή.
Σήμερα μηρυκάζουν τη βροχή
και πετάνε χαλάζι στο παρελθόν.

Πάλι η γραμμή του ορίζοντα
σφίγγεται θηλιά στο λαιμό μου.

Δεν άσπρισαν τα μαλλιά μου
απλώς μαύρισαν τα όνειρα μου.

Όλη μέρα ο καταπέλτης του ουρανού
έριχνε πέτρες.

Τι κενό αυτή η φωτογραφία.

Σήμερα (το σήμερα δεν είναι ημερολογιακό) έχει συννεφιά.
Πέφτουν μεγάλα κομμάτια ονείρου στη θάλασσα της ψυχής σου.

Πάλι βρέχει λέξεις.
Θα ανθίσουν τα δένδρα.
Θα δέσουν καρπό

Ρήγματα αυτή την Παρασκευή έχει το στερέωμα
Φαίνεται αλλάζεις πλευρό και με σκέφτεσαι.

Όταν τελειώσει η αγάπη μας
τι μπάζα έχω να πετάω.

Φονιάδες μήνες που περνάνε γι’ αθώοι.

Κομμάτια νύχτας πέφτουν στη φωτιά και γίνονται μέρα.

Μέσα στην παγωμένη νύχτα
φώναξα το όνομά σου.
Πέσαν όλα τ’ αστέρια σαν χαλίκια
-Λες και ο Θεός παραπάτησε
στο στενό δρομάκι του Παραδείσου

Τα ρολόγια είναι πάνω στα ποιήματα.
Και οι λέξεις είναι οι μπαταρίες τους
κι όλα μαζί είναι νάρκη
του τελευταίου πολέμου ξεχασμένη.

Ιούλιος -όπως στα ποιήματα του Καβάφη
και στα έργα του Τενεσί Ουίλλιαμς
Υγρασία. Μια γάτα πηδάει απ’ το μπαλκόνι.
Τα δάχτυλά σου ακουμπάνε την πόρτα
και παίρνει φωτιά.
Φωνές από το παρελθόν
και ιδρωμένα σεντόνια.

Το σκοτεινό του άσπρου
η λάμψη του μαύρου
και στο ενδιάμεσο τα ίχνη σου

Πέρασε ένα πουλί και σκέπασε για λίγο τον ήλιο

Τις χαρές τις περιμένω με μεγάλη λύπη.

Ζωγράφιζα σήμερα κεφάλια του Μοντιλιάνι
και μου βγαίνανε όλα Πικάσο.

Μη φεύγεις τώρα που μου έμαθες τη μοναξιά.

Απορρόφησες το τοπίο σαν στυπόχαρτο
Εμένα μ’ άφησες απέξω

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ
Τι εφήμερο που είναι το σώμα σου
και κάποιος για χρόνια να το θυμάται
πάλι εφήμερο θα είναι.
Θα μυρίσει χώμα και το φως των ματιών σου
θα σβήσει. Κάτι λουλούδια θα θυμούνται
ότι τα πάτησες όπως έτρεχες.

Μια μέρα ένα αεράκι κάθισε στον ώμο σου.
Κάτι σου είπε κι έφυγες μαζί του,
βάφοντας κατακόκκινες τις νεραντζιές του δρόμου.

Στα αγκάθια μιας τριανταφυλλιάς
σκάλωσε το πουκάμισό σου
και σκίστηκε. Φαίνεται η τριανταφυλλιά
γνώριζε την ομορφιά σου.

Φύσηξε τον πηλό μου να ξαναγίνω άνθρωπος.

Η στάθμη του σώματος στο μικρό ποίημα
Το ποίημα είναι ένα και αδιαίρετο. Όμως υπάρχουν μικρά και μεγάλα ποιήματα σε έκταση. Είναι σαν να κρατάς μια χειροβομβίδα, σκάει και σε ακρωτηριάζει. Έτσι πρέπει να νιώθει ο καλλιτέχνης όταν πιάνει λέξεις με γυμνά χέρια. Είναι αυτό που λέει ο Σεφέρης: «Τ' είναι Θεός. Τι μη Θεός. Τι τ' ανάμεσό τους». Ή όταν φυτρώνει το χορταράκι και ένα μυρμήγκι το βλέπει θεόρατο δέντρο. Αυτό που λέμε μικρό ποίημα, σου δημιουργεί την ανάγκη του ελάχιστου, να φύγουν τα περιττά, να απογυμνωθεί. Αλλά τις πιο πολλές φορές είναι εσωτερική ανάγκη του δημιουργού. Ξέρετε και τα δύο έχουν νερό, αλλά όλα γίνονται κάτω από την πίεση της στιγμής, που μπορεί να είναι ένας χρόνος. Διάβαζα πριν χρόνια μεταφράσεις του Εζρα Πάουντ από τον αείμνηστο Κώστα Κυζηράκο. Στο τέλος, στις σημειώσεις για ένα ποίημα -διηγείται ο Πάουντ- ήταν το ποίημα μια σελίδα και διορθώνοντας και κόβοντας έμεινε ένας στίχος και λίγο από κάτω του μεγάλου αυτού δασκάλου. Αυτά τα πράγματα δεν εξηγούνται γιατί είναι συνδυασμός: σώματος, φαντασίας, αίματος, βλέμματος, αφής και ενός μυστήριου χρώματος (κάτι ανάμεσα σε μπλε, γκρι και αίμα σφαγμένου ταύρου!). Όσο για το μικρό ποίημα, πλέει σαν ξυλαράκι στη θάλασσα. Εξάλλου είναι ανάγκη μέχρι πού θα πάει το χέρι σου γράφοντας. Πολλές φορές οδηγείται να κάνει οικονομία στις λέξεις. Άλλες φορές είναι το ακαριαίο που σε σώζει από τα περιττά. Στο μικρό οι λέξεις μεγεθύνονται, αποκτούν άλλες διαστάσεις, αλλάζουν χρώματα, είναι τραχιές, είναι συνάμα βελούδινες. Ύστερα, οι δυο-τρεις στίχοι του ποιήματος σου μένουν. Είναι εγκαυστικοί στο νου. Μπορεί τις νύχτες να σου αγγίζουν τον ώμο ο Ρεμπό και ο Καβάφης, γι' αυτό να παραλογίζεσαι και να βγαίνουν μικρά τα ποιήματα. Μπορεί να φταίει το μέγεθος του χαρτιού. Δεν είναι παραδοξολογία ότι πολλές φορές το μέγεθος του χαρτιού ορίζει και το μέγεθος του ποιήματος. Κάθε μέρα στα ποιήματα αυτά είναι τ' Αϊ-Γιαννιού και ανάβουνε φωτιές. Είναι τα σινιάλα για την άλλη ζωή. Τα ποιήματα αυτά είναι πρακτικά. Θυμίζουν καθημερινά εργαλεία δουλειάς: κατσαβίδια, πένσες, μαχαίρια, λίμες κ.ά. Και όλα αυτά να τα έχει ρίξει στη γη ο θόλος του ουρανού. Είναι και που μιλάνε οι στίχοι τις νύχτες και σε παρασύρουν σε αρχαιολογικούς χώρους, σε ανασκαφές νωπές και σε σπασμένα μυροδοχεία. Πώς σε χτυπάει κατάστηθα το μικρό ποίημα, σαν σφαίρα αυτοκτόνου. Και το σώμα γέρνει και βαραίνει στη ζυγαριά του ουρανού. Τεχνικές δεν υπάρχουν. Το τυχαίο και η πείρα κυριαρχούν. Δεν ξέρω γιατί αυτή η έρημος κινείται σαν θάλασσα. Μετά σε δένει ένα σκοινί με αυτά τα ποιήματα και δεν ξεκολλάς ποτέ. Χωρίς υπερβολή, συνομιλείς με τον θάνατο. Τι ανηφόρες, τι βουνά, τι δάση πέρασα παρέα με το σκύλο μου τον Ροκ, για να βρω αυτά τα ποιήματα, να τα καθαρίσω από τα πούπουλα και να τους δώσω ζωή. Σε όλα αυτά τα ποιήματα-σπίρτα προσπάθησα να ζεσταθώ τον χειμώνα και πλάι μου ήσουνα εσύ που οδηγούσες το χέρι μου. Μέσα από αυτές τις σκοτεινές λέξεις πλησίαζα τον Θεό. Οι αποστάσεις μικραίνουν ή μεγαλώνουν αναλόγως. Κι όπως γράφει ο Σικελιανός: «και το μακρά και το σιμά για με πια είν' ένα». Μια ψιλή βροχή πέφτει. Σιγά σιγά σβήνουν οι φωτιές, έρχεται η νύχτα και τα άγρια του δάσους κοιμούνται ήσυχα στις φωλιές τους. Τα ποιήματα ξαγρυπνούν, μικρές κίτρινες πεταλούδες πάνω στο σώμα σου. [Γιάννης Κοντός]

ΔΥΝΑΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ (σχόλιο της Σταυρούλας Τσούπρου)

 Δυνατό είναι το άρωμα (μέλι και γιασεμί) των στίχων…Μόνο που αυτό το άρωμα των στίχων του Γιάννη Κοντού είναι πολύ πιο «εγκεφαλικό» από εκείνο της δημοτικής ποίησης, πιο εσωστρεφές και, βέβαια, αμετάκλητα πικραμένο. Όσο για την παλαιά καλή συνήθεια της αρμονικής συνεργασίας τής ποίησης του Κοντού με τις εικαστικές τέχνες, καταλήγει εδώ ενίοτε σε ποιητικές λεζάντες φανταστικών πινάκων, τόσο ονειρικών όσο και η ζωγραφική του Δημήτρη Γέρου που κοσμεί το εξώφυλλο και εξεικονίζει το ανείπωτο των λέξεων. «Το δάκρυ του φρούτου/ όταν αποχωρίζεται το δέντρο» σμίγει με το «ασήκωτο» φως της μέρας, φτιαγμένο από «κομμάτια νύχτας (που) πέφτουν στη φωτιά», ενώ τα ρολόγια «πάνω στα ποιήματα» περιμένουν τις χαρές «με μεγάλη λύπη» πλένοντας «τα κουρασμένα πόδια των αγγέλων». Όταν δεν ξεχνιέται στο μηδέν, ο ποιητής «φυσά» μόνος «τον πηλό του να ξαναγίνει άνθρωπος» και, στη συνέχεια (όπως σε εκείνο το ποίημα της Μελισσάνθης που του άρεσε, με τον τίτλο Στη νύχτα που έρχεται), να ρίξει ρίζες, να ρίξει κλαδιά, να γίνει δέντρο που διψά ουρανό κι όλο αρπάζεται με δύναμη από τη γη.
Η ελπίδα μάς ζει και μάς πεθαίνει. Η νέα συλλογή του Γιάννη Κοντού, "λάμνοντας με κάτι κουπιά τσακισμένα", όπως διαβάζουμε στον στίχο του Διονυσίου Σολωμού που έχει ως μότο, εξιστορεί ακόμη μία περιπέτεια αυτής της ελπίδας. (Σταυρούλα Γ. Τσούπρου ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Βιβλιοθήκη, 30/7/2011)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου