ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΛΕΖΑΝΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ Ειρήνη Ανθολογία

ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΟΣΟ ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ ΔΙΑΡΚΕΙ ΤΟ ΕΠΙΣΦΑΛΕΣ (ώσπου το κουπί να μην μπορεί να διανύσει την απόσταση από τα άκρα ως τον πυρήνα τον Λίθο): 

Την έχω χρόνια αυτή την κόκκινη ζακέτα, δεν θυμάμαι πια πόσα. Ξυπνάω και κοιμάμαι μαζί της. Όταν την πλένω κάτι μου λείπει, αυτό το ζωηρό κόκκινο, δεν έχω αρκετό πια και το αγαπάω. Ήταν καλής ποιότητας, έχει αντέξει χρόνια. Μόνο τώρα τελευταία πρόσεξα κάτι κόμπους, μικρούς, ανεπαίσθητους. Μου φάνηκε, είπα στην αρχή, μα πλέον είναι περισσότεροι δεν μπορώ να τους αγνοήσω. Θα το επιχειρήσω, ναι, με ξυράφι, κάπου το διάβασα. Αντιστέκεσαι, όμως εγώ θα σε κάνω καινούργια! Μην κουνιέσαι γιατί θα πληγωθείς. Είδες, κόπηκες, μια κλωστή κρέμεται. Εσύ φταις. Έχω θυμώσει, θα είμαι πια άγρια μαζί σου. Ξεκίνησα με καλή πρόθεση, μα εσύ τα χάλασες όλα. Είχα σχέδια για μας –ίσως μια δεκαετία ακόμα. [ΕΝΙΟΤΕ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΠΛΗΓΩΝΕΙ από τη συλλογή της Ειρήνης Ιωαννίδου ΣΩΜΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2016 – κολάζ by κ ART ά SOS]



ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ
Καταφύγιο πυρπολημένο
το μισό πρόσωπο
τοπίο εντός των τειχών
φλεγόμενη βάτος
όσο το άγγιγμα διαρκεί το επισφαλές
και μετά νηνεμία 
ώσπου το κουπί να μην μπορεί
να διανύσει την απόσταση  
από τα άκρα ως
τον πυρήνα
τον Λίθο

ΡΕΚΒΙΕΜ
Ο ορίζοντας 
ένα ανείπωτο 
όχι

Κάτω από το στρώμα
Τα χέρια συναντιώνται ξανά – άγνωστοι κόσμοι
εκλιπαρούν
αθέλητα, αδόκιμα, ανόρεχτα
Οι ήχοι, οι οσμές, οι γλώσσες
ρέκβιεμ
ο ανθόσπαρτος βίος

Τα λόγια
λιπόσαρκα, ασθενικά
Όπως και τα σώματα

ΕΠΙΘΥΜΙΑ
Σουρουπώνει

Ξένα φώτα
στοιχειώνουν τη μνήμη

Αναρωτιέμαι τι να κρύβει
αυτό το καλοσχηματισμένο κρανίο
Θέλω να το διαμελίσω
να  βρω το ελατήριο
που το απογειώνει
Τα πάντα ναρκώνονται

Πέφτει σκοτάδι

Τώρα το πλατύσκαλο φαντάζει χάρτινο
Αιωρείσαι
φιγούρα ανυπόστατη
στο φύσημα του ανέμου

ΣΤΙΓΜΗ 
Το σώμα γλιστράει 
στον υγρό δρόμο 
Τα γκάζια πατημένα τέρμα 
Στη στροφή
οι κορυφές των δένδρων
αδυνατούν να ρυμουλκήσουν 
το φαιό 

 Τοξικές  εκκενώσεις 
Παιδικά  δάχτυλα
Διαμπερή τραύματα

Στο τραπέζι χορεύουν φράσεις
κάτω απ’ τα μάτια
κάτω απ’ το βάρος

απειλούν, ικετεύουν, σκοτώνουν

Η στιγμή είναι κάθετη και περιεκτική
χωράει μια αιωνιότητα
κορεσμού

Αύριο θα χρησιμοποιώ και πάλι λέξεις
φθόγγους
Θα λέω
Βγάλτε μου τις χειροπέδες
Εξημερώθηκα

ΑΝΟΜΒΡΙΑ
Την ώρα του ύπνου
σε καταλαμβάνει άθελα η εγρήγορση
Όμως τεχνάσματα τα θεωρείς αυτά του νου
ακολουθείς το ευκόλως εννοούμενον:

Η ζύμη και η δοσολογία ακριβής
Όμως η πείνα πάντα ίδια

Μικρά αρτοσκευάσματα
οι σκέψεις
μπορεί και να σε θρέψουν σε ανομβρία

όχι γιατί η τροφή δεν ήταν αρκετή
αλλά γιατί ο φόβος περισσεύει

ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ
Πρωί, μα όχι ακριβώς, 
ήχος καλωδιακής,
μέσα από ξεχασμένη ωτοασπίδα,
Ο δεξιός μηρός 
δρασκελίζει 
λόφους , αποξηραμένα, εύφορες κοιλάδες

Εσύ σε μυωπική αστάθεια
μεταξύ νιπτήρα και καθρέφτη-
απρόσμενη διαθλαστική ικανότητα

Το σώμα διαιρείται,
θραύσματα
λιγότερο ή περισσότερο αιματηρά

Επιταχυνόμενη επαναφορά –
όλα έγχρωμα ξανά
και σε διαστάσεις 3-D

ΣΥΜΠΑΝ
Κάθε που το μάτι στρέφεται
μην και χαθεί το αυθαίρετο της ύπαρξης
ίσαμε να πιεις μια γουλιά και να αφουγκραστείς
από πού αυτές οι αχτίνες φωτός
Το σύμπαν καταγράφεται

Το συναίσθημα της πρόωρης διεκπεραίωσης
καταγράφεται
με κάτι σκούρα πέταλα τριαντάφυλλου
εκφυόμενα τώρα στο τραπέζι, σκληρό υλικό
με ρίζες στο υπέδαφος

ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ
Κοιτάς το ηλεκτρονικό ξυπνητήρι
είσαι η ωραία κοιμωμένη
σ’ ένα δάσος με  τριανταφυλλιές

Ακουμπάς το πόδι σου στο δάπεδο
Διαπιστώνεις ότι το χώμα είναι
ένα σκούρο καφέ [λάμινεϊτ το λένε]
ασορτί με τις πόρτες
Καμία που να γράφει

Έξοδος Κινδύνου

Μόνο ένα αντίγραφο του Γκογκέν στον απέναντι τοίχο
Άλλωστε, και η δική του Ταϊτή ψεύτικη ήταν

ΤΖΟΚΟΝΤΑ
Μετράς κάθε μικρή εξαγωγή πόνου
λες και, αν στην κάτω γνάθο εκλείψουν οι κοπτήρες
παύεις να είσαι επικίνδυνη
ένα μαχαίρι στομωμένο

Κάθε μπουκιά στον οισοφάγο
αναπολεί τη ζωντανή της υπόσταση

Στο κομοδίνο, ένα ποτήρι μεγάλα κάθε βράδυ
σου σκοτώνει τις σκέψεις
Δίπλα ο Πύργος του Άιφελ
αγορασμένος από έναν μαύρο στην πλατεία

Σβήνει, ανάβει, σβήνει

Όλο το σώμα χορεύει τώρα
στο ρυθμό έγχρωμου ύπνου
περίπου ιπτάμενη, χαμογελάς
όπως στον γνωστό πίνακα του ντα Βίντσι

ΚΥΛΙΟΜΕΝΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ
Λάνσελοτ, σου φωνάζω
ρίχνοντας σκάλες τα μαλλιά
Σε άλλη εποχή 
θα έπρεπε να ζούμε-

Οι κυλιόμενες εμπορικού
δεν βοηθάνε στην απαγγελία
των προϊόντων ομορφιάς

Σήμερα φοράω όλη μέρα
νεότητα κατάσαρκα 
Κοιτάζω στον καθρέφτη 
όλα τα σημάδια είναι ακόμη εκεί :
ένα πόδι χήνας,
μια σκιά στα κάτω βλέφαρα,
χρόνια αϋπνίας 
και ήλιου
Κι η Αγάπη μαζεμένη
σε ένα χαμόγελο 
-Mάζεψες αρκετή ζέστη τα καλοκαίρια,
μου ψιθυρίζω στο ταμείο
(δικαιούστε δώρο μια κρέμα νυκτός) 

ΚΟΡΙΤΣΙ [στην Ειρήνη Καραγιαννίδου]
Τη φωνάζουν κορίτσι
Θα της ράψω ένα κόκκινο φόρεμα
θα το βάλει μ’ εκείνα τα δωδεκάποντα
Έχει μαύρα μαλλιά
σπάνιο αίμα
μακριά δάχτυλα
Έρχεται στον ύπνο τα βράδια
μου ξηλώνει τις λέξεις
Τις κεντώ ξανά σταυροβελονιά

Άσε με να  σου χτενίσω τα μαλλιά
Θα πάρω μια σκάλα
Το βράδυ σε ταΐζω
μήλο γλυκό στο στόμα
Με κοιτάς σαν έργο τέχνης
κρεμασμένη στον τοίχο
Έχουμε το ίδιο όνομα:
Παραμύθι

ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ
Πότε ήρθε η ώρα δεν κατάλαβα
Μια συγκομιδή δεν αρκεί
ούτε ένα κίτρινο λιβάδι ιδεών

Τα είπαμε όλα ή σχεδόν
σε παθητικούς χρόνους
σε ενεργητική φωνή, αλλά όχι διάθεση

Το πρωινό ρίγος θα με βρει
περίπου στις έξι και μισή.
Θα προσποιηθώ ότι χωράω
στα παλιά αθλητικά
στις χοντρές μάλλινες κάλτσες

Το ρολόι χτυπάει ανελέητα
Ξεκούρδιστη χορεύτρια
με τα χέρια σου στα μαλλιά μου

σπασμένα

ΑΚΡΥΛΙΚΟ
Ένα μήλο 
κομμένο στη μέση
Δείπνο 
με ακρυλικό
Λειώνει το πάτο
δίπλα στα δάχτυλα

Ευτυχώς  η θέα
-θυμάσαι τότε που σου έλεγα:
«θα μου λείψουν
τα φώτα απέναντι»
τη γλίτωσε
Τώρα, δε θα χρειαστώ 
την αφίσα με το γαλάζιο του Ματίς

Τι κι αν γκρέμισες τους τοίχους
Εγώ την υγρασία τις νύχτες
τη μυρίζω ακόμη:
στο σκοτάδι
στα κοιλώματα των εσωτερικών τοίχων,
στην υδρορροή που στάζει

Στο στόμα σου
Δεν θα μετρήσω
σε πόσες συλλαβές
θα με καταπιείς

ΔΕΙΠΝΟ
Ένα τραπέζι στρωμένο
Δυο στόματα καθηλωμένα
στο ερώτημα της τροφής:
και τώρα που τελείωσε η επιθυμία
τι προς βρώση; τα οστά μήπως

Και τα μέλη αυτά που τόσο εξαίσια μαζί
επί ξύλου κρεμμάμενα
Και το μαρτύριο εις σάρκα μία
ες αεί και εις τους αιώνας ανυπόστατο –

Τι κι αν το χυμό με ζήλο ρούφηξαν
Τώρα η ερώτηση καθηλωτική:
Πόσο το μαχαίρι εις βάθος
θα λάμψει την αλήθεια των σπλάχνων;

ΤΟΠΙΟ
Όλη νύχτα ούρλιαζε 
ο αέρας
κάρφωνε την ακοή στο ψιλόβροχο
Να βγεις έξω ξυπόλητος
δίχως ανάσα
Να μαζέψεις τα φύλλα χούφτες
να τα φορέσεις

Δυο φορές γύρισε 
γύρω απ’ το λαιμό του το λουρί
-Άτιμο σκυλί
την άλλη φορά θα σ’ αφήσω
Ν μάθεις
να ελέγχεις τους φόβους

Έτσι είναι η ζωή
δεν γλιστράνε τα βήματα
αλυσίδες σέρνουν
χλιμιντρίζουν μόλις τεντωθεί το σχοινί
Μέχρι να βγεις απέναντι
σε τόπο

Τοπίο αναγεννησιακό
Γαλάζια συννεφάκια και τα συναφή

ΦΙΛΙ
Το βράδυ σκέφτομαι κρίνα
να φυτρώνουν στο στήθος
Μάτια που δεν ανοίγουν
Ένα κύμα
η άκρη του κρεβατιού 

Μέχρι τα πόδια ν’ ακουμπήσουν έδαφος
κρατάω ένα κεφάλι στα χέρια μου
-σε τυλίγω με επτά πέπλα-
Σπαράζει το φιλί σε στόμα νεκρό

Στο κέντρο του δωματίου ένα σύννεφο
Κρέμομαι από εκεί
αρχίζει να βρέχει

ΡΟΖ ΙΒΙΣΚΟΣ
Αλμύρα
για πάντα μαζί σου
κάτω απ’ το λευκό λινό φόρεμα

Βυθίζεσαι
Μια καμπυλότητα στη μέση του κορμιού γόνιμη
τα άκρα διαλεκτικά με το χώμα
απαριθμούν μια ήβη εκρηκτική

Άνθος
ανθεκτικό στην ξηρασία του τοπίου
πλάι σ’ ένα στόμα
παράλληλο με το δικό σου

ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ
Αναμετρήθηκα με τη νύχτα
Με το στόμα σου στο στόμα μου
Με τη γλώσσα μου στο μυαλό σου
Έφτιαξα μια τοπογραφία
εντός
και την ιχνηλατώ σαν μετανάστης
στο διηνεκές

Το χώμα σου θα ακολουθεί το δικό μου

ΚΗΠΟΣ
Φύτεψα δυο μάτια χθες στον κήπο
δεν μιλούσαν, περίμεναν

Τα κοιτούσα και σκεφτόμουν
-Τι ωραία μάτια
Μακάρι ν’ ανθίσουν
του χρόνου τέτοια εποχή

Θα περάσω τον χειμώνα
ποτίζοντάς τα
με ιστορίες για τα σύννεφα
που με κατοικούν

Χθες βράδυ τα φιλούσα
Όλο το αλάτι της γης
μαζεμένο πάνω τους

Θα καρυκεύω τη ζωή μου
με εσάς, σκέφτηκα
Κάθε που θα μου λείπετε
θα τρώω  τα δάκρυά σας, είπα

Κι έριξα μια χούφτα χώμα

ΥΔΑΤΟΓΡΑΦΙΑ
Κάποτε ξύπνησα μετά από χρόνια
δίχως πόδια και χέρια
Ανάλαφρη σαν παιδική υδατογραφία
με κόκκινα χείλη από τη βυσσινάδα

Είχα μια σιδηροδρομική γραμμή
για σπονδυλική στήλη
Είχα ρυάκια πάνω μου
ήχους κελαριστούς

Όταν λέω «στάση»
θα ανταμώνουμε
εγώ θ’ αλλάζω χρώματα
στο ουράνιο τόξο
την ώρα που θα περνάει 
το τρένο από πάνω μας


ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΥ ΧΩΡΕΣΑΝ ΜΙΑΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑΣ… Η ΠΟΙΗΣΗ (…  Προφητεία Μπλε και μια… ανέκδοτη συνάντηση)
 Αν μπορείς να καταπιείς τόσο μπλε
που να κυματίζει η ανάσα μεσίστια 
εν είδει προφητείας,
Να βάφει μπλε το ήδη μπλε
τόσων χρόνων 

Ωκεανός     Αιθέρας     Ουρανός

Τότε η χρωστική του λόγου σου
θα γεννήσει τον τόπο 
τον ύστατο της θαλπωρής,
εναέριο και επίγειο
ώστε 
τα πέλματα μέσα του
να κυοφορούν άλματα θεσπέσια
κι εγώ να χρειαστώ κι άλλο μπλε
για να βάψω τα τείχη μου

[ΟΤΑΝ Ο ΦΑΟΥΣΤ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΜΟΝΤΙΛΙΑΝΙ – ανέκδοτο]
Έσκαβε μήνες με τα χέρια μες στον κήπο.
Τραβούσε ρίζες, 
έκοβε με τα δόντια, 
γέμιζε αίματα το στόμα απ’ τα αγκάθια.
«Κόκκινο σου πρέπει» έλεγε, 
όταν θα βλέπεις απ΄ τον βράχο την σκιά μου να σιμώνει.
Την θέλω προσκεφάλι την ψυχή σου, 
να έχει χέρια σαν κλαδιά να μου συμπαραστέκεται 
στην μοναξιά και ρίζες βαθιά μέσα στο χώμα. 
Στο παράθυρο, τις νύχτες, 
να προσμένει με μια πλεξούδα έτοιμη, 
με ένα στήθος τρυφερό να βγαίνει καθώς σκύβει, 
με μια πληγή στα σωθικά ανοιχτή, 
για να με θρέφει.
Με κεριά να στήνει λιτανεία, 
καθώς θα βγαίνουν οι νεκροί με τα σεντόνια -δίχως μάτια-, 
να λέει τι όμορφα μυρίζει και το χώμα.
Τι ελευθερία, που η σάρκα δεν πονάει. 
Ποιόν νεκρό εσύ κλαις; 
Και η τρύπα αυτή στο στέρνο -που μοιάζει με τιμόνι- 
αδιάκοπα σε σπαταλάει και αέρηδες τραβούν κουπί. 
Μην το ξεχάσει το ταξίδι λένε, με ρυθμό νοσταλγικό.
Υπάρχει μια θάλασσα εκεί στην άκρη του σπιτιού. 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (όπως αναρτήθηκαν στο ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ του FB της Ειρήνης Ιωαννίδου)
Έβγαλε ένα μεγάλο βάζο από το ντουλάπι 
Τα χρυσάνθεμα την κοίταζαν λιγόθυμα 
πάνω στο μικρό σεκρετέρ αγορασμένο πρόσφατα 
-σε ένα λευκό κρεμ ανγκλέζ- 
Έπρεπε με κάθε τρόπο να επιζήσουν 
όπως οι μεγάλοι έρωτες στις ιλουστρασιόν ταινίες 
Το γέμισε με νερό, 
τα τοποθέτησε ανάλογα με το ύψος τους, 
σήκωσε μερικά απείθαρχα κεφάλια 
και έκοψε όσα έφεραν αντίσταση. 
Η δύση συνεργάστηκε δημιουργώντας 
μια νεκρή σύνθεση σχεδόν ζωντανή μες το ημίφως 
Ξάπλωσε στον καναπέ ακριβώς απέναντι 
η διάρκεια έχει να κάνει με την αντοχή σκέφτηκε- 
Τα χρυσάνθεμα συμφώνησαν, 
καθώς το επίχρισμα της γύρης 
άλλαζε το χρώμα του τοπίου μέσα στο σαλόνι 
Μια έρημος, ένας άγγλος ασθενής 
και ένα παράφορος έρωτας γεννιόταν 
-στις δώδεκα ακριβώς μπροστά στη οθόνη- 
Ναι, ο θάνατος θέλει να αντέχεις την ζωή 
ύστερα εκείνη κυλάει ήσυχα σε συνέχειες

17-11-2015
Πάντα στις μύτες περπατούσε 
-το σύνδρομο της μπαλαρίνας- 
οι αστράγαλοι δεν έμαθαν 
το βάρος να σηκώνουν 
Αφέθηκε στο άλμα 
σ΄ ένα λιβάδι κόκκινο προσγειώθηκε- 
Ο κύκνος ξέρει πως να σπάει 
τον λαιμό 
με χάρη 
τις φτερούγες να διπλώνει 
Στον βυθό πάντα γυαλίζει ο χρυσός



...διάβασε με αν και ήλιος σήμερα σε φιλώ πολύ 

Ανοίγει κάποτε ο ουρανός 
χύνεται 
μες το στόμα
από μπαμπάκι 
σύννεφο 
κι απ'την βροχή πιο διάφανη
σε κάνει

Σου τραγουδάει ένα πουλί
-δίχως να βλέπει την στεριά
μόνο αέρα θέλει-
για να πετάξεις πιο ψηλά
σαν τον κισσό να ανέβεις

Απ΄τον φεγγίτη το κοιτάς
σ' αρπάζει το γαλάζιο

ΓΥΜΝΗ ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ
Κόκκινο στην χλόη 
Κορίτσι στο δρόμο με τις ξόβεργες 
επέστρεφε Άνοιξη 
με το στόμα 
με τα δάχτυλα στο σώμα του κορυδαλλού 
επέστρεφε 
Δυο ξαναμμένα κάρβουνα 
το πρόσωπο καράβι 
ξέμπαρκο στο μόλο 
Πέτρινη κάτω απ΄ στο τόξο των φρυδιών 
Γυμνή επέστρεφε

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ 
Η νύχτα δεν λέει πια παραμύθια, 
ακούω μόνο ένα ξύλινο πόδι 
να σέρνεται μέχρι την πόρτα του μπάνιου, 
την κλειδώνεις 
για να μη βλέπω το δέρμα που βγάζεις, 
για να μην σε ποθώ, 
για να ξεχάσω το άγγιγμα. 
Δεν ακούω τις συμπληγάδες 
πέτρες όταν ενώνονται, 
ούτε την φωνή της Σειρήνας, 
μόνο το τελευταίο δελτίο ειδήσεων 
και το τηλεπαιχνίδι σε επανάληψη. 
Ξυπνάω με στολίδια ασημένια στα μαλλιά, 
η μοναξιά θέλει χρώμα ανεξίτηλο.
Ζητάει και χώμα 
σκάβεις με κουταλάκι του γλυκού τον τοίχο. 
Σήμερα την άφησες μισάνοιχτη την πόρτα, 
κυλάει το νερό στο στέρνο, 
πετάγεται από τα πλευρά στον αέρα, 
εκτινάσσεται στον καθρέπτη, 
ένας πίδακας στο μέτωπο μου, 
στο κέντρο του ένα ελάφι, 
το σημαδεύω ανάμεσα στα μάτια. 
Φλεγόμενο δάσος το δωμάτιο 
με τα αναμμένα ρεσώ, 
εσύ και εγώ σε ρώσικη ρουλέτα, 
σου χαμογελώ και τραβάω την σκανδάλη



ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΝΘΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ ΤΩΡΑΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΩΜΑ, ΜΙΑ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΤΟΣ ΜΕ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΤΟΞΟΥ(παρουσίαση συλλογής με εσωτερική εστίαση σχολιασμού από Τάσο Κάρτα – με ΚΛΙΚεδώ): 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου