ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΝΑΟΥΜ ΧΑΡΑ (ανθολογία)

Φυλακίζω ένα σπουργίτι στα στήθη μου και λίγο πριν καταπιώ την έβδομη ψυχή μου γίνομαι μοναξιά σε χειμερία νάρκη και κλωσάω ραγισμένα ποιήματα

Ξεμείναμε από χέρια. Μάταια σκάβαμε στη θάλασσα  να ανασύρουμε το αδράχτι που μονομιάς τρύπησε τ’ όνειρο τόσων και τόσων στεναγμών. Σα να ‘ταν νύχτα το τρίξιμο των λουλουδιών  (δεν ξεχωρίζανε απ’ τα κύματα)  μύριζε σκόνη κι αφρός γινόταν κάθε φιγούρα στο λιμάνι. Ξέντυναν λέξεις οι σκιές  να τις μουλιάσουν στα ρηχά καθώς τα πόδια στο νερό, τα χέρια στην προβλήτα, παρατημένα πίσω, άλλων ιστόριζαν φωνές. Γιατί οι δικές τους είχαν μείνει δίχως όνομα,  ήταν δοσμένες στη βροχή, ίδια κελάρυσμα διστακτική σταγόνα από τα χείλη ολίσθαινε σπανίως. Κι έτσι όπως δίχως χέρια μέναμε και περπατούσαμε ήσυχα πάνω από τα κεφάλια τους πάνω απ’ τα πράσινα κελιά τους (πάνω απ’ την άχνα των θανάτων) στα δέντρα απλώναμε το χάραμα αιώρα πάνω απ’ τις ματιές που αντάλλασσαν με το διαβάτη μακριά απ’ τα σύννεφα που πέταξε ερείσματα των ουρανών όταν ανάσαιναν
σπανίως  [ΟΤΑΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΡΩΤΕΥΟΝΤΑΙ ΛΕΞΕΙΣ]

Πέντε δέκα δεκαπέντε, ώσπου να πω βροχή εξαφανίζεται η πύλη που άνοιξαν δρυοκολάπτες στον κορμό του τοίχου… Στάλα σταλαγματιά σταγόνα στάζει η λαιμητόμος στο προσκέφαλό μας. Η ακτινογραφία του καθρέφτη έδειξε υποταγή ειδώλου, δεν έχουν πια θέση καμιά τα πεφταστερια στο τραπέζι. Σβησμένο απόμεινα χαμένο μηρυκαστικό, τις πρασινάδες ονειρεύομαι κι ένα ανάποδο θαυμαστικό όπως το καναρίνι που δε θάψαμε κι όμως αντήχησε η οργή του πεύκου ως τα άπατα των προσευχών

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ ή ΤΟ ΛΕΩΔΟΡΕΙΟ
Κάποτε τους παρατηρώ να σιγοτραγουδούν
καπνίζοντας μια φευγαλέα ανάμνηση καπνού
Οι διαδρομές έχουν ένα παράξενο άλλοθι
κι οι επιβάτες συλλαβίζουν ακατάπαυστα
μια ιδανική σωτήρια μοναξιά
πλάθοντας ιστορίες για αποχαιρετισμούς
και ανήκουστες συνωμοσίες
Ύστερα ένα σύννεφο πέφτει κολλάει στο τζάμι
κι ανύποπτη η γυναίκα με το σύννεφο κατάστηθα
λίγο τρεκλίζει
κι έπειτα υψώνεται γκρεμίζοντας την οροφή χαριτωμένα

Η νύχτα είναι μια συμφωνία
σιωπηλών διαλόγων που ανταλλάσσεις με το βλέμμα
καρφωμένο σ’ ένα πρόσωπο κατακερματισμένο
που κοιμάται πλάι σου
Τι σημασία έχει ποιος κοιμάται πλάι σου

Μια μελωδία ξεκολλάει με βία τις ρυτίδες της
κι απλώνεται κορίτσι σ’ άδειο πιάτο

Πάντοτε κάποιος περιμένει να γραπώσει νιότη

Θέλω να πω
Τίποτα δεν θέλω να πω
Όλα ειπωμένα κατά μόνας
έχουν τη γεύση
του αποκοιμισμένου ζώου
που κυνηγάει σ’ όνειρο πιο πραγματικό
απ’ τη στιγμή την ίδια που
απλώνουν τις φτερούγες τους
ξεγλίστρησαν
δυο αργοπορημένα κόκκινα παιδιά



ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΟ
Μεσάνυχτα
Κλωσάω ραγισμένα ποιήματα
Όταν χειμωνιάζει φοβάμαι
μην ξεπεταχτούν πρόωρα από τ’ αυγό τους
και ξενιτευτούν στο κρύο

Τα χέρια μου δύο
υπερμεγέθεις κλεψύδρες
ασφυκτιούν στην αποθήκη
Κρύβομαι εδώ και μήνες
Δεν έχω όνομα ταυτότητα
τρίχωμα ευκαιρίες
απογόνους-θηλαστικά
Με κυνήγησαν πολύ

Έτρεξα όσο κρατούν δυο φτέρνες
πεινασμένης λέαινας

Και τώρα
προσπαθώ να πεθάνω ήσυχη
ανάμεσα σε σκόρπιες αράδες
ένα πιάτο τερμίτες
και μερικά δάχτυλα πιάνου
να με στέλνουν στο Σατ-ελ-Αράμπ

Να γίνομαι εγώ το Στα-ελ-Αράμπ

Οι ώμοι μου
πλωτές διώρυγες

Πέρασμα ακρωτηριασμένων

ALBERO [στη μνήμη του Γιάννη Μ.]
Τα ψάρια –χρυσόψαρα-
αιωρούνται πάνω απ’ τους νυχτερινούς περαστικούς
η πόλη γυάλα σέρνεται ερπετό
κι οι φάσεις του φεγγαριού
μας περιζώνουν αλυσιδωτά

Ποιος ξέφυγε τη χάση και ποιος τη φέξη

Ένας-ένας σιγά-σιγά κρεμιόμαστε
από ένα κλαδί βερίκοκα
Όποιος δαγκώθηκε δαγκώθηκε
και ξαφνικά το alberoτου μοναδικού παιδιού
μετριέται υψηλό
28 ετών οροσειρά από χιόνι
-καθρεπτίζεται ο δημιουργός-
Απόκαμε κι έσβησαν πρώτα τα μαλλιά τα δένδρα
Μοναδικός αμνός –ο γάλακτος-
γλίστρησε από την κορυφή
χύθηκε στις παλάμες μας
βέλαξε μια στιγμή
άνδρας σε στάση ύπτια
με τα λασπωμένα πλευρά

Χαρακίρι
είπαν σε δημόσιο χώρο

ΕΙΣ ΑΕΙ
Κι οπότε πότισα το τριαντάφυλλο
ποτίστηκαν μαζί
οι εσταυρωμένοι
Κάτω απ’ το περβάζι μου

Γιατί τι άλλο είναι τα ποιήματα
Από χιλιάδες χέρια
που τεντώνονται αιμόφυρτα
από λουλούδι σε λουλούδι

ΣΚΟΝΙΣΜΕΝΗ ΤΡΙΣΤΕΣΣΑ*
Όταν ήταν κορίτσι είχε ένα αποπροσανατολισμένο ποδήλατο
Την οδηγούσε σε γκρεμούς που δεν ήταν γκρεμοί
Κι όταν έπιαναν στεριά την άφηνε στον ήλιο να στεγνώσει
Κορίτσι
Ζευγάρωνε με τριανταφυλλιές ροδάκινα
Γεννούσε μικροσκοπικά πλατάνια που τυλίγονταν στα πόδια της
Κι όπως όλα τα μικρά κουτάβια
μοιράζει το βάρος της σε τέσσερα πόδια
ψάχνοντας κάθε τόσο την ουρά της
Παριστάνει ότι ξέρει πως όταν μεγαλώσει
τα πλατάνια θα κλωτσούν τα τοιχώματα της μήτρας της
τις μέρες της ωορρηξίας
Γυναίκα από μάνα και πατέρα
Ξεσκονίζει φτερά
Ζευγαρώνει μ’ άνδρες αερικά
Γερνά σαπίζει

Να το θυμάστε όταν μυρίζετε ευκάλυπτο ή γιασεμί
·         τίτλος έργουτου Τζακ Κέρουακ. Στα Ισπανικά σημαίνει λυπη (tristeza)

ΟΙΗΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ
Η γλάστρα που δροσίζεται
η νεογέννητη μπιγκόνια
είναι μια μοναξιά
με άδειες κόγχες
Ανεπίδεκτη ματιών

Ήμουν το αίνιγμα του κόσμου, η σιωπή μου τσάκιζε κόκαλα, τώρα στην άκρη μιας υδρορροής μεσ’ απ’ το στόμα μου στην πιο φτηνή μορφή του κυλάει ο χρόνος…
 Γιατί τι άλλο είναι τα ποιήματα από χιλιάδες χέρια που τεντώνονται αιμόφυρτα από λουλούδι σε λουλούδι

ΦΥΛΛΟΜΕΤΡΗΜΑ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΚΟΧΥΛΙΩΝ
Η πρώτη σελίδα λευκή
Καταρράκτες αναβλύζουν
Φωνήεντα τοκετού
Να φυλακίζεσαι απ’ τη γέννησή σου
σ’ ένα κουκλόσπιτο κατά μήκος της λίμνης Οντάριο
ελλείψει πόσιμης φυγής

Σελίδα δεύτερη οι γονείς σου
γονατισμένοι στοργικά
Ξεγεννούν το δίδυμό σου
Το επιδεικνύουν με περηφάνια
στους γειτονικούς γαλαξίες
Δε μεγαλώνει δεν παίζει δε λερώνεται
Δεν τεμπελιάζει
Δεν ρωτάει δεν απαντάει δε φοβάται να

Η Τρίτη σελίδα
-όπως αρμόζει έτσι κι αλλιώς στους τρίτους-
είναι επικίνδυνη
Πρώτα γιατί όλα περιέχονται σε αυτήν
Και όλα ξεγλιστρούν
Ό,τι ακολουθεί
Η ενηλικίωση
Η συλλογή παραστάσεων
Το κολύμπι
Ο καρχαρίας
Η ερώτηση
Το αίμα
Η απάντηση
Το τόλμημα
Τα αναβληθέντα ποιήματα

Οι προφάσεις για να νοσταλγείς
πολυσημίες ενός φιλιού ή μιας βιτρίνας παιδικής
που την ψηλάφισες νοητά

Σελίδα τέλους
Η αντίστροφη χαρτογράφηση της γης
που πάτησες και  τσαλαπατήθηκαν τα ίχνη σου
Με υστερόγραφο
την απαρχή
Κυοφορία εννεάμηνη
μέσα σ’ ένα κοχύλι

Όλα εκεί έχουν καταγραφεί

Στον εραστή-ποτρέτο που έσβηνα και ξανάσβηνα και
Ποιος θα με πείσει
πως οι άστεγοι
και τ’ ανέστια σ’ αγαπώ που ξημεροβραδιάζονται
λίγο πιο έξω απ’ το δεξιό σου κοχλία
προτού αποδημήσουν γίνονται
-έστω για δευτερόλεπτα-
άγριες αντιλόπες

Κάθε που χαράζει οι κεραίες μου διαστέλλονται
Εκπέμπουν στα γειτονικά περβάζια
Εκπέμπω καυσαέριο στα πλουμιστά περίστροφα των εκδορέων
Φυλακίζω ένα σπουργίτι στα στήθη μου
Το θηλάζω το κοιμίζω
Φτύνω τη γλώσσα των σαλιγκαριών
-των εθισμένων γενικώς σε χειμέρια νάρκη
Το κέλυφός μου είν’ αρκετά σκληρό
Δεν σπάει
Μόνο όταν μια ψιλή βροχή
νιαουρίσει τρεις φορές

noon ooomniw moooriaaar

Λίγο πριν καταπιώ την έβδομη ψυχή μου
Η γλάστρα που δροσίζεται η νεογέννητη μπιγκόνια είναι μια μοναξιά με άδειες κόγχες

ΠΑΘΗΤΙΚΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ
                  -Ι-
Στη διπλανή μικρή ταράτσα
με κάμποσες παρατημένες γαρδένιες
-άνθος αποδημητικό άνθος ελευθέρας βοσκής-
εκτυλίσσεται η παιδική ηλικία της γιαγιάς μου
Κινηματογραφικό κλισέ
Κι η γιαγιά μου έχει το βήχα της γειτόνισσας
όταν αλλάζει η εποχή
<ην πω για τις παρατημένες γαρδένιες
που μεταδίδουν δια της αφής
την οσμή ου πρώτου γάλατος
ή τα γραμμόφωνα απ’ τον καιρό
του ερτζιανού Απολινέρ
                  -ΙI-
Η διπλανή εποχή ταράτσα
λιάζεται ακλόνητη απ’ τα
μισοβρεγμένα ρούχα του απλωτού
Το κουρεμένο κεφάλι της γιαγιάς
ράμφος που ανοίγοντας
διακρίνεις σωθικά συρματοπλέγματα
άλλα ακόμη ράμφη μικροσκοπικά
να ερωτεύονται να τραγουδούν
                  -ΙΙΙ-
Κι οι άνθρωποι έχουν ράμφη
Όταν τελικώς αποδεχθείς το ανεπανόρθωτο
λες ράμφη άνθρωποι και δεν δακρύζεις
Οι άνθρωποι αν ποτέ ήταν πουλιά
σίγουρα θα ’ταν αεροπλάνα
Ποτέ μικρές χαριτωμένες κίσσες
να ορέγονται βελανιδιές βατόμουρα
να τις ορέγονται αρπαχτικά

αεροπλάνα θα ’ταν
                  -ΙV-
Κάποτε θα γράψω για την έκσταση
της γαρδένιας μπροστά στο πλημμυρισμένο μπαλκόνι
Δεν με τρομάζει η μουσούδα
που διαγράφεται στα φύλλα
Μάτια αρπαχτικά εκ φύσεως
το παιδί άνδρας που κατεβαίνει με το κεφάλι
από την πέργκολα
                  -V-
Η γιαγιά αδιαφορεί για όλα τούτα
βήχει προσεύχεται
τηλεφωνεί στο γιο στα εγγόνια της
συζητά για μητροπολίτες
καρπίζει στη γλάστρα μου

την ακρωτηριάζω με ψαλίδι πρώτων βοηθειών
και ησυχάζω

ΠΕΝΤΕ ΔΕΚΑ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ [ένα παιδικό παραμύθι]
Ώσπου να πω βροχή εξαφανίζεται
η πύλη που άνοιξαν δρυοκολάπτες
στον κορμό του τοίχου
Στάλα
Σταλαγματιά
Σταγόνα
Στάζει η λαιμητόμος στο προσκέφαλό μας
Η ακτινογραφία του καθρέφτη έδειξε
υποταγή ειδώλου
Δεν έχουν πια θέση καμιά τα πεφταστέρια στο τραπέζι
Σβησμένο απόμεινα χαμένο μηρυκαστικό
Τις πρασινάδες ονειρεύομαι
Κι ένα ανάποδο θαυμαστικό όπως το καναρίνι
που δεν θάψαμε κι όμως αντήχησε η οργή του
πεύκου ως τα άπατα των προσευχών

Το φως επίπονο ασελγεί στους στήμονες της κουβέρτας
Μια αυταπάτη ψυχεδελική ο δήμιος που
αρπάζει τα μικρά κορίτσια
Υπάρχει μέσα μου ένας γίγαντας καλός και στοργικός
με όσφρηση εμβρύου κι ωμοπλάτες αστεροειδή
Μου παραχώνει νύχτες τ’ όνειρο που δεν χώρεσε στον ύπνο
Και παραπέρα εκεί απ’ το ράγισμα της οροφής
βρέχει μια συγχορδία πιάνου
Δε θα αναρωτηθώ ξανά πως γίνεται ποτέ να μην στεγνώνει
αυτή η Στυμφαλία του περβαζιού
Κι έπλενα δυο φορές τα ποιήματα ν’ αλλάξουν βλέμμα
Άλλο από κείνο που ’χουν πάρει τα ξεχασμένα παιδιά
Κι απ’ τις αγχόνες μέσα στην ντουλάπα
κρέμονται κεφαλές αφόρετες
όλα εκείνα που δεν έγιναν πουλιά
Άλλοτε οι συρμοί αντιστέκονται
οι ράγες παριστάνουν τις τρελές
κι αν δεις τα τζάμια είναι θολά
μέσα ο κόσμος ξεφυλλίζει εφημερίδες
διαβάζοντας καρκινικά όσα δεν θα γραφτούν ποτέ
Μα δεν προσφέρεται ταξίδι
Οι κήποι στέκονται αγέρωχοι
μέσα στα σπίτια μόνο εκεί
Ώσπου να ξεφυτρώσει μια θεσπέσια ανεμώνη
και κατατρομαγμένοι πέφτουμε στα γόνατα
κλαίγοντας κάποιον που έφυγε γι’ αλλού
Άλλο από εκείνα τα αυτοσχέδια καλύβια
δεν μου απέμεινε μ’ ολόκληρα τα μέλη του

Και το παιδί που γέννησα στα τέσσερα μου χρόνια
ξέρει απέξω κι ανακατωτά
την ιστορία της αρχαίας ανεμώνης:
μόνο όταν φυσάει πολύ ανθίζουμε στα έρημα χωράφια
εμείς και η άλλη
η παιδική στιγμή μας.

ΘΑΜΩΝΕΣ ΤΟΥ ΑΛΜΠΟΥΜ
Κρατιούνται ερμητικά κλειστοί μες στις σελίδες
μην τύχει και ξεπεταχθεί
κάποιο αγέννητο κορίτσι
ή ένα άγαλμα ποδήλατο
και ξεχυθεί απ’ τα ποτήρια μια γιαγιά
ή γεννηθώ εδώ ξανά στο ημίφως
από το φουσκωμένο πόδι της καρέκλας

ΞΕΘΩΡΟ ΓΑΥΓΙΣΜΑ
Τα σπίτια άγρυπνα
με την ανησυχία των παραθυρόφυλλων
μαζεύουν όπως-όπως τις κουρασμένες γόβες
τα ιδρωμένα πουκάμισα

Άλλοτε
κάτασπρο παλτό
με το σώμα να γλιστράει αργά από μέσα
ν’ αργοκυλά
μέσα από τα μανίκια
από τις φόδρες
στο πάτωμα γάλα χυμένο
Να ξεγλιστρά
από τις χαραμάδες
Να πετάει κλαδιά στον τράχηλο
της καμινάδας
Στα μανίκια
υπολείμματα κισσού

Αλουμινένια στήθη
δεν τα’ αγγίζει κανείς
Στόμα μισάνοιχτο
ίσα που ξεμυτίζει από ξερόχορτα
κερήθρες

FAUNE ABYSSALE
Πώς πες μου πώς
γίνεται να μη με συγκινούν τα αναρριχητικά φυτά
η ξέγνοιαστη περικοκλάδα που
γεννιέται στις σκιές των κήπων

Αχαρτογράφητοι ύφαλοι

Το βάθος απροσμέτρητο
τη μέρα εντατικά μαθήματα βυθού
Οι καρχαρίες φυλάγονται
μ’ ενισχυμένα βράγχια

Τα μεσημέρια
τα χταπόδια στραφταλίζουν
μόνο που
φτύνουν
νευροτοξικές ουσίες
Φορώντας
δαχτυλίδια μπλε
παραλυμένο σε κεντούν
τα ρεύματα

Χρόνια αναζητώ μια ανόνειρη θερμοκοιτίδα

CE N’ EST PAS LA MERA BOIRE
Μα εκείνος πίνει
Πίνει
κύματα
αστερίες
Πίνει
γοργόνες
Συμπληγάδες
Πίνει ολάκερα νησιά
Την Κίρκη την ίδια
Πίνει
τα βράχια
τους υφάλους

Κι είναι ο καμβάς του μια
θάλασσα που δεν υπάρχει πια
Και του φυσά πνοή
Χαράσσει
με μόνο το κοχύλι που δεν ήπιε
ένα αλατισμένο φινιστρίνι
για να το ανοίξει
Να κοιμηθεί χορτάτος
στην αιωνιότητα

ΕΝΟΧΗ
Ο κούκος μέσα μου
έχει  καταπιεί έναν άλλο κούκο
Έτσι απ’ του κούκου το στομάχι ως το δικό μου
μια αρμαθιά αέρινα δευτερόλεπτα
κρεμιούνται από συμπαγή λεπτά
κι ώρες περασμένες αναδεύονται
Το ξέρω τότε ότι πρέπει να γυρίσω πίσω
Να ποτίσω τ’ αφυδατωμένο νούφαρο
στο μέτωπο του Κύκλωπα

ΑΤΙΤΛΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΚΑΛΗΝΥΧΤΑΣ
Σε αναπολώ
διχάζοντας τη γη
σμικρύνοντας τα ήδη μικροσκοπικά άστρα
σαλεύοντας με τα άλλα ερπετά
στην υγρασία μιας τοιχογραφίας

Με εμφυτεύουν μέσα σου
κύτταρο ολοζώντανο- να σε θεραπεύσω
Αγωνίζομαι να σε μεταλλάξω σε αστερισμό
για να φωτίζεις τις πρωτεύουσες που δεν υπήρξαμε ποτέ
τις σταγόνες που υπήρξαμε
το στόμα που μετέλαβε το χέρι σου
τα άκρα που έχουν συνθλιβεί
απ’ το περπάτημα σε ψηφιακούς λαβύρινθους

Τις ανάσες που εκτροχιάστηκαν
και δεν προσεδαφίστηκαν ποτέ
Το ασταμάτητο κυνηγητό για τυφλόμυγες
που έμειναν ανεύρετα τα βλέμματά τους
-πτώματα αγνοούμενων πουλιών
πετάγματα δυνητικά που έκρωζαν-

Επινοώ συμπλέγματα γλυπτών πολεμιστών
ή μυθικών τεράτων
να κατασχέσω το άρωμά σου
και τις πολιτείες που βυθίζονται
όταν χαμηλώνεις το βλέμμα
Τις πολιτείες που ασφυκτιούν στριμωγμένες
ανάμεσα στα ζωτικά μου όργανα
Πλαστογραφώ τα ίχνη σου
δανείζομαι τον τρόπο γραφής σου
μιμούμαι την καλλιγραφική σκιά σου
σκύβω ν’ αφουγκραστώ τους βηματισμούς των πινέλων σου
ύστερα τους ψιθύρους των κουρασμένων μολυβιών

Σου μοιάζω βλέπεις
ίδια διαθλαστική ανωμαλία
ίδιες εικόνες αμμοθύελλας
Τόσα διασκορπισμένα βράχια μέσα σ’ έναν κόκκο άμμου
Η γη σου όλη κι όλη ολόκληρο δικό μου σύννεφο
να το διαπερνάς να χάνεσαι να επιστρέφεις
Μ’ ένα πτερύγιο ολοκαίνουργιο
κι ένα άλλο ραγισμένο

Άνοιξε ένα μπουκάλι φως κι άνοιξα ένα σαρκοβόρο κοχύλι. Λίγο μετά γεννήθηκε ένα λυσσασμένο περίστροφο το μικρό σκυλί

[ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΟΚΗΣ]
Δεν ξέρω από ποια πόρτα μπήκε
ποιο μισάνοιχτο παράθυρο
ποιο σιφόνι ποια κουμπότρυπα
αυτό το παράξενο υγρό
η μελανιά ξαφνικά χάθηκε
τα πέλματα βημάτισαν στους τοίχους
το ουρλιαχτό εξαϋλώθηκε
το σπέρμα εκτινάχθηκε ακμαίο από
τα έγκατα της γης
ψηλά ως τα αστρικά μου σπλάχνα

Οι φουσκωμένες μας κοιλιές παραδίνονταν στα ουράνια
Και γελούσαμε ένα γέλιο βαθύ
Όπως μήτρα που ανοίγει να δεχθεί τον κόσμο
Κι από κάτω μας κάτι παράξενες γριές έπλεκαν ποτάμι
Να πέσουμε στα μαλακά

Αλλού πετσόκοβαν το φεγγάρι μ’ ασημένια μαχαιροπίρουνα
-φούσκωνε και ξεφούσκωνε η κοιλιά του Ιαβέρη

Η Κοζέτ θυμήθηκε να κλάψει
Και ο Φορέ το βιολοντσέλο του

[ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΟΚΗΣ II]
Κυοφορώ έναν κόσμο
δακρυσμένο μια γιαγιά υφαντό
και μια τεμαχισμένη μάνα
το ένα της πόδι κρέμεται στο λαιμό μου
τ’ άλλο χέρι της θηλάζω μη με
παραδώσει στον μασκοφόρο
με τις χειρουργικές λαβίδες

[δεν κατενόησα ποτέ
τούτο το αλλόκοτο φετίχ με τα ψαλίδια]

Κι αναρωτιόμουν –το γέλιο ανέπαφο-
πού πήγαν τόσες αυταπάτες ότι ζούμε ακόμα από βυζί
και κούνημα τραγουδιστό
Αργότερα τα γόνατα άρχισαν να λυγίζουν
κι ο Φορέ τρεμόπαιζε πιάνο
όπως αστέρι που πέσει δεν πέσει
θα αλληλοσπαραχθούν οι πεινασμένοι λύκοι

[έλα λοιπόν στα
σκοτεινά
να               μου
γαργαλήσεις                τ’ αυτί
μ’ ένα
συλλαβιστό
τετράχορδο συ-γκλό-νι-σε
με]

‘Έλα παππού
-να χαρείς-
τάισε με μια τελευταία συγχορδία
Παρα
                             γοργοπόδαρη
                             εγώ
                             να γίνω
                             νύχια μαυροπετρίτη
                             στα κεραμίδια
                             αδειάζουν μωρά
                             πελαργοί –σου λέει-  αμέμπτου ηθικής
                             τα ξεδιαλέγω τα κρεμώ στο ράμφος μου
                             να φτιάξω
                             γλυκό κάστανο
λογίζομαι ξεφλουδίζοντας

κ-α-σ-τ-α-ν-ο

καστανό
ανοιχτό το δέρμα σου παππού
όπως της μάνας

[ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΟΚΗΣ IΙI]
Αργά νωρίς
κάποτε το αποδέχεσαι
τ’ ακρωτηριασμένο ον
το τερατούργημα

πρόσμιξη ακριλικών
και λάσπης

Δε θα προβάλλεις άλλη αντίσταση
σφαίρα δε γέμισε το μέσα σου

                   φούσκωνα μέρα τη μέρα
                   σμήνη κυττάρων
                   ήμουν ζευγάρι

                   ώσπου ξεκόλλησαν τα πόδια μου
                   το πρώτο κλάμα απ’ τις πατούσες

που να μη σ’ άδειασε
δύο φορές πιο λυσσασμένα


Η νύχτα είναι μια συμφωνία σιωπηλών διαλόγων που ανταλλάσεις με το βλέμμα καρφωμένο σ’ ένα πρόσωπο κατακερματισμένο που κοιμάται πλάι σου… Παριστάνει ότι ξέρει πως όταν μεγαλώσει τα πλατάνια θα κλωτσούν τα τοιχώματα της μήτρας της τις μέρες της ωορρηξίας. Γυναίκα από μένα και πατέρα ξεσκονίζει φτερά, ζευγαρώνει με άνδρες αερικά. Γερνά, Σαπίζει. Να το θυμάστε όταν μυρίζετε ευκάλυπτο ή γιασεμί. [κτερίσματα στίχων από τη συλλογή ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΑΝΤΙΛΟΠΕΣ της Χαράς Ναούμ – προσωπικό ιστολόγιο: Lettre Ocean: http://oceandeslettres.blogspot.gr/ ]

Αναγνώσεις αγαπημένων Ποιητικών Συλλογών με πολλαπλή εσωτερική εστίαση
Άγρυπνες Αντιλόπες Χαράς Ναούμ  (με κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο):

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου